Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ολιγοφρενία [ὀλιγοφρενία] ο-λι-γο-φρε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (περιληπτ.) γενική ονομασία όλων των βαθμών συγγενούς ή επίκτητης διανοητικής ανεπάρκειας (μωρία, βλακεία, ιδιωτεία). [< μτγν. ὀλιγοφρενία, αγγλ. oligophrenia, γαλλ. oligophrénie, 1947]