Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ορίζω [ὁρίζω] ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {όρι-σα, ορί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, ορίζ-οντας, -όμενος, (λόγ.) ουδ. μτχ. -ον} 1. (συνήθ. για επίσημη Αρχή ή έγγραφο) υπαγορεύω ρητά, καθορίζω: Το άρθρο/ο κανονισμός/ο νόμος/η προκήρυξη/το Σύνταγμα ~ει ότι ... Βάσει όσων ~ει η εγκύκλιος ... Η σύμβαση ~ει σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών. Σύμφωνα με αυτά που ~ονται από τις διατάξεις ... Πβ. επιβάλλω. 2. παίρνω οριστική συνήθ. απόφαση, κανονίζω: Δεν ~σαν (: έκλεισαν) ακόμα ημερομηνία γάμου/συνάντηση. Στα ... ευρώ αναμένεται να ~στεί η τιμή του νέου μοντέλου (αυτοκινήτου). ~στηκε η δικάσιμος της προσφυγής/προθεσμία υποβολής των αιτήσεων. Ως πρωταρχικός στόχος ~στηκε ... Πβ. προσδι~. 3. αναθέτω αρμοδιότητα ή καθήκον· διορίζω: Η επιτροπή ~σε ομόφωνα τα τακτικά μέλη. ~στηκε διευθυντής/σύμβουλος/υπεύθυνος/υπουργός. Πβ. τοποθετώ. 4. δίνω τον ορισμό μιας έννοιας: Πώς ~εις τη λέξη ...; Η γλώσσα ~εται ως ... (ΦΙΛΟΣ.) Στην ταυτολογική πρόταση το ~ον περιέχει το ~όμενο. 5. οριοθετώ: Γραμμές που ~ουν τις λωρίδες κυκλοφορίας.|| Η περιοχή ~εται βόρεια από τον ποταμό ... 6. ελέγχω, εξουσιάζω: Ο καθένας ~ει τη ζωή/τύχη του.|| Νέες τάσεις που ~ουν (: διαμορφώνουν) τη μόδα.|| (παλαιότ.) Τσιφλικάς που ~ζε όλη την περιοχή. 7. (σπάν.-λαϊκό) διατάζω: Θα κάνω ό,τι ~εις. Πβ. προστάζω. ● ΦΡ.: καλώς όρισες/ορίσατε & καλωσόρισες/καλωσορίσατε: καλώς ήρθες, καλώς ήρθατε. Βλ. καλωσόρισμα. [< αρχ. ὁρίζω]

καλωσόρισμα

καλωσόρισμακα-λω-σό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλωσορίζω: εγκάρδιο/επίσημο/ζεστό/θερμό/τυπικό/φιλικό ~. ~ των πρωτοετών από τον Πρόεδρο του Τμήματος. Επιστολή/μήνυμα/ποτό ~ατος. Γιορτή για το ~ της νέας χρονιάς. Eυχές/συστάσεις και ~ατα. ΣΥΝ. προϋπάντηση, υποδοχή (1)