ομιλία [ὁμιλία] ο-μι-λί-α ουσ. (θηλ.) {ομιλιών} 1. ΓΛΩΣΣ. η ανθρώπινη ικανότητα άρθρωσης λόγου και ο ιδιαίτερος, προσωπικός τρόπος χρήσης της γλώσσας από κάθε ομιλητή με σκοπό την έκφραση και την επικοινωνία· φωνή, λαλιά: καθημερινή/προφορική/φυσική ~. Ανάπτυξη/διαταραχές (βλ. λογοθεραπεία)/προβλήματα της ~ας.|| Ακούγονται ~ες από το διπλανό διαμέρισμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αναγνώριση ~ας (από υπολογιστή). Ψηφιακή επεξεργασία ~ας. Σύστημα μετατροπής κειμένου σε συνθετική ~. ΣΥΝ. μιλιά (1) 2. (επίσ.) ανάπτυξη ορισμένου θέματος ενώπιον ακροατηρίου: αναλυτική/ανοιχτή/δημόσια/εισαγωγική/εναρκτήρια/ενημερωτική/επετειακή/επιστημονική/ιστορική/κεντρική/κομματική/κρίσιμη/μνημειώδης/πολιτική/προεκλογική/σύντομη/τηλεοπτική ~. Εντυπωσιακή/εξαιρετική/επιτυχημένη/σημαντική ~. ~-διάλεξη/μάθημα. Απόσπασμα/σημεία ~ας. ~ δημάρχου/διευθυντή/καθηγητή/προέδρου/υπουργού. ~ στη Βουλή (πβ. αγόρευση)/σε εγκαίνια/σε συνέδριο. Πρόσκληση σε ~. ~-παρουσίαση. Στο επίκεντρο της ~ας της βρέθηκε η κλιματική αλλαγή. Αυτά τόνισε στην ~ του ο πρωθυπουργός. Διοργάνωση/κύκλος/σειρά ~ών. Πβ. διάλεξη.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ορθόδοξη ~. ~ περί μετανοίας/νηστείας. Βλ. κήρυγμα.3. συζήτηση, συνομιλία, συνδιάλεξη: (ΤΗΛΕΠ.) Προγράμματα ~ας σε κινητά τηλέφωνα. Κάρτα ανανέωσης/οικονομικό πακέτο χρόνου ~ας.4. προφορά: Από την ~ του κατάλαβα ότι ήταν Γάλλος. Βλ. διάλεκτος, ιδίωμα.5. ΘΕΑΤΡ. {στον πληθ.} υπαίθριες λαϊκές παραστάσεις που δίνονται κυρ. στη Ζάκυνθο κατά τη διάρκεια της Αποκριάς. ● ΣΥΜΠΛ.: καθυστέρηση του λόγου/της ομιλίας βλ. καθυστέρηση ● ΦΡ.: η επί του Όρους Ομιλία: ΕΚΚΛΗΣ. ο ευαγγελικός λόγος του Χριστού που περιλαμβάνει τους μακαρισμούς και την Κυριακή Προσευχή και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της χριστιανικής διδασκαλίας. [< μτγν. ὁμιλία, αγγλ. speech 1: πβ. γαλλ. parole]
διάλεκτος
διάλεκτοςδι-ά-λε-κτος ουσ. (θηλ.) {διαλέκτ-ου | -ων, -ους}: ΓΛΩΣΣ. γλωσσική ποικιλία γεωγραφικής περιοχής που διαφοροποιείται αισθητά από την κοινή γλώσσα ως προς το λεξιλόγιο, τη γραμματική ή την προφορά: η κρητική/κυπριακή/ποντιακή ~. Η αττική/δωρική/ιωνική ~ της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Το Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων (της Ακαδημίας Αθηνών). Πβ. ντοπιολαλιά. Βλ. ιδίωμα.|| Κοινωνική ~ (= κοινωνιόλεκτος). Στη λαϊκή ~ο (= λαϊκιστί). Βλ. ιδιόλεκτος. [< μτγν. διάλεκτος, γαλλ. dialecte, αγγλ. dialect, γερμ. Dialekt]
καθυστέρηση
καθυστέρησηκα-θυ-στέ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθυστερώ: αδικαιολόγητη/απαράδεκτη/μικρή/πολύωρη ~. Συγγνώμη για την ~! Το τρένο είχε μια ώρα ~ (εξαιτίας μηχανικού προβλήματος). Το δέμα ήρθε με/μετά από ~ μιας εβδομάδας. Σημειώθηκαν ~ήσεις στα δρομολόγια των πλοίων (λόγω ισχυρών ανέμων). Η απεργία/κακοκαιρία προκάλεσε ~ήσεις (και ακυρώσεις) πτήσεων.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ στη μετάδοση φωνής/στον ήχο.|| Ρήτρα ~ης (: όρος σε σύμβαση εκτέλεσης έργου, που προβλέπει πρόστιμο σε περίπτωση εκπρόθεσμης παράδοσής του). Τέλη ~ης (: καταβολής φόρου).|| Πολύμηνη ~ των πληρωμών/προσλήψεων. ~ στην έκδοση απόφασης/στη λήψη μέτρων. Να διευθετηθεί το θέμα χωρίς (άλλη) ~! Πβ. αργοπορία, επιβράδυνση, τρενάρισμα, χρονοτριβή. ΑΝΤ. επιτάχυνση.|| (προφ., για γυναίκα) Έχει ~ (ενν. περιόδου). Βλ. χρονο~. ΑΝΤ. επίσπευση 2. υπανάπτυξη: κοινωνική/οικονομική/πολιτιστική/τεχνολογική ~. Πβ. στασιμότητα.3. ΜΟΥΣ. παράταση του φθόγγου μιας συγχορδίας. Βλ. διάνθισμα. ● καθυστερήσεις (οι) (στο ποδόσφαιρο): ΑΘΛ. παράταση της κανονικής διάρκειας του αγώνα: γκολ/νίκη/πέναλτι στις ~ (= στα χασομέρια). Έχασαν/ισοφάρισαν στην εκπνοή/στο πρώτο λεπτό των ~ήσεων. Ο διαιτητής κρατάει ~ (: λόγω αλλαγών, τραυματισμών, φάουλ). ● ΣΥΜΠΛ.: καθυστέρηση του λόγου/της ομιλίας: επιβράδυνση της γλωσσικής εξέλιξης· ειδικότ. διαταραχή κατά την οποία ένα παιδί δεν ακολουθεί τον μέσο όρο των υπολοίπων στην ανάπτυξη του λόγου. Βλ. αφασία, δυσφωνία, λογοθεραπεία, τραυλισμός., νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση βλ. υστέρηση ● ΦΡ.: κάνω καθυστέρηση: (στο ποδόσφαιρο) ενεργώ έτσι, ώστε να παρακωλύω εσκεμμένα την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα: Οι παίκτες έπεφταν συχνά κάτω, για να ~ουν ~. Πβ. ροκανίζω τον χρόνο. [< γαλλ. retard]
κήρυγμα
κήρυγμακή-ρυγ-μα ουσ. (ουδ.) {κηρύγμ-ατος | -ατα} 1. ΕΚΚΛΗΣ. λόγος θρησκευτικού ή/και γενικότ. ηθικοπλαστικού περιεχομένου που συνήθ. εκφωνείται σε ναούς: αποστολικό/ευαγγελικό/κυριακάτικο/ορθόδοξο ~. Το ~ του Ευαγγελίου/του Χριστού (: η διδασκαλία του). ~ από (του) άμβωνος. Πβ. διδαχή.2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) λόγος που έχει σκοπό να υπαγορεύσει το σωστό και να ωθήσει στην ορθή συμπεριφορά: Μου έκανε ~. Άσε τα ~ατα (: ενοχλητικές παραινέσεις). Πβ. δασκάλεμα, ηθικολογία.3. ιδεολογικές κυρ. απόψεις που διατυπώνονται δημοσίως με σκοπό να επηρεάσουν την κοινή γνώμη: αντιπολεμικό/εθνικιστικό/επαναστατικό/πατριωτικό/πολιτικό ~. ~ατα μίσους. ~ για ισότητα. Βλ. προπαγάνδα. ● Υποκ.: κηρυγματάκι [< 1: μτγν. κήρυγμα]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.