οξυγόνο [ὀξυγόνο] ο-ξυ-γό-νο ουσ. (ουδ.) 1. ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο αέριο (σύμβ. O, Ζ 8) που αποτελεί κύριο συστατικό του ατμοσφαιρικού αέρα, είναι απαραίτητο για την αναπνοή, τη ζωή και την καύση των στοιχείων, με τα περισσότερα από τα οποία σχηματίζει ενώσεις (οξείδια): ατομικό/διαλυμένο/ελεύθερο/ενεργό/ιατρικό/ιονισμένο/καθαρό/μοριακό/υγρό ~. Άτομα/μόρια ~ου. Απορρόφηση/έλλειψη/επίπεδα/κατανάλωση/κορεσμός/περιεκτικότητα (π.χ. στο νερό)/ποσοστά/πρόσληψη/στέρηση ~ου. Ο κύκλος του ~ου. Υψηλή/χαμηλή συγκέντρωση ~ου στο αίμα. ~ υψηλής ροής. Μεταφορά ~ου στο έμβρυο. Τροφοδοσία των ιστών με ~.|| Αισθητήρας/αναλυτής/συμπυκνωτής ~ου.2. (συνεκδ.) καθαρός αέρας: Πάμε στην εξοχή να αναπνεύσουμε λίγο ~.|| (μτφ.) Πνεύμονες ~ου (: τα δάση).3. (μτφ.) για καθετί που είναι ουσιαστικό, καίριας σημασίας: Η δημιουργία είναι το ~ της ύπαρξής του. ● ΣΥΜΠΛ.: μάσκα οξυγόνου: ΤΕΧΝΟΛ. αναπνευστική συσκευή χορήγησης οξυγόνου (από φιάλη), η οποία εφαρμόζεται στο στόμα και τη μύτη: Ο ασθενής αναπνέει με τη βοήθεια ~ας ~. Πέταξε σε μεγάλο ύψος χωρίς ~ ~. [< αγγλ. oxygen mask, 1920] , φιάλη οξυγόνου: ΤΕΧΝΟΛ. που περιέχει οξυγόνο: φορητή ~ ~. Αναπνευστήρας που λειτουργεί με ~ ~. ~ ~ για οξυγονοκολλήσεις. Έκαναν κατάδυση με ~ες ~. [< γαλλ. oxygène, αγγλ. oxygen]
οξυγονοθεραπεία [ὀξυγονοθεραπεία] ο-ξυ-γο-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος η οποία βασίζεται στην παροχή οξυγόνου, ιδ. σε περιπτώσεις υποξίας: κατ' οίκον/χρόνια ~. Συσκευές ~ας.|| Καθαρισμός και ~ προσώπου (: για την οξυγόνωση των κυττάρων του δέρματος). Βλ. -θεραπεία. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερβαρική οξυγονοθεραπεία: ιατρική μέθοδος χορήγησης οξυγόνου σε πιέσεις μεγαλύτερες της ατμοσφαιρικής μέσα σε ειδικούς θαλάμους. [< αγγλ. hyperbaric oxygen therapy (HBOT)] [< πβ. γαλλ. oxygénothérapie, 1917]
οξυγονοκόλληση [ὀξυγονοκόλληση] ο-ξυ-γο-νο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος συγκόλλησης μετάλλων με φλόγα υψηλής θερμοκρασίας η οποία παράγεται από την καύση εύφλεκτου αερίου (συνήθ. υδρογόνου ή ακετυλενίου) με οξυγόνο: γάντι/γυαλιά/μάσκα/συσκευή/φιάλες ~ης. Βλ. ηλεκτροσυγ-, κασσιτερο-κόλληση. [< αγγλ. oxyacetylene/oxygen-acetylene welding, oxywelding]
οξυγονοκοπή [ὀξυγονοκοπή] ο-ξυ-γο-νο-κο-πή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος κοπής μετάλλων με τη χρήση φλόγας οξυγόνου-ασετυλίνης. [< αγγλ. oxygen cutting]
οξυγονούχος , α/ος, ο [ὀξυγονοῦχος] ο-ξυ-γο-νού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει οξυγόνο: ~ες: ενώσεις/ομάδες. ~α: οξέα. Βλ. -ούχος2. ● ΣΥΜΠΛ.: οξυγονούχο ύδωρ: οξυζενέ. [< γαλλ. oxygéné, αγγλ. oxygenous, oxygenic]
-θεραπεία
-θεραπεία: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν θεραπεία με βάση συγκεκριμένη τεχνική ή μέθοδο: αντιβιο~/ορμονο~/φαρμακο~. Αερο~/ακτινο~/βελονο~/ηλεκτρο~/θαλασσο~/θερμο~/κινησιο~/κρυο~/λουτρο~/μεσο~/οζονο~/ραδιο~/υδρο~/φυσικο~/φωτο~/χημειο~. Aρωματο~/βοτανο~/γεμο~/κρυσταλλο~/σοκολατο~/φυτο~/χρωματο~. Δραματο~/εργασιο~/εργο~/μουσικο~/χορο~. Λογο~/ψυχο~. Ιππο~.|| Απο~.
-ούχος2
-ούχος2, α/ος, ο: επίθημα λόγιων επιθέτων με αναφορά σε συγκεκριμένο συστατικό του προσδιοριζόμενου: αερι~/αλκοολ~/ανθρακ~/βιταμιν~/θει~/πρωτεϊν~/φωσφορ~/χλωρι~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.