Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ονομάζω [ὀνομάζω] ο-νο-μά-ζω ρ. (μτβ.) {ονόμα-σα, ονομά-στηκα, -σμένος, ονομαζ-όμενος. -οντας} 1. δίνω όνομα: ~σαν την κόρη τους ... Πώς έχεις ~σει τη γάτα/τον σκύλο σου; Το συγκρότημα ~σε το νέο του άλμπουμ ...|| Η οδός ~στηκε (πβ. ονοματο-δοτώ, -θετώ).|| ~σμένος: πλανήτης. Πρόσφατα ~σμένες ποικιλίες φυτών. 2. προσδίδω συγκεκριμένη ιδιότητα, χαρακτηρίζω: ~ει (: αποκαλεί) τον εαυτό του ειδήμονα, ενώ δεν γνωρίζει πολλά για το θέμα. Δεν βρίσκω την κατάλληλη λέξη, για να το ~σω. Τον ~σαν ευεργέτη του νησιού.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ει (= βαφτίζει) την τυπολατρία παράδοση. Την κατάσταση αυτή, μόνο αποδιοργάνωση μπορώ να την ~σω. Βλ. επ~, προσ~. 3. κατονομάζω: Καθώς μεγαλώνει το παιδί, αναγνωρίζει και ~ει αντικείμενα του περιβάλλοντός του. Να ~σετε τις παρακάτω χημικές ενώσεις.|| Αρνήθηκε να ~σει (πβ. ονοματίζω) τον συνένοχό του. 4. αναθέτω σε κάποιον συγκεκριμένα καθήκοντα ή διορίζω: Ο δήμαρχος ~σε νέους αντιδημάρχους. ● Παθ.: ονομάζομαι: λέγομαι: (επίσ.) Πώς ~εστε;|| Το λυκόσκυλο ~εται αλλιώς και γερμανικός ποιμενικός. Οργανικές ~ονται οι χημικές ενώσεις που ... [< αρχ. ὀνομάζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.