Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • οδωνυμικός , ή, ό [ὁδωνυμικός] ο-δω-νυ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα οδωνύμια. Βλ. -ωνυμικός. ● Ουσ.: οδωνυμικό (το): όνομα οδού: ~ά της Θεσσαλονίκης. Βλ. ανθρωπ-, τοπ-ωνυμικό.

ανθρωπ-

ανθρωπ-βλ. ανθρωπο-

-ωνυμικός

-ωνυμικός, ή, ό: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που αναφέρονται σε ονομασία ή σημασιολογική σχέση: τοπ~. Μητρ~/πατρ~.|| Μετ~/συν~.|| (Τα) πατριδωνυμικά (ουσιαστικά).