Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ολοκαίνουργιος , α, ο [ὁλοκαίνουργιος] ο-λο-καί-νουρ-γιος επίθ. & ολοκαίνουριος & (λαϊκό) ολοκαίνουργος (επιτατ.): εντελώς καινούργιος: ~α: εμπειρία. ~ο: αυτοκίνητο/διαμέρισμα/τραγούδι. Πβ. αμεταχείριστος, αχρησιμοποίητος, κολλαριστός, του κουτιού, φρέσκος. ΣΥΝ. κατακαίνουργιος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.