Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • οδοντοφατνιακός , ή, ό [ὀδοντοφατνιακός] ο-δο-ντο-φατ-νι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα δόντια και τα φατνία που τα περιβάλλουν: ~ή: χειρουργική. ~ό: απόστημα. [< αγγλ. dentoalveolar]