Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • ορώ [ὁρῶ] ο-ρώ ρ. (αμτβ.) {οράς ... | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (αρχαιοπρ.): βλέπω. Βλ. ιδέ. Κυρ. στη ● ΦΡ.: έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά (λόγ.): η δικαιοσύνη βλέπει τα πάντα και απονέμει το δίκαιο. [< αρχ. ὁρῶ]
  • ορώδης , ης, ες [ὀρώδης] ο-ρώ-δης επίθ. {ορώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που περιέχει ή εκκρίνει ορό ή μοιάζει με αυτόν: ~ης: μεμβράνη/ωτίτιδα. ~ες: καρκίνωμα/υγρό. ~εις: κύστεις. [< μτγν. ὀρώδης]

ΙΔΕ

ΙΔΕ(το): Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.