Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • οπλίτης [ὁπλίτης] ο-πλί-της ουσ. (αρσ.) {οπλιτών} ΣΤΡΑΤ. 1. υπαξιωματικός στις Ένοπλες Δυνάμεις, σε αντιδιαστολή με τον αξιωματικό και τον ανθυπασπιστή, καθώς και ο στρατιώτης, ο ναύτης ή ο σμηνίτης: επαγγελματίας ~ (ακρ. ΕΠ.ΟΠ.). 2. (ειδικότ.) στρατιώτης που υπηρετεί τη θητεία του στον Στρατό Ξηράς, σε αντιδιαστολή με τον ναύτη ή τον σμηνίτη. Πβ. φαντάρος. 3. ΑΡΧ. (στην αρχαία Ελλάδα) στρατιώτης που έφερε βαριά αμυντική πανοπλία (κράνος, κνημίδες, ασπίδα): φάλαγγα ~ών. [< αρχ. ὁπλίτης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.