διαπιδυση [ὄσμωση] ό-σμω-ση ουσ. (θηλ.) & ώσμωση 1. ΧΗΜ. διαδικασία κατά την οποία τα μόρια ενός διαλύτη διαχέονται από το αραιότερο προς το πυκνότερο διάλυμα μέσω μιας ημιπερατής μεμβράνης, προκειμένου να ισοσταθμιστεί η διαφορά στη μοριακή συγκέντρωση των δύο διαλυμάτων. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) αλληλεπίδραση και ειδικότ. σταδιακή και ασυνείδητη διαδικασία αφομοίωσης ή απορρόφησης: κοινωνική/πολιτική ~. ~ των αντιθέσεων/απόψεων/πολιτισμών. Πβ. διαπίδυση, μπόλιασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αντίστροφη όσμωση βλ. αντίστροφος [< γαλλ. osmose, αγγλ. osmosis < αρχ. ὠσμός ‘ώθηση’]
οσμωτικός , ή, ό [ὀσμωτικός] ο-σμω-τι-κός επίθ. & ωσμωτικός: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη διαδικασία της όσμωσης: ~ή: δράση/ενέργεια/ισορροπία. ~ό: δυναμικό/σοκ/φαινόμενο. ~ές: συνθήκες. Βλ. υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οσμωτική πίεση: η διαφορά πίεσης ανάμεσα σε δύο διαλύματα διαφορετικών συγκεντρώσεων, τα οποία διαχωρίζονται από ημιπερατή μεμβράνη: ~ ~ του πλάσματος. [< γαλλ. pression osmotique] [< γαλλ. osmotique, αγγλ. osmotic]
αντίστροφος, η, ο [ἀντίστροφος] α-ντί-στρο-φος επίθ.: που έχει την ακριβώς αντίθετη φορά, διάταξη, σημασία: ~ος: σχεδιασμός. ~η: δημοπρασία (: κατά την οποία γίνονται προσφορές από υποψήφιους πελάτες)/διαδικασία/εικόνα/(ΟΙΚΟΝ.) εφοδιαστική αλυσίδα/κίνηση (τροχού)/μετάφραση (: από φυσική γλώσσα σε ξένη ή νεκρή)/(ΗΛΕΚΤΡ.) πόλωση/πορεία/προοπτική/σειρά/σχέση/φορά. ~ο: ερώτημα/πρόβλημα/ρεύμα. Πβ. ανάστροφος, ανεστραμμένος.|| (ΜΑΘ.) ~ος: μετασχηματισμός. ~η: εξίσωση/συνάρτηση. ~α: σημεία/στοιχεία. Βλ. αντίθετος, -στροφος. ● Ουσ.: αντίστροφο (το): αντίθετη έννοια, κατάσταση λόγω σειράς, σημασίας: Ισχύει/συμβαίνει το (ακριβώς) ~ (= ανάποδο). Η ακτινοβολία μετατρέπεται σε ύλη και το ~. ● επίρρ.: αντίστροφα & (λόγ.) αντιστρόφως:Μετρώ ~. Κάθε μέρα πηγαίνει Αθήνα-Πάτρα και ~ (πβ. και τ' ανάπαλιν). ● ΣΥΜΠΛ.: αντίστροφη μεταγραφή: ΒΙΟΛ. διαδικασία σύνθεσης μονόκλωνου DNA από RNA, με τη βοήθεια του ενζύμου αντίστροφη μεταγραφάση, η οποία συμβαίνει μόνο κατά τον πολλαπλασιασμό των ρετροϊών. [< αγγλ. reverse transcription, 1971] , αντίστροφη μέτρηση1. (μτφ.) για σύντομο χρονικό διάστημα που προηγείται της έναρξης γεγονότος ή της λήξης προθεσμίας και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη εντατικοποίηση των ρυθμών προετοιμασίας: Ξεκίνησε η ~ ~ για το μεγάλο ραντεβού της εθνικής ομάδας ανδρών. Πβ. η αρχή του τέλους, ώρα μηδέν.2. μέτρηση από τους μεγαλύτερους προς τους μικρότερους αριθμούς και κυρ. προς το μηδέν: Άρχισε η ~ ~ για την εκτόξευση του πυραύλου. [< αγγλ. countdown, 1953] , αντίστροφη μηχανική & (σπάν.) ανάστροφη μηχανική: ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία με την οποία ένα σύστημα αναλύεται, ώστε να βρεθούν τα δομικά στοιχεία του και οι μεταξύ τους σχέσεις. [< αγγλ. reverse engineering] , αντίστροφη όσμωση: ΧΗΜ. διέλευση γλυκού, καθαρού νερού μέσα από ημιπερατή συνθετική μεμβράνη, όταν ασκηθεί (υψηλή) πίεση από την πλευρά πυκνότερου διαλύματος, όπως θαλασσινού ή υφάλμυρου νερού, και η αντίστοιχη μέθοδος: αφαλάτωση/δημιουργία (πόσιμου ή αρδευτικού) νερού με ~ ~. Μονάδες/(οικιακά) συστήματα/φίλτρα ~ης ~ης. Βλ. απιονισμός, αποσκλήρυνση, φίλτρανση. [< αγγλ. reverse osmosis, 1955] , αντίστροφο λεξικό: στο οποίο οι λέξεις κατατάσσονται βάσει της αντίστροφης αλφαβητικής σειράς, ξεκινώντας δηλ. από το τελικό γράμμα., αντίστροφοι αριθμοί: ΜΑΘ. που το γινόμενό τους είναι η μονάδα (1)., αντίστροφος πίνακας & (σπάν.) ανάστροφος πίνακας: ΜΑΘ. πίνακας που προκύπτει από την αντικατάσταση των γραμμών με τις στήλες και των στηλών με τις γραμμές., Αντίστροφη Γενετική βλ. γενετική, αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος [< αρχ. ἀντίστροφος, γαλλ. inverse]
-ότητα
-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη).2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.