Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ολκή [ὁλκή] ολ-κή ουσ. (θηλ.) 1. {στη γεν.} για δήλωση έμφασης του ουσιαστικού που προηγείται, συνηθέστ. με αρνητική σημασία: απατεώνας (= μεγαλοαπατεώνας)/ψεύτης (μεγάλης) ~ής. Απάτη/γκάφα/σκάνδαλο/σφάλμα/φιάσκο ~ής. Πβ. πρωτοφανής.|| Επιστήμονας/πολιτικός/συγγραφέας ~ής (: μεγάλου κύρους). Σκόρερ ~ής (: δεινός). Ανακάλυψη ~ής (: μεγάλης αξίας, σπουδαιότητας). 2. ΦΥΣ.-ΤΕΧΝΟΛ. πλαστική παραμόρφωση (δηλ. μετατροπή σε σύρμα) υλικού (μετάλλου ή κράματος) κάτω από ορισμένες συνθήκες διεργασίας: ψυχρή επεκτατική ~ ράβδων. 3. διαμέτρημα κάννης όπλου. [< αρχ. ὁλκή ‘σύρσιμο, έλξη’, γαλλ. de poids]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.