Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ορχήστρα [ὀρχήστρα] ορ-χή-στρα ουσ. (θηλ.) {ορχηστρών} 1. ΜΟΥΣ. μικρό ή μεγάλο σύνολο μουσικών με όργανα που εκτελούν μουσικές συνθέσεις· ο χώρος μεταξύ της σκηνής και της πλατείας στον οποίο οι μουσικοί εκτελούν τις αντίστοιχες συνθέσεις: συμφωνική/φιλαρμονική ~. Δημοτική/κλασική/κρατική/λαϊκή/μαθητική/μοντέρνα/πολυεθνική/στρατιωτική/σύγχρονη/τζαζ ~. ~ (νυκτών) εγχόρδων/κρουστών/(χάλκινων) πνευστών. ~ σαξοφώνων. ~ Νέων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διευθυντής (= μαέστρος)/πόντιουμ/ρεπερτόριο/συναυλία ~ας. Η ~ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής/Όπερας. Κοντσέρτο για βιολί/πιάνο και ~. Τραγούδια για φωνή και ~. Παραδοσιακή ~ και χορωδία του μουσικού σχολείου ... Η ~ θα ερμηνεύσει/παρουσιάσει έργα των ... Με τη συνοδεία ζωντανής/πολυμελούς ~ας. Βλ. μπάντα.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Άνθρωπος-~ (: που παίζει πολλά μουσικά όργανα· μτφ. που ασχολείται με πολλά πράγματα ταυτόχρονα, πολυπράγμων). Παίκτης-~ (: με μοναδικές ικανότητες, πβ. παικταράς).|| (μτφ.) Καλοκουρδισμένη ~. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (ημι)κυκλικό τμήμα του αρχαίου θεάτρου μπροστά από τη σκηνή που προοριζόταν για τον χορό: διάμετρος/περιφέρεια της ~ας. Βλ. κοίλο(ν). ● ΣΥΜΠΛ.: ορχήστρα δωματίου βλ. δωμάτιο, τύμπανο ορχήστρας βλ. τύμπανο [< 1: γαλλ. orchestre 2: αρχ. ὀρχήστρα]

δωμάτιο

δωμάτιοδω-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {δωματί-ου | -ων}: εσωτερικός κύριος χώρος (διαμερίσματος, σπιτιού, κτίσματος, ξενοδοχείου) που χωρίζεται από τους υπόλοιπους: βοηθητικό/βορινό/γωνιακό/επιπλωμένο/παιδικό ~. ~ επισκεπτών/εργασίας/ύπνου (= υπνο~)/υποδοχής (βλ. σαλόνι)/φιλοξενίας (πβ. ξενώνας). Κύρια ~α (: δεν υπολογίζονται σε αυτά το μπάνιο και η κουζίνα). Διαμέρισμα δύο (μεγάλων) ~ων/με δύο ~α (= δυάρι). Μένω στο ίδιο ~/μοιράζομαι το ~ό μου με κάποιον. Πβ. κάμαρα.|| Ακριβό/δίκλινο/μονόκλινο/τρίκλινο/φτηνό ~. ~ νοσοκομείου (πβ. θάλαμος). Κράτηση ~ου. Έκλεισε ~. Ενοικιάζονται ~α για φοιτητές. Βλ. κοιτώνας. ● Υποκ.: δωματιάκι (το) ● Μεγεθ.: δωματιάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δωμάτιο ελέγχου: μικρός χώρος με εξοπλισμό κατάλληλο για επίβλεψη κυρ. της λειτουργίας συστήματος: ~ ~ εικόνας (: σε τηλεοπτικό σταθμό). Πβ. αίθουσα ελέγχου. [< αγγλ. control room, 1927] , ενοικιαζόμενα δωμάτια: κυρ. ως επιγραφή σε τόπους παραθερισμού., θερμοκρασία δωματίου: κανονική, μέση θερμοκρασία (20-25 βαθμοί Κελσίου): Προϊόντα/φάρμακα που διατηρούνται σε ~ ~. [< αγγλ. room temperature, 1924] , μουσική δωματίου: ΜΟΥΣ. σύνθεση για εκτέλεση σε μικρό χώρο από ολιγάριθμη ορχήστρα: ~ ~ με κουαρτέτο εγχόρδων. Βλ. τρίο σονάτα. [< ιταλ. musica da camera, γερμ. Kammermusik] , όπερα δωματίου: ΜΟΥΣ. που έχει σύντομη διάρκεια και παρουσιάζεται με μικρό αριθμό ερμηνευτών και μουσικών· το θέατρο στο οποίο παίζεται., ορχήστρα δωματίου: ΜΟΥΣ. μικρή ορχήστρα που εκτελεί κυρ. έργα μουσικής δωματίου. ΣΥΝ. καμεράτα [< γαλλ. orchestre de chambre, γερμ. Kammerorchester] , υπηρεσία δωματίου: παροχή υπηρεσιών στους πελάτες ξενοδοχείου στο δωμάτιό τους· συνεκδ. το προσωπικό που τους εξυπηρετεί και το αντίστοιχο αρμόδιο τμήμα: Η ~ ~ είναι διαθέσιμη όλο το εικοσιτετράωρο.|| Καλέστε την ~ ~ για άμεση εξυπηρέτηση. ΣΥΝ. ρουμ σέρβις [< αγγλ. room service, 1916] [< αρχ. δωμάτιον ‘μικρό σπίτι, κοιτώνας’, γαλλ. chambre, αγγλ. room]

μπάντα

μπάνταμπά-ντα ουσ. (θηλ.) 1. & πάντα (λαϊκό): πλευρά, πλάι: Γέρνει από την αριστερή/δεξιά/μια ~. Γύρισε από την άλλη ~. Τον περικύκλωσαν από όλες τις ~ες. 2. ΜΟΥΣ. συγκρότημα, γκρουπ και ειδικότ. ορχήστρα με πνευστά και κρουστά όργανα: ερασιτεχνική/ηλεκτρονική/ιστορική/κλασική/μεγάλη/μπλουζ/ροκ/τζαζ/χορευτική ~. Τα μέλη της ~ας. Παίζω σε μια ~. Η ~ θα δώσει επτά συναυλίες.|| Μαθητική/στρατιωτική/συμφωνική/τοπική/φιλαρμονική ~. ~ του δρόμου. Διεύθυνση ~ας. Λιτάνευση της εικόνας με συνοδεία ~ας. Τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα έψαλε η ~ του δήμου. Η ~ παιάνιζε τον εθνικό ύμνο. 3. ζώνη του φάσματος συχνοτήτων: δορυφορική/ραδιοερασιτεχνική/ραδιοφωνική/τηλεοπτική/υψηλή/χαμηλή ~. ~ λειτουργίας. Ηχητική ~ ταινίας. Λήψη στην ~ των FM/UHF. Παράνοµη εκποµπή εκτός ~ας. Λειτουργεί στην ~ των ... γιγαχέρτζ (GHz). Τα FM είναι στην ~ των 88 έως 108 μεγαχέρτζ (MHz). Κεραία αυτοκινήτου HF για όλες τις ~ες. 4. (λαϊκό) επιτοίχιο εργόχειρο. ● ΦΡ.: μπαίνω με τις μπάντες (αργκό): εισβάλλω ορμητικά: Γκαζώνει και ~ει ~ στις στροφές. Μπήκαν ~ στον αγώνα., βάζω στην άκρη/στην μπάντα βλ. άκρη, κάνω στην άκρη/στη(ν) μπάντα βλ. άκρη [< 1: μεσν. μπάντα 2: ιταλ. banda 3: αγγλ. band, 1922]

τύμπανο

τύμπανοτύ-μπα-νο ουσ. (ουδ.) {τυμπάν-ου} 1. ΜΟΥΣ. μεμβρανόφωνο κρουστό όργανο, που αποτελείται από ξύλινο ή μεταλλικό κύλινδρο ποικίλων διαστάσεων, καλυμμένο και στις δύο πλευρές με δέρμα τεντωμένο σφιχτά, το οποίο παίζεται με δύο ξύλινες ράβδους ή με τα χέρια: μπάσο (= γκρανκάσα, κάσα)/στρατιωτικό (πβ. ταμπούρλο) ~. Αφρικανικά ~α (πβ. ταμ-ταμ). Πβ. τούμπανο. Βλ. ντραμς, ταμπούρο. 2. ΑΝΑΤ. λεπτή ημιδιαφανής τεντωμένη μεμβράνη που χωρίζει τον ακουστικό πόρο από το μέσο ους και μεταφέρει τα ηχητικά κύματα στα οστάρια: ρήξη ~ου. ΣΥΝ. τυμπανική μεμβράνη.|| (μτφ.-προφ.) Ο θόρυβος κόντευε να μου σπάσει/τρυπήσει τα ~α (: να με κουφάνει). 3. ΤΕΧΝΟΛ. (σε μηχανήματα, συσκευές) εξάρτημα που έχει τη μορφή περιστρεφόμενου κυλίνδρου: οδοστρωτήρες διπλού/μονού ~ου. ~ βαρούλκου (: για το τύλιγμα του συρματόσχοινου)/πλυντηρίου.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ απεικόνισης (: μέσω του οποίου εκτυπώνονται στο χαρτί οι χαρακτήρες ή οι εικόνες, βλ. μελάνι).|| (ΠΛΗΡΟΦ., παλαιότ.) Μαγνητικό ~ (: εξωτερικό αποθηκευτικό μέσο υπολογιστών με χωρητικότητα 10 Kb, βλ. στικ). 4. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. η τριγωνική εσωτερική επιφάνεια αετώματος. 5. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. πολυγωνικός ή κυκλικός τοίχος, πάνω στον οποίο στερεώνεται θόλος ή τρούλος: οκτάπλευρο/ψηλό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τύμπανο ορχήστρας: ΜΟΥΣ. καθιερωμένο όργανο της συμφωνικής ορχήστρας που αποτελείται από ένα κοίλο μεταλλικό ημισφαίριο καλυμμένο με τεντωμένη μεμβράνη και παίζεται με δύο μπαγκέτες. ● ΦΡ.: τα τύμπανα του πολέμου (μτφ.-λόγ.): προανάκρουσμα πολέμου ή γενικότ. έκρυθμης κατάστασης: Ηχούν ~ ~. [< 1: αρχ. τύμπανον, γαλλ. tympanon, αγγλ. tympanum 2,3,5: γαλλ. tympan 4: μτγν. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.