Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ορθόφρων , ων, ον [ὀρθόφρων] ορ-θό-φρων επίθ. (σπάν.-λόγ.): που σκέφτεται συνετά, λογικά: ~ονες: πολίτες. Βλ. -φρων. [< μεσν. ορθόφρων]

-φρων

-φρων, ων, ον {-φρονος | -φρονες (ουδ. -φρονα), -φρόνων} (λόγ.) & (προφ.) -φρονας: επίθημα που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο συνήθ. πρόσωπο χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένο τρόπο σκέψης: ά~/εχέ~/σώ~. Μετριό~.|| Eθνικό~.|| Παρά~.