Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ομόφυλος , η, ο [ὁμόφυλος] ο-μό-φυ-λος επίθ. ΑΝΤ. ετερόφυλος 1. που ανήκει στο ίδιο φύλο με κάποιον άλλο: Ταύτιση του παιδιού με τον ~ο γονέα.|| (καταχρ. ομοφυλόφιλος:) ~ο: ζευγάρι. (ως ουσ.) Σχέση μεταξύ ομοφύλων. 2. που ανήκει στην ίδια φυλή ή έθνος: ~ες: (κοινωνικές) ομάδες.|| (ως ουσ.) Κοινότητα ομοφύλων. ΣΥΝ. ομογενής (1), ομοεθνής ΑΝΤ. αλλόφυλος [< αρχ. ὁμόφυλος 1: αγγλ. homophile, 1945, γαλλ. ~, περ. 1970,]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.