Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ολκή [ὁλκή] ολ-κή ουσ. (θηλ.) 1. {στη γεν.} για δήλωση έμφασης του ουσιαστικού που προηγείται, συνηθέστ. με αρνητική σημασία: απατεώνας (= μεγαλοαπατεώνας)/ψεύτης (μεγάλης) ~ής. Απάτη/γκάφα/σκάνδαλο/σφάλμα/φιάσκο ~ής. Πβ. πρωτοφανής.|| Επιστήμονας/πολιτικός/συγγραφέας ~ής (: μεγάλου κύρους). Σκόρερ ~ής (: δεινός). Ανακάλυψη ~ής (: μεγάλης αξίας, σπουδαιότητας). 2. ΦΥΣ.-ΤΕΧΝΟΛ. πλαστική παραμόρφωση (δηλ. μετατροπή σε σύρμα) υλικού (μετάλλου ή κράματος) κάτω από ορισμένες συνθήκες διεργασίας: ψυχρή επεκτατική ~ ράβδων. 3. διαμέτρημα κάννης όπλου. [< αρχ. ὁλκή ‘σύρσιμο, έλξη’, γαλλ. de poids]