Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • οστεοποίηση [ὀστεοποίηση] ο-στε-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. διαδικασία σύνθεσης των οστών: έκτοπη (: ανάπτυξη οστού στη θέση της άρθρωσης και των παρακείμενων ιστών)/καθυστερημένη ~. ~ του κρανίου. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. οστέωση [< γαλλ. ossification]

-ποίηση

-ποίηση{-ποίησης (λόγ.) -ποιήσεως | σπανιότ. στον πληθ. -ποιήσεις} (λόγ.): επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει ενέργεια, προώθηση συγκεκριμένης διαδικασίας ή και το αποτέλεσμά της: αγιο~/αισθητο~/απομυθο~/εντατικο~/ευαισθητο~/θεο~/μαζο~/στοχο~. Κωδικο~/οπτικο~/σελιδο~. Κεφαλαιο~/μετοχο~/ρευστο~/τιμαριθμο~. Διεθνο~/κομματικο~/παγκοσμιο~/ποινικο~/φτωχο~.