Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • οπλίτης [ὁπλίτης] ο-πλί-της ουσ. (αρσ.) {οπλιτών} ΣΤΡΑΤ. 1. υπαξιωματικός στις Ένοπλες Δυνάμεις, σε αντιδιαστολή με τον αξιωματικό και τον ανθυπασπιστή, καθώς και ο στρατιώτης, ο ναύτης ή ο σμηνίτης: επαγγελματίας ~ (ακρ. ΕΠ.ΟΠ.). 2. (ειδικότ.) στρατιώτης που υπηρετεί τη θητεία του στον Στρατό Ξηράς, σε αντιδιαστολή με τον ναύτη ή τον σμηνίτη. Πβ. φαντάρος. 3. ΑΡΧ. (στην αρχαία Ελλάδα) στρατιώτης που έφερε βαριά αμυντική πανοπλία (κράνος, κνημίδες, ασπίδα): φάλαγγα ~ών. [< αρχ. ὁπλίτης]