Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ομίχλη [ὀμίχλη] ο-μί-χλη ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. αιωρούμενα σταγονίδια νερού που προέρχονται από συμπύκνωση υδρατμών της ατμόσφαιρας, βρίσκονται κοντά στην επιφάνεια του εδάφους και σχηματίζουν νέφωση, περιορίζοντας την ορατότητα: βαριά/ελαφριά/πρωινή/πυκνή ~. ~ ακτινοβολίας (: σχηματίζεται τη στιγμή της ελάχιστης θερμοκρασίας μετά τη δύση του ηλίου και υπό συνθήκες ασθενούς ανέμου, αίθριου ουρανού και μεγάλης υγρασίας)/μεταφοράς (: δημιουργείται από το πάγωμα του θερμού αέρα που κινείται πάνω από κρύο έδαφος). Πέπλο/στρώμα ~ης. Η ~ αραίωσε/διαλύθηκε/καθάρισε/υποχώρησε. Η ~ απλώθηκε παντού/σκέπασε τα πάντα. Πβ. αντάρα, αχλή, καταχνιά, νέφος, πούσι.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Τεχνητή ~. Προειδοποιητικά σήματα ~ης. (στο αυτοκίνητο:) Προβολείς/φώτα ~ης. 2. (μτφ.) κατάσταση ασάφειας, αβεβαιότητας και σύγχυσης που προκαλείται συνήθ. από την έλλειψη διαφάνειας: θολό τοπίο στην ~ η οικονομία. Πβ. νεφέλωμα. [< 1: αρχ. ὀμίχλη]