ομώνυμος , η, ο [ὁμώνυμος] ο-μώ-νυ-μος επίθ. 1. που έχει κοινή ονομασία με κάποιον ή κάτι άλλο: Η ταινία είναι βασισμένη στο ~ο βιβλίο. Η πόλη είναι πρωτεύουσα του ~ου νομού. Βλ. ομότιτλος, -ώνυμος.2. ΓΛΩΣΣ. (για λέξεις) που προφέρονται ή/και γράφονται με τον ίδιο τρόπο, αλλά έχουν διαφορετική σημασία: Οι λέξεις "χήρος" και "χοίρος" είναι ~ες.|| (ως ουσ.) Τα ~α. Πβ. ομόφωνος. Βλ. ομόγραφος, ομόηχος.3. ΦΥΣ. που έχει το ίδιο (θετικό ή αρνητικό) φορτίο ή την ίδια ελκτική ικανότητα με κάποιον ή κάτι άλλο: Οι ~οι μαγνητικοί πόλοι απωθούνται, ενώ οι ετερώνυμοι έλκονται. ● ΣΥΜΠΛ.: ομώνυμα κλάσματα: ΜΑΘ. που έχουν τον ίδιο αριθμό ως παρονομαστή. ΑΝΤ. ετερώνυμα κλάσματα ● ΦΡ.: τα ετερώνυμα έλκονται (τα ομώνυμα απωθούνται) βλ. έλκω [< 1: αρχ. ὁμώνυμος 2: γαλλ. (πληθ.) homonymes 3: γερμ. gleichmaniger Pol]
έλκω
έλκω[ἕλκω] έλ-κω ρ. (μτβ.) {παρατ. είλκε, έλκοντας, συνήθ. στο ενεστ. θ.} (λόγ.) 1. (για άνθρωπο) τραβώ κάτι προς το μέρος μου ή (για όχημα) ρυμουλκώ: Έλξατε (: επιγραφή σε είσοδο, ενν. την πόρτα. ΑΝΤ. ωθήσατε).|| Αυτοκίνητο που ~ει σκάφος/τροχόσπιτο (βλ. ρυμουλκούμενο). ΑΝΤ. σπρώχνω (1) 2. (μτφ.) προσελκύω, γοητεύω: Τι σε ~ει (= ελκύει) στο αντίθετο φύλο; Τους ~ουν οι μεγάλες ιδέες. ~εται ερωτικά από … ~ονται από την επιθυμία να ... Πβ. θέλγω, μαγνητίζω, σαγηνεύω. ΑΝΤ. απωθώ (2) 3. ΦΥΣ. {στο γ' πρόσ.} (για σώμα) ασκώ έλξη σε κάτι: Ο μαγνήτης ~ει τα ρινίσματα. Η Σελήνη ~εται από τη Γη. ΑΝΤ. απωθώ (4) ● ΦΡ.: έλκω το γένος/την καταγωγή/τις ρίζες (επίσ.): κατάγομαι, προέρχομαι (από κάπου): ~ει ~ του από τη ... Η μουσική του ~ει τις ρίζες της από την παράδοση., τα ετερώνυμα έλκονται (τα ομώνυμα απωθούνται)1. ΦΥΣ. αρχή σύμφωνα με την οποία το θετικό ηλεκτρικό φορτίο ασκεί έλξη στο αρνητικό, ενώ απωθεί το όμοιό του (και αντίστροφα). 2. & τα αντίθετα έλκονται: (μτφ.) αμοιβαία έλξη αναπτύσσεται μεταξύ ανθρώπων που έχουν διαφορετικούς χαρακτήρες και άλλα ενδιαφέροντα. ● βλ. ελκόμενος [< αρχ. ἕλκω]
ομόγραφος
ομόγραφος, η, ο [ὁμόγραφος] ο-μό-γρα-φος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που γράφεται το ίδιο με άλλη, αλλά έχει διαφορετική σημασία: Οι λέξεις "ρόκα" (: υφαντικό εργαλείο) και "ρόκα" (: ποώδες φυτό) είναι ~ες. Βλ. ομόηχος, ομώνυμος.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~α ονόματα χώρου (: που μοιάζουν οπτικά με κάποιο όνομα χώρου, επειδή προκύπτουν από ~ους χαρακτήρες του ελληνικού και λατινικού αλφαβήτου, π.χ. eett.gr και εεττ.gr).|| (ως ουσ.) Τα ~α. Βλ. -γραφος. [< μτγν. ὁμόγραφος, γαλλ. homographe, αγγλ. homograph]
ομότιτλος
ομότιτλος, η, ο [ὁμότιτλος] ο-μό-τιτ-λος επίθ.: που έχει τον ίδιο τίτλο με κάποιον ή κάτι άλλο: Η ταινία βασίζεται στο ~ο βιβλίο. Από το άλμπουμ ξεχώρισε το ~ο τραγούδι. Βλ. ομώνυμος.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.