Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ομόφυλος , η, ο [ὁμόφυλος] ο-μό-φυ-λος επίθ. ΑΝΤ. ετερόφυλος 1. που ανήκει στο ίδιο φύλο με κάποιον άλλο: Ταύτιση του παιδιού με τον ~ο γονέα.|| (καταχρ. ομοφυλόφιλος:) ~ο: ζευγάρι. (ως ουσ.) Σχέση μεταξύ ομοφύλων. 2. που ανήκει στην ίδια φυλή ή έθνος: ~ες: (κοινωνικές) ομάδες.|| (ως ουσ.) Κοινότητα ομοφύλων. ΣΥΝ. ομογενής (1), ομοεθνής ΑΝΤ. αλλόφυλος [< αρχ. ὁμόφυλος 1: αγγλ. homophile, 1945, γαλλ. ~, περ. 1970,]