ολοκληρώνω [ὁλοκληρώνω] ο-λο-κλη-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ολοκλήρω-σε, ολοκληρώ-θηκε, -μένος, ολοκληρών-οντας} 1. τελειώνω, φτάνω στο τελικό στάδιο, φέρνω σε πέρας: ~σε την καριέρα του ως αθλητής. Το έργο θα ~θεί (= αποπερατωθεί) εντός του τρέχοντος έτους. ~θηκε (= διεκπεραιώθηκε) η διαδικασία υποβολής των ενστάσεων. ~θηκε ο κύκλος των επαφών ... ~οντας τη σκέψη/φράση μου ... (σε κινητό τηλέφωνο ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:) Η αποστολή (του μηνύματος) ~θηκε.2. συμπληρώνω, καθιστώ κάτι πλήρες, ώστε να μην παρουσιάζει ελλείψεις: ~σε (με επιτυχία) την έρευνα/τις σπουδές/τη συγγραφή του βιβλίου του. Η παιδεία ~ει τον άνθρωπο. Ένα παιδί θα ~σει την ευτυχία του ζευγαριού (πβ. επιστεγάζω, επισφραγίζω). Η δραστηριότητα ~εται με έκθεση έργων των μαθητών. Πβ. κλείνω.|| (πλεοναστ.) Οι συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών δεν έχουν ~θεί πλήρως.|| ~σαν τη σχέση τους (= έκαναν έρωτα).3. (επίσ.) φτάνω σε οργασμό. ● ΦΡ.: ολοκληρώνομαι ως γυναίκα βλ. γυναίκα [< 1, 2: μεσν. ολοκληρώ]
γυναίκα
γυναίκαγυ-ναί-κα ουσ. (θηλ.) {γυναικ-ών} 1. θηλυκό ενήλικο άτομο (σε αντιδιαστολή με τον άνδρα, το παιδί ή την έφηβη): ακαταμάχητη/ανεξάρτητη/απελευθερωμένη/γοητευτική/δυναμική/ελκυστική/εντυπωσιακή/εργαζόμενη/ευαίσθητη/ηλικιωμένη (πβ. γριά)/καλοντυμένη/κομψή/μυστηριώδης/νεαρή/ομοφυλόφιλη (βλ. λεσβία)/προκλητική/σπουδαία/ψυχρή/ωραία (πβ. θεά, κούκλα)/ώριμη ~. Ανύπαντρη/διαζευγμένη (βλ. ζωντοχήρα)/παντρεμένη ~. Φύλο: ~ (πβ. θήλυ). Δικαιώματα/χειραφέτηση (βλ. φεμινισμός)/ψυχολογία (της) ~ας. Η αναπαραγωγική ζωή (βλ. εμμηνόρροια, εγκυμοσύνη, μητρότητα)/το γεννητικό σύστημα (βλ. γυναικολογία) της ~ας. Η σύγχρονη ~. Η ~ (ως) αντικείμενο/σκεύος ηδονής. Η θέση της ~ας στην κοινωνία. Κακοποιημένες ~ες. Ανεργία/απασχόληση (βλ. ισότητα)/υποτίμηση (βλ. μισογυνισμός, φαλλοκρατία) των ~ών. Η παγκόσμια ημέρα της ~ας (8 Μαρτίου). Έγινε κοτζάμ/ολόκληρη/σωστή ~ (: για κορίτσι ή έφηβη). Βλ. κοπέλα.|| Eύκολη ~. ~ ελευθέρων ηθών.|| (για δήλωση επαγγέλματος, όταν δεν υπάρχει ο αντίστοιχος τύπος στο θηλυκό:) ~ αστροναύτης/πιλότος. || ~ ηγέτης (σπανιότ.) ηγέτιδα.Βλ. αντρο~, ασθενές φύλο, παλιο~, ποδόγυρος.2. (ειδικότ.) αυτή που έχει τα στοιχεία της εμφάνισης και της συμπεριφοράς, τα οποία, σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα, χαρακτηρίζουν ένα θηλυκό ενήλικο πρόσωπο: ιδανική/πραγματική/τέλεια ~. Η απόλυτη ~. Είναι πολύ ~ (: έχει έντονη θηλυκότητα). ~-ηφαίστειο (: πολύ θερμή, εκρηκτική· ΑΝΤ. παγοκολόνα). ~ με όλη τη σημασία της λέξης. Η ~ των ονείρων μου.|| ~ -αράχνη/μυστήριο/τρόπαιο.3. (προφ.) σύζυγος ή σύντροφος: ένας άνδρας και η ~ του (βλ. ανδρόγυνο). Η δεύτερη (: από δεύτερο γάμο)/πρώην ~ του. Η ~ του αδελφού μου (βλ. νύφη)/του πατέρα μου (βλ. μητριά). Ήρθε με τη ~ του. Από 'δω η ~ μου (= να σας συστήσω τη ~ μου). Αποφάσισε να την κάνει ~ του/να την πάρει (για) ~ του (: να την παντρευτεί). Του την έδωσαν για ~. Βρήκε τη/είναι η ~ της ζωής του. Πβ. το έτερον ήμισυ, κυρία, συμβία. Βλ. γκόμενα, ερωμένη, φιλενάδα.4. (προφ.) αυτή που αναλαμβάνει επί πληρωμή οικιακές εργασίες, τη φύλαξη παιδιών ή τη φροντίδα ηλικιωμένων: Βάζω/έχω ~. Παίρνει/πληρώνει ~ δύο φορές την εβδομάδα, για να της καθαρίσει το σπίτι/να της κρατήσει το παιδί. Πβ. καθαρίστρια, μπέιμπι σίτερ, οικιακή βοηθός. Βλ. οικονόμος. ● Γυναίκες (οι): ΑΘΛ. η ανώτερη ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλητριών: Εθνική ~ών. ● Υποκ.: γυναικάκι (το) 1. & (σπάν.) γυναικάριο (μειωτ., συνήθ. από άντρα) για χαμηλού επιπέδου γυναίκα, χωρίς ενδιαφέρον. 2. (λαϊκό) όμορφη και συνήθ. μικροκαμωμένη κοπέλα ή σύντροφος: ωραία ~ια.|| (οικ.) Πάρε το ~ σου και έλα., γυναικούλα (η) 1. (μειωτ.) γυναίκα μικροπρεπής ή και χωρίς προσωπικότητα: Είναι πολύ ~. Βλ. κατίνα, κουτσομπόλα.2. (χαϊδευτ.) σύζυγος ή σύντροφος: αγαπημένη/καλή μου ~. ● Μεγεθ.: γυναικάρα (η) & (σπάν.) γυναίκαρος (ο) (προφ.): εντυπωσιακά ωραία και συνήθ. ψηλή γυναίκα: ~ με τα όλα της. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινή γυναίκα & δημόσια γυναίκα: πόρνη., μοιραία γυναίκα: που είναι πολύ γοητευτική και συχνά αποβαίνει επικίνδυνη, καταστροφική. Πβ. βαμπ. ΣΥΝ. φαμ φατάλ [< γαλλ. femme fatale, 1912] , η αιώνια γυναίκα/το αιώνιο θηλυκό βλ. αιώνιος ● ΦΡ.: η/μια άλλη γυναίκα: (συνήθ. για εξωσυζυγική σχέση) ερωμένη: Γνώρισε μια ~ ~. [< αγγλ. (the) other woman] , ολοκληρώνομαι ως γυναίκα: γίνομαι μητέρα ή γενικότ. έχω ικανοποιήσει τις ανάγκες ή τις επιθυμίες μου ως γυναίκα., σαν γυναικούλα (μτφ.-ειρων.): για άνδρα άτολμο, φοβητσιάρη και μικροπρεπή: Γκρινιάζει/κλαίει/φέρεται ~ ~. Μην κάνεις σαν ~!, (γυναίκα) του δρόμου βλ. δρόμος, η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) βλ. καίσαρας [< αρχ. γυνή, μεσν. γυναίκα, γαλλ. femme]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.