Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ξεγάνωτος , η, ο ξε-γά-νω-τος επίθ. (προφ.): αγάνωτος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: τενεκές ξεγάνωτος (μτφ.): εντελώς ανάξιος, τιποτένιος άνθρωπος. ΣΥΝ. χαμένο κορμί