Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ομοφυλοφιλία [ὁμοφυλοφιλία] ο-μο-φυ-λο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): σεξουαλικός προσανατολισμός ή σεξουαλική συμπεριφορά προσώπου που έλκεται από, έρχεται σε επαφή ή/και συνάπτει σχέσεις με άτομα του ίδιου φύλου: ανδρική/γυναικεία ~. Πβ. Βλ. αμφιφυλο-, ετεροφυλο-φιλία. [< γερμ. Homosexualität, γαλλ. homosexualité, αγγλ. homosexuality]