Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • οστεογένεση [ὀστεογένεση] ο-στε-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. σχηματισμός και ανάπτυξη οστού: διατατική ~ (: τεχνική δημιουργίας ή επιμήκυνσης οστού). Πβ. οστεοποίηση. Βλ. -γένεση. ΣΥΝ. οστέωση ● ΣΥΜΠΛ.: ατελής οστεογένεση: ΙΑΤΡ. γενετική διαταραχή με κύριο χαρακτηριστικό την ευθραυστότητα των οστών. ΣΥΝ. οστεοψαθύρωση [< αγγλ. osteogenesis imperfecta] [< γαλλ. ostéogenèse]

-γένεση

-γένεση: β' συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνει τη γέννηση, τη δημιουργία: αβιο~/αγγειο~/ανθρωπο~/βιο~/εμβρυο~/ιζηματο~/καρκινο~/κοσμο~/κυτταρο~/λιπο~/οργανο~/οστεο~/παθο~/παρα~/παρθενο~/σεισμο~. Πβ. -γονία.