Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 6 εγγραφές  [0-6]


  • οξυγόνο [ὀξυγόνο] ο-ξυ-γό-νο ουσ. (ουδ.) 1. ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο αέριο (σύμβ. O, Ζ 8) που αποτελεί κύριο συστατικό του ατμοσφαιρικού αέρα, είναι απαραίτητο για την αναπνοή, τη ζωή και την καύση των στοιχείων, με τα περισσότερα από τα οποία σχηματίζει ενώσεις (οξείδια): ατομικό/διαλυμένο/ελεύθερο/ενεργό/ιατρικό/ιονισμένο/καθαρό/μοριακό/υγρό ~. Άτομα/μόρια ~ου. Απορρόφηση/έλλειψη/επίπεδα/κατανάλωση/κορεσμός/περιεκτικότητα (π.χ. στο νερό)/ποσοστά/πρόσληψη/στέρηση ~ου. Ο κύκλος του ~ου. Υψηλή/χαμηλή συγκέντρωση ~ου στο αίμα. ~ υψηλής ροής. Μεταφορά ~ου στο έμβρυο. Τροφοδοσία των ιστών με ~.|| Αισθητήρας/αναλυτής/συμπυκνωτής ~ου. 2. (συνεκδ.) καθαρός αέρας: Πάμε στην εξοχή να αναπνεύσουμε λίγο ~.|| (μτφ.) Πνεύμονες ~ου (: τα δάση). 3. (μτφ.) για καθετί που είναι ουσιαστικό, καίριας σημασίας: Η δημιουργία είναι το ~ της ύπαρξής του. ● ΣΥΜΠΛ.: μάσκα οξυγόνου: ΤΕΧΝΟΛ. αναπνευστική συσκευή χορήγησης οξυγόνου (από φιάλη), η οποία εφαρμόζεται στο στόμα και τη μύτη: Ο ασθενής αναπνέει με τη βοήθεια ~ας ~. Πέταξε σε μεγάλο ύψος χωρίς ~ ~. [< αγγλ. oxygen mask, 1920] , φιάλη οξυγόνου: ΤΕΧΝΟΛ. που περιέχει οξυγόνο: φορητή ~ ~. Αναπνευστήρας που λειτουργεί με ~ ~. ~ ~ για οξυγονοκολλήσεις. Έκαναν κατάδυση με ~ες ~. [< γαλλ. oxygène, αγγλ. oxygen]
  • οξυγονοθεραπεία [ὀξυγονοθεραπεία] ο-ξυ-γο-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος η οποία βασίζεται στην παροχή οξυγόνου, ιδ. σε περιπτώσεις υποξίας: κατ' οίκον/χρόνια ~. Συσκευές ~ας.|| Καθαρισμός και ~ προσώπου (: για την οξυγόνωση των κυττάρων του δέρματος). Βλ. -θεραπεία. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερβαρική οξυγονοθεραπεία: ιατρική μέθοδος χορήγησης οξυγόνου σε πιέσεις μεγαλύτερες της ατμοσφαιρικής μέσα σε ειδικούς θαλάμους. [< αγγλ. hyperbaric oxygen therapy (HBOT)] [< πβ. γαλλ. oxygénothérapie, 1917]
  • οξυγονοκόλληση [ὀξυγονοκόλληση] ο-ξυ-γο-νο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος συγκόλλησης μετάλλων με φλόγα υψηλής θερμοκρασίας η οποία παράγεται από την καύση εύφλεκτου αερίου (συνήθ. υδρογόνου ή ακετυλενίου) με οξυγόνο: γάντι/γυαλιά/μάσκα/συσκευή/φιάλες ~ης. Βλ. ηλεκτροσυγ-, κασσιτερο-κόλληση. [< αγγλ. oxyacetylene/oxygen-acetylene welding, oxywelding]
  • οξυγονοκολλητής [ὀξυγονοκολλητής] ο-ξυ-γο-νο-κολ-λη-τής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικός στην οξυγονοκόλληση: ηλεκτροσυγκολλητής-~. [< αγγλ. oxyacetylene welder, oxywelder]
  • οξυγονοκοπή [ὀξυγονοκοπή] ο-ξυ-γο-νο-κο-πή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος κοπής μετάλλων με τη χρήση φλόγας οξυγόνου-ασετυλίνης. [< αγγλ. oxygen cutting]
  • οξυγονούχος , α/ος, ο [ὀξυγονοῦχος] ο-ξυ-γο-νού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει οξυγόνο: ~ες: ενώσεις/ομάδες. ~α: οξέα. Βλ. -ούχος2. ● ΣΥΜΠΛ.: οξυγονούχο ύδωρ: οξυζενέ. [< γαλλ. oxygéné, αγγλ. oxygenous, oxygenic]

-θεραπεία

-θεραπεία: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν θεραπεία με βάση συγκεκριμένη τεχνική ή μέθοδο: αντιβιο~/ορμονο~/φαρμακο~. Αερο~/ακτινο~/βελονο~/ηλεκτρο~/θαλασσο~/θερμο~/κινησιο~/κρυο~/λουτρο~/μεσο~/οζονο~/ραδιο~/υδρο~/φυσικο~/φωτο~/χημειο~. Aρωματο~/βοτανο~/γεμο~/κρυσταλλο~/σοκολατο~/φυτο~/χρωματο~. Δραματο~/εργασιο~/εργο~/μουσικο~/χορο~. Λογο~/ψυχο~. Ιππο~.|| Απο~.

-ούχος2

-ούχος2, α/ος, ο: επίθημα λόγιων επιθέτων με αναφορά σε συγκεκριμένο συστατικό του προσδιοριζόμενου: αερι~/αλκοολ~/ανθρακ~/βιταμιν~/θει~/πρωτεϊν~/φωσφορ~/χλωρι~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.