Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ορύσσω [ὀρύσσω ] ο-ρύσ-σω ρ. (αμτβ.) {όρυ-ξε, -χθηκε, -γμένος} & ορύττω (αρχαιοπρ.): σκάβω, εξορύσσω. [< αρχ. ὀρύσσω]