ονομάζω [ὀνομάζω] ο-νο-μά-ζω ρ. (μτβ.) {ονόμα-σα, ονομά-στηκα, -σμένος, ονομαζ-όμενος. -οντας} 1. δίνω όνομα: ~σαν την κόρη τους ... Πώς έχεις ~σει τη γάτα/τον σκύλο σου; Το συγκρότημα ~σε το νέο του άλμπουμ ...|| Η οδός ~στηκε (πβ. ονοματο-δοτώ, -θετώ).|| ~σμένος: πλανήτης. Πρόσφατα ~σμένες ποικιλίες φυτών.2. προσδίδω συγκεκριμένη ιδιότητα, χαρακτηρίζω: ~ει (: αποκαλεί) τον εαυτό του ειδήμονα, ενώ δεν γνωρίζει πολλά για το θέμα. Δεν βρίσκω την κατάλληλη λέξη, για να το ~σω. Τον ~σαν ευεργέτη του νησιού.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ει (= βαφτίζει) την τυπολατρία παράδοση. Την κατάσταση αυτή, μόνο αποδιοργάνωση μπορώ να την ~σω. Βλ. επ~, προσ~.3. κατονομάζω: Καθώς μεγαλώνει το παιδί, αναγνωρίζει και ~ει αντικείμενα του περιβάλλοντός του. Να ~σετε τις παρακάτω χημικές ενώσεις.|| Αρνήθηκε να ~σει (πβ. ονοματίζω) τον συνένοχό του.4. αναθέτω σε κάποιον συγκεκριμένα καθήκοντα ή διορίζω: Ο δήμαρχος ~σε νέους αντιδημάρχους. ● Παθ.: ονομάζομαι: λέγομαι: (επίσ.) Πώς ~εστε;|| Το λυκόσκυλο ~εται αλλιώς και γερμανικός ποιμενικός. Οργανικές ~ονται οι χημικές ενώσεις που ... [< αρχ. ὀνομάζω]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.