Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ονομαστική [ὀνομαστική] ο-νο-μα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. η πτώση στην οποία τίθενται το υποκείμενο, το κατηγορούμενο και οι ονοματικοί προσδιορισμοί σε μία πρόταση: ~ ενικού/πληθυντικού αριθμού. Βλ. αιτιατική, γενική, κλητική. [< μτγν. ὀνομαστική]

αιτιατική

αιτιατική[αἰτιατική] αι-τι-α-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. μία από τις πλάγιες πτώσεις, στην οποία τίθεται το άμεσο αντικείμενο του ρήματος ή εκφράζει διάφορες επιρρηματικές σχέσεις: ~ ενικού/πληθυντικού αριθμού. Κατάληξη ~ής. ~ του χρόνου. ● ΣΥΜΠΛ.: αιτιατική της αναφοράς (/του "κατά τι") (στην αρχ. ελλην. γλ.): ΓΡΑΜΜ. ετερόπτωτος ονοματικός ή επιρρηματικός προσδιορισμός που δηλώνει την αναφορά, την έννοια του "ως προς κάτι", "σχετικά με κάτι". [< μτγν. αἰτιατική]