Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ξεκάθαρος , η, ο ξε-κά-θα-ρος επίθ. 1. που δεν δημιουργεί αμφιβολίες ή παρανοήσεις· σαφής: ~ος: κίνδυνος/νικητής (= αδιαμφισβήτητος, καθαρός)/πολιτικός λόγος/ρόλος. ~η: απάντηση/άρνηση/βούληση/δήλωση/εικόνα/ένδειξη/θέση/στρατηγική/υπεροχή. ~ο: (θεσμικό) πλαίσιο/μήνυμα/όραμα. ~οι: στόχοι. ~ες: προθέσεις. Είναι ~ στις δηλώσεις του. Είναι ~ο (= εμφανές, ολοφάνερο, προφανές) ότι ... Απλά και ~α πράγματα. 2. διαυγής και κατ' επέκτ. ειλικρινής: Αύριο με πιο ~ο μυαλό θα βρεις τη λύση.|| ~ες: (= αξιόπιστες, διαφανείς) συναλλαγές. Με ~ο (= ευθύ) βλέμμα ... Πβ. ντόμπρος. ΣΥΝ. ξηγημένος ● επίρρ.: ξεκάθαρα: ΣΥΝ. καθαρά (1), ντόμπρα, σταράτα [< μεσν. ξεκάθαρος]