Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ονειρεύομαι [ὀνειρεύομαι] ο-νει-ρεύ-ο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ονειρεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, ονειρευ-τεί (λόγ.) -θεί, -εμένος} 1. βλέπω (κάποιον ή κάτι σε) όνειρο, ενώ κοιμάμαι: Σε ~τηκα χθες. ~τηκε ότι/πως κολυμπούσε. Αν ~τείτε ψάρια, σημαίνει ότι ... (βλ. ονειροκρίτης). 2. (μτφ.) φαντάζομαι, ονειροπολώ: Δεν σταματά να ~εται και να ελπίζει. ~εται και δεν βλέπει την πραγματικότητα. ~εσαι στον ξύπνιο σου. (προφ.-ειρων.) Ναι, καλά, ονειρέψου λίγο ακόμα!|| ~εται δόξα/εκδίκηση/λεφτά/μεγαλεία. Το αμάξι που καθένας ~εται. Είναι ακριβώς αυτό που είχα ~τεί. Αλλιώς τα είχα ~τεί. Πάντα/χρόνια ~όμουν αυτή τη στιγμή. Απέκτησε αυτά που πάντα ~όταν.|| ~εται (: οραματίζεται) έναν καλύτερο κόσμο. 3. (+ να) (μτφ.) εκφράζω έντονη επιθυμία για κάτι, λαχταρώ: ~ (μια μέρα) να γίνω ζωγράφος/να ζήσω στο εξωτερικό/να ταξιδέψω. ● ΦΡ.: ο πεινασμένος/ο νηστικός/όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος επιθυμεί πολύ ή φαντάζεται ότι αποκτά αυτό που του λείπει., κοιμάμαι κι ονειρεύομαι βλ. κοιμάμαι [< μεσν. ονειρεύομαι]

κοιμάμαι

κοιμάμαι[κοιμᾶμαι] κοι-μά-μαι ρ. (αμτβ.) {κοιμ-ήθηκε (λόγ. εκοιμήθη), -ηθεί, (λόγ. μτχ.) -ώμενος, -ισμένος, (λόγ.) ~ηθείς} 1. & (σπάν.-λογοτ.) κοιμούμαι: βρίσκομαι σε κατάσταση ύπνου: ~ βαριά/δύσκολα/ελαφρά (πβ. λαγο~, μισο~, ψιλο~)/εύκολα/καλά/λίγο/μπρούμυτα/στο πλάι/πολύ/σαν μωρό (: ήρεμα, χωρίς έγνοιες). Κάθε μεσημέρι ~άται καμιά ωρίτσα (βλ. σιέστα). ~άται με αναμμένο φως/το στόμα ανοιχτό. Έκανα ότι ~. Έγειρα στο μαξιλάρι και ~ήθηκα αμέσως (πβ. αποκοιμιέμαι, αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα). Δεν ~ήθηκα καθόλου/όλη νύχτα (: είμαι άυπνος, δεν έκλεισα μάτι). ~ούνται στο ίδιο δωμάτιο/σε ξεχωριστά κρεβάτια/χώρια. ~ήθηκα στον καναπέ (: πήρα έναν υπνάκο). ~άται σε παγκάκια/στο πάρκο (: δεν έχει πού να μείνει· βλ. άστεγος). Πβ. ξαπλώνω. Βλ. ξανα~, στραβο~.|| (ειδικότ., πέφτω για ύπνο:) ~ αργά/νηστικός/νωρίς.|| (μτφ.) Η πόλη ~άται (: επικρατεί σιωπή). ΑΝΤ. αγρυπνώ (1), ξενυχτώ (1) 2. (μτφ.) αδρανώ ή αδιαφορώ: Οι εξελίξεις τρέχουν κι αυτός ~άται. Οι αρμόδιοι ~ούνται. Πβ. σταυρώνω τα χέρια. 3. (μτφ.-προφ.) κάνω έρωτα: Έχει ~ηθεί μαζί του/της. Πβ. συνουσιάζομαι. Βλ. ξενο~. ΣΥΝ. πλαγιάζω (2) 4. (κυρ. για Αγίους, ιερωμένους) πεθαίνω: Εκοιμήθη ο μητροπολίτης ... Ο Όσιος ... ~ήθηκε εν ειρήνη. ~άται τον αιώνιο ύπνο (: έχει πεθάνει). Πβ. αναπαύομαι. ● ΦΡ.: κοιμάμαι ήσυχος/ήσυχα (προφ.): δεν ανησυχώ: Μπορείτε να ~άστε ~. [< γαλλ. dormir tranquille] , κοιμάμαι κι ονειρεύομαι (μτφ.-προφ.): ελπίζω ότι θα πραγματοποιηθεί κάτι σχεδόν ακατόρθωτο: ~άται κι ~εται ταξίδια μακρινά.|| (για κάτι ανέλπιστα καλό) Μα τι γίνεται; Μήπως ~ ~ (: βλέπουν καλά τα μάτια μου);, κοιμάμαι όρθιος (προφ.) 1. (μτφ.) για κάποιον που δεν ξέρει τι του γίνεται, που δεν είναι έξυπνος ή δραστήριος: Δεν πήρες πρέφα, αφού ~σαι ~. ΣΥΝ. κοιμάμαι με τα τσαρούχια 2. νυστάζω πάρα πολύ. [< γαλλ. dormir debout] , κοιμάμαι σαν πουλάκι/αρνάκι (προφ.): ήσυχα και ελαφριά., κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει (μτφ.-προφ.): ευνοείται από την τύχη, χωρίς να καταβάλλει καμία προσπάθεια., κοιμάται του καλού καιρού (προφ.) 1. κοιμάται βαθιά. 2. (μτφ.) δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει: Ο κόσμος διαμαρτύρεται κι αυτοί ~ούνται ~., κοιμήθηκε ο θεός (νεαν. αργκό): (για ομάδα ή αθλητή) που με πολλή τύχη πετυχαίνει κάτι δύσκολο κι απρόσμενο: ~ ~ και πήρε το κύπελλο. Βλ. κατορθώνει το ακατόρθωτο., μ' αυτό το πλευρό να κοιμάσαι! (προφ.-ειρων.): όσα λες δεν ισχύουν ή δεν θα πραγματοποιηθούν., με στραβό αν κοιμηθείς, το πρωί θ' αλληθωρίζεις (παροιμ.): για τις επιπτώσεις που έχουν οι κακές κυρ. συναναστροφές. Πβ. μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις., κοιμάμαι με τα τσαρούχια βλ. τσαρούχι, κοιμάμαι/ξυπνώ με τις κότες βλ. κότα, κοιμάται τον ύπνο του δικαίου βλ. ύπνος, όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς) βλ. στρώνω ● βλ. κεκοιμημένος [< μεσν. κοιμάμαι, κοιμούμαι 3: αγγλ. sleep]