Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 27 εγγραφές  [0-20]


  • ούρα [οὖρα] ού-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΥΣΙΟΛ. -ΙΑΤΡ. υγρό που περιέχει τα άχρηστα προϊόντα του μεταβολισμού του οργανισμού (π.χ. ουρία, ουρικό οξύ), το οποίο απεκκρίνεται από τους νεφρούς, μεταφέρεται στην ουροδόχο κύστη και τελικά αποβάλλεται μέσω της ουρήθρας: πρωινά ~. Ανάλυση/δείγμα/εκτροπή/επίσχεση (ή κατακράτηση)/καλλιέργεια/παλινδρόμηση/πεχά/συλλογή ~ων. Δυσοσμία ~ων (πβ. κατρουλίλα). Γενική (ενν. εξέταση) ~ων. Αίμα/πρωτεΐνες στα ~ (: αιματουρία και πρωτεϊνουρία αντίστοιχα). ΣΥΝ. κάτουρο (1), τσίσα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ακράτεια ούρων βλ. ακράτεια [< αρχ. οὖρον]
  • ουρά [οὐρά] ου-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. -ΖΩΟΛ. απόφυση η οποία αποτελεί προέκταση, συνήθ. μακρόστενη, της ράχης ορισμένων σπονδυλωτών: κομμένη/κοντή/μακριά/φουντωτή ~. Η ~ του αλόγου/της γάτας/του λιονταριού/της σαύρας/της φάλαινας/του φιδιού. Βάση/μήκος/ρίζα της ~άς. Το πτερύγιο της ~άς (του ψαριού)/τα φτερά της ~άς (του πουλιού). Ο σκύλος κουνούσε χαρούμενα την ~ του. Το παγόνι άνοιξε την πολύχρωμη ~ του. 2. (μτφ.) πίσω μέρος, τελευταίο τμήμα ή άκρο αντικειμένου, σχηματισμού ή συνόλου· προσάρτημα: ~ του αεροπλάνου/αυτοκινήτου/χαρταετού. Νυφικό/φόρεμα με ~. Έκοψα τις ~ές των μαλλιών μου.|| Η κεφαλή και η ~ της πορείας.|| (ΑΝΑΤ.) ~ του παγκρέατος. (ΣΤΡΑΤ.) ~ της φάλαγγας (= μετόπισθεν, νώτα, οπισθοφυλακή). (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ του κομήτη (: ροή αερίων, ιόντων ή σωματιδίων σκόνης σε αντίθετη διεύθυνση από εκείνη του Ήλιου).|| Η ομάδα παρέμεινε στην ~ της βαθμολογίας (: από τις τελευταίες). Η χώρα είναι στην ~ των εξελίξεων (πβ. ουραγός). 3. (μτφ.) σύνολο κυρ. προσώπων που στέκονται το ένα πίσω από το άλλο σε σειρά, περιμένοντας να εξυπηρετηθούν: μεγάλη/τεράστια ~ αναμονής. Η αρχή και το τέλος της ~άς. Πρώτος/τελευταίος στην ~. ~ές ταλαιπωρίας σε ιατρεία/νοσοκομεία/ταμεία/τράπεζες. (επιτατ.) Περίμενε/στήθηκε σε μια ατελείωτη ~ για ένα εισιτήριο. (προφ.) Μπείτε στην ~. Πβ. γραμμή.|| Τα οχήματα έκαναν/σχημάτισαν ~ χιλιομέτρων στα διόδια. 4. ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία αποθηκευμένων δεδομένων προς επεξεργασία: πολλαπλές ~ές. ~ εισόδου/εξόδου (του δρομολογητή). ~ εκτύπωσης/προτεραιότητας. Βλ. στοίβα. 5. ΑΝΑΤ. (στον άνθρωπο) κόκκυγας. ● Υποκ.: ουρίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η γάτα με τις εννιά ουρές: είδος μαστιγίου με εννιά λουριά. [< αγγλ. cat o’ nine tails] , πιάνο με ουρά βλ. πιάνο1 ● ΦΡ.: (σιγά) μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου/του ποντικού (παροιμ.-ειρων.): για ασήμαντο γεγονός. Πβ. κάτι τρέχει στα γύφτικα., βγάζει/τραβάει την ουρά/ουρίτσα του (έξω/απέξω): εγκαταλείπει υπόθεση, δραστηριότητα, προκειμένου να μην του καταλογιστούν ευθύνες· κάνει πίσω: Στα δύσκολα τραβάει πάντα την ουρά του ~., με ουρά (προφ.-επιτατ.): για μεγάλη ποσότητα ή για κάτι πολύ σοβαρό: κέρδη ~ ~.|| Ψέμα ~ ~ (: υπερβολικό, χοντρό)., (με) την ουρά στα/κάτω από τα σκέλια/σκέλη βλ. σκέλια, βάζει ο διά(β)ολος την ουρά του βλ. διάβολος, εγώ το λέω του σκύλου μου κι ο σκύλος στην ουρά του βλ. σκύλος, κουνάω την ουρά/ουρίτσα μου (σε κάποιον) βλ. κουνώ, λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά βλ. λεφτά, πίσω έχει η αχλάδα την ουρά βλ. αχλάδα, φάγαμε τον γάιδαρο/το βόδι κι έμεινε η ουρά βλ. γάιδαρος, χρήμα/παράς/φράγκα με ουρά βλ. χρήμα, χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού βλ. μύτη [< αρχ. οὐρά, αγγλ. t(r)ail, queue]
  • ουραγός [οὐραγός] ου-ρα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): τελευταίος σε κατάταξη ή ιεραρχία· κατ' επέκτ. αυτός που θεωρείται ασήμαντος και δεν μπορεί να παρακολουθήσει την πρόοδο, τις εξελίξεις: Η χώρα παραμένει ~ σε θέματα περιβάλλοντος. Η εταιρεία μετατράπηκε από ~ό σε ταγό στον τομέα της ... Πβ. κομπάρσος.|| (ως επίθ.) Η ~ ομάδα της βαθμολογίας. ΑΝΤ. πρωτοπόρος (2) [< αρχ. οὐραγός 'αρχηγός της οπισθοφυλακής']
  • ουραιμία [οὐραιμία] ου-ραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υψηλή συγκέντρωση ουρίας στο αίμα σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Βλ. αζωθαιμία, -αιμία. [< γαλλ. urémie, αγγλ. uremia]
  • ουραιμικός , ή, ό [οὐραιμικός] ου-ραι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ουραιμία: (για πρόσ.) ~οί: ασθενείς.|| ~ή: περικαρδίτιδα. ~ές: τοξίνες. Αιμολυτικό ~ό σύνδρομο (: μικροαγγειοπάθεια που χαρακτηρίζεται από θρομβοπενία, αιμολυτική αναιμία και νεφρική βλάβη). [< γαλλ. urémique, αγγλ. uremic]
  • ουραίος , α, ο [οὐραῖος] ου-ραί-ος επίθ.: που βρίσκεται στην ουρά ή σχετίζεται με αυτή: (ΑΝΑΤ.-ΖΩΟΛ.) ~ο: πτερύγιο (π.χ. καρχαρία).|| (ΑΕΡΟΝ.) ~ος: τροχός (αεροπλάνου). ~ο: πηδάλιο/πτέρωμα/στροφείο (ελικοπτέρου)/τμήμα (ατράκτου). ΑΝΤ. ριναίος ● Ουσ.: ουραίο (το): ΣΤΡΑΤ. στέλεχος του κλείστρου των οπισθογεμών πυροβόλων όπλων: κινητό ~. [< αρχ. οὐραῖος]
  • ουρακίλη [οὐρακίλη] ου-ρα-κί-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νουκλεοτιδική βάση του RNA που ανήκει στις πυριμιδίνες. Βλ. αδενίνη, γουανίνη, θυμίνη, κυτοσίνη, ουριδίνη, πουρίνη. [< αγγλ. uracil, γαλλ. uracile, 1903]
  • ουρακοτάγκος [οὐρακοτάγκος] ου-ρα-κο-τά-γκος ουσ. (αρσ.) & ουραγκοτάγκος 1. ΖΩΟΛ. δενδρόβιος, φυτοφάγος, μεγαλόσωμος πίθηκος (επιστ. ονομασ. Pongo pygmaeus), κοκκινωπού χρώματος, με πολύ μακριά χέρια χωρίς τρίχωμα, που ζει στα δάση της Ινδονησίας και ανήκει στα ανθρωποειδή. Βλ. γίββωνας, γορίλας, χιμπατζής. 2. (μτφ.-μειωτ.) σωματώδης, άσχημος άνδρας, με άξεστη συμπεριφορά. Πβ. αγριάνθρωπος. [< γαλλ. orang-outan, αγγλ. orangutan ‘άνθρωπος του δάσους’]
  • ουρανής , -ιά, -ί [οὐρανής] ου-ρα-νής επίθ.: που έχει το ανοιχτό γαλάζιο χρώμα του ουρανού: ~ί: πουκάμισο. Βλ. θαλασσής. ● Ουσ.: ουρανί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα.
  • ουράνια [οὐράνια] ου-ρά-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {ουρανίων} (κυρ. λογοτ.): ουρανός: Ο άνεμος σήκωσε ψηλά στα ~ το μπαλόνι.|| (μτφ.) Η νίκη της ομάδας έστειλε τους οπαδούς της στα ~ (: τους έκανε πολύ ευτυχισμένους). Η μουσική του μας πάει/ταξιδεύει στα ~ (: ως τ' αστέρια, μας σαγηνεύει). (επιτατ.) Η τιμή της βενζίνης έφτασε στα ~ (: στα ύψη, απογειώθηκε).|| Πέρασε στα ~ (: απεβίωσε, πβ. επ~). ● ΦΡ.: ανεβάζω κάποιον στα ουράνια βλ. ανεβάζω, βρίσκομαι/πετώ στα σύννεφα/στα ουράνια βλ. σύννεφο [< μτγν. τά οὐράνια]
  • ουρανικός , ή, ό [οὐρανικός] ου-ρα-νι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για φθόγγο) που παράγεται όταν το μπροστινό μέρος της γλώσσας ακουμπά στο σκληρό τμήμα του ουρανίσκου: ~ή: προφορά. ~ά: σύμφωνα [κ, γ, χ]. Βλ. υπερωικός. [< μτγν. οὐρανικός 'επουράνιος', γαλλ. palatal]
  • ουράνιο [οὐράνιο] ου-ρά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. βαρύ, αργυρόλευκο ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. U, Ζ 92), μείγμα τριών ισοτόπων, ένα από τα οποία χρησιμοποιείται στην κατασκευή πυρηνικών όπλων, αλλά και ως καύσιμο υλικό στους πυρηνικούς αντιδραστήρες: εξαντλημένο/εξασθενημένο/φυσικό ~. Ατομική βόμβα/βλήματα ~ίου. Εξόρυξη/οξείδιο/ορυκτά/σχάση του ~ίου. Αποθέματα/κοιτάσματα/ορυχεία ~ίου. Βλ. τεχνήτιο. ● ΣΥΜΠΛ.: απεμπλουτισμένο ουράνιο βλ. απεμπλουτισμένος, εμπλουτισμένο ουράνιο βλ. εμπλουτισμένος [< γερμ. Uran < Uranus ‘ο πλανήτης Ουρανός’, γαλλ.-αγγλ. uranium]
  • ουράνιος , α, ο [οὐράνιος] ου-ρά-νι-ος επίθ. 1. που σχετίζεται με τον ουρανό: (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ος: άξονας/χάρτης. ~α: θέση. ~ο: σημείο. ~οι: πόλοι. ~ες: συντεταγμένες (= ουρανογραφικές). ~α: αντικείμενα/σώματα (π.χ. αστέρες, κομήτες, πλανήτες)/φαινόμενα.|| ~ο: θέαμα. ~α και επίγεια παρατήρηση. Βλ. ουράνια. ΑΝΤ. εγκόσμιος 2. που αναφέρεται στον ουρανό ως τόπο κατοικίας του Θεού και γενικότ. ως πηγή μεταφυσικών δυνάμεων· θείος: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: Πατέρας. ~α: βασιλεία/γνώση/ζωή. ~οι: άγγελοι. ~α: δώματα. Βλ. υπερ~.|| (μτφ.) ~α: αρμονία/γαλήνη/ευωδιά/μελωδία/ομορφιά/φωνή. Πβ. αιθέριος, εξαίσιος, θεσπέσιος. ΣΥΝ. επουράνιος ● ΣΥΜΠΛ.: ουράνια ιεραρχία: ΕΚΚΛΗΣ. διαβάθμιση των αγγελικών ταγμάτων (Θρόνοι, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι)., ουράνια μηχανική: ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που μελετά την κίνηση και δυναμική των ουράνιων σωμάτων υπό την επίδραση βαρυτικών δυνάμεων., ουράνια σφαίρα: ΑΣΤΡΟΝ. νοητή σφαίρα άπειρης ακτίνας με κέντρο της το σημείο της Γης στο οποίο βρίσκεται ο παρατηρητής και πάνω στην οποία φαίνονται τα ουράνια σώματα., ουράνιο τόξο: ΜΕΤΕΩΡ. οπτικό φαινόμενο που προκύπτει από τη διάθλαση και ανάκλαση των ηλιακών ακτίνων, κυρ. σε σταγόνες βροχής ή ομίχλης, κατά το οποίο εμφανίζεται στον ουρανό τοξοειδής σχηματισμός με τα επτά χρώματα της ίριδας: Βγήκε το ~ ~., ουράνιος θόλος (συχνά λογοτ.): ουρανός. ΣΥΝ. στερέωμα (1), ουράνιος ισημερινός βλ. ισημερινός, ουράνιος μεσημβρινός βλ. μεσημβρινός [< αρχ. οὐράνιος]
  • ουρανίσκος [οὐρανίσκος] ου-ρα-νί-σκος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. το άνω τοίχωμα της στοματικής κοιλότητας που τη διαχωρίζει από τη ρινική: το μαλακό τμήμα του ~ου.|| Λιχουδιές προς τέρψη του ~ου. Γεύσεις που ικανοποιούν και τον πιο απαιτητικό/εκλεπτυσμένο ~ο. ΣΥΝ. υπερώα [< μτγν. οὐρανίσκος]
  • ουρανο- & ουρανό- : το ουσιαστικό ουρανός ως α' συνθετικό λέξεων: ουρανο-ξύστης.|| Ουρανό-σταλτος.|| Ουρανο-γραφία.
  • ουρανοβάμων , ων, ον [οὐρανοβάμων] ου-ρα-νο-βά-μων επίθ./ουσ. (σπάν.-αρχαιοπρ.) 1. (σε εκκλησιαστικά κείμενα) που περπατά στους ουρανούς· κατ' επέκτ. που πέτυχε την πνευματική εξύψωση. 2. αιθεροβάμων. [< μτγν. οὐρανοβάμων]
  • ουρανοβατώ [οὐρανοβατῶ] ου-ρα-νο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | μόνο στο ενεστ. θ.} (σπάν.): αιθεροβατώ. [< μτγν. οὐρανοβατῶ]
  • ουρανογραφία [οὐρανογραφία] ου-ρα-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που ασχολείται με την περιγραφή και χαρτογράφηση της ουράνιας σφαίρας και κυρ. των ουράνιων σωμάτων. Βλ. -γραφία. [< αρχ. οὐρανογραφία, γαλλ. uranographie, αγγλ. uranography]
  • ουρανογραφικός , ή, ό [οὐρανογραφικός] ου-ρα-νο-γρα-φι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με την ουρανογραφία: ~ές: συντεταγμένες (: απόκλιση και ορθή αναφορά). [< γαλλ. uranographique, αγγλ. uranographic(al)]
  • ουρανοθέμελα [οὐρανοθέμελα] ου-ρα-νο-θέ-με-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (λογοτ.): ορίζοντας, ουρανός: Η θάλασσα χανόταν στα ~.

αδενίνη

αδενίνη[ἀδενίνη] α-δε-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αζωτούχος βάση που ανήκει στις πουρίνες και βρίσκεται στα νουκλεϊκά οξέα DNA και RNA. Βλ. -ίνη. [< γερμ. Adenin, γαλλ. adénine]

αζωθαιμία

αζωθαιμία[ἀζωθαιμία] α-ζω-θαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση των αζωτούχων ουσιών στο αίμα λόγω νεφρικής ανεπάρκειας. Βλ. -αιμία, ουραιμία. [< γαλλ. azotémie, 1909, αγγλ. azot(a)emia, 1900]

ακράτεια

ακράτεια[ἀκράτεια] α-κρά-τει-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. εγκράτεια 1. ΙΑΤΡ. αδυναμία ελέγχου των απεκκριτικών λειτουργιών: ανδρική/γυναικεία/κυστική/ουρική/πρωκτική ~. ~ κοπράνων και αερίων. ~ ενηλίκων. Πάνες ~ας. 2. (σπάν.-λόγ.) η αδυναμία να ελέγχει κάποιος τις επιθυμίες και τα πάθη του. ● ΣΥΜΠΛ.: ακράτεια λόγου (σπάν.): πολυλογία., ακράτεια ούρων: ακούσια απώλεια ούρων: ~ ~ από έπειξη (= επιτακτική, ξαφνικός σπασμός της ουροδόχου κύστης)/από προσπάθεια (: εμφανίζεται συνήθ. σε γυναίκες μέσης ή μεγάλης ηλικίας με το βήχα, το φτάρνισμα, το γέλιο ή το σκύψιμο). [< 1: γαλλ. incontinence 2: αρχ. ἀκράτεια]

ανεβάζω

ανεβάζω[ἀνεβάζω] α-νε-βά-ζω ρ. (μτβ.) {ανέβα-σα, ανεβά-σει -σμένος, ανεβάζ-οντας} 1. μετακινώ ή σηκώνω κάποιον ή κάτι από κάτω προς τα πάνω· μεταφέρω κάποιον από τον νότο προς τον βορρά, από το κέντρο προς την περιφέρεια, από τα παράλια προς την ενδοχώρα: ~ τη βαλίτσα/τον γιακά/τον διακόπτη/το κιβώτιο/τα μανίκια/τον μοχλό/τα πράγματα. Την ~σε στο λεωφορείο (= τη βοήθησε ν' ανέβει, πβ. επιβιβάζω). Με ~σαν σε μια σωστική λέμβο.|| (προφ.) Θα σ' ~σω εγώ από το λιμάνι.|| (ΓΡΑΜΜ.) Πολλές σύνθετες λέξεις ~ουν τον τόνο στην προπαραλήγουσα (: τον μεταφέρουν σε προηγούμενη συλλαβή). ΑΝΤ. κατεβάζω (1) 2. αυξάνω, υψώνω: ~ τα δίδακτρα/την ένταση (= δυναμώνω)/τα κέρδη/το κόστος/τους μισθούς/τα νοίκια/την παραγωγικότητα/την ποιότητα/την τηλεθέαση/τον τόνο της φωνής/τους φόρους (ΑΝΤ. μειώνω). Κάθε νίκη μάς ~ει το ηθικό (πβ. εξυψώνω). Τα νέα προϊόντα ~ουν σε ψηλά επίπεδα την εικόνα της επιχείρησης. ~σε την ομάδα του στην κορυφή της βαθμολογίας (πβ. προάγω, προβιβάζω). ~σε πίεση/πυρετό (: αυξήθηκε η πίεση/η θερμοκρασία του σώματός του). Έχει ~σει την απόδοσή του. ~σμένη: θερμοκρασία/τιμή.|| (ΜΟΥΣ.) ~ ψηλότερα έναν φθόγγο. 3. μεταφέρω δεδομένα ή προγράμματα από περιφερειακό σε κεντρικό σύστημα, από προσωπικό υπολογιστή σε απομακρυσμένο σταθμό εργασίας: ~ αρχεία στο διαδίκτυο/στην ιστοσελίδα/στο σάιτ. 4. (προφ.) προκαλώ ψυχική ευφορία: Το φαγητό μάς ~ει (= φτιάχνει, ΑΝΤ. χαλάει/ρίχνει). Με ~σαν τα καλά σου λόγια. Με τόσο ωραία ατμόσφαιρα νιώθω ~σμένος (πβ. χάι). Η διάθεσή/ψυχολογία μου είναι ~σμένη (: είμαι στα πάνω μου). Ξεσηκώνει τα πλήθη με την πιο ~σμένη μουσική (: μοντέρνα μουσική που προκαλεί κέφι). 5. {στο γ' πρόσ.} υπολογίζω, λογαριάζω (για ποσότητα που αποδεικνύεται μεγαλύτερη απ' ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί): Αξιωματούχοι της Αστυνομίας ~ουν τον συνολικό αριθμό των νεκρών σε ... (= εκτιμούν ότι ο αριθμός των νεκρών ανέρχεται σε ...). 6. παρουσιάζω θεατρική παράσταση στο κοινό: ~ δράμα/κωμωδία/μιούζικαλ/παράσταση/τραγωδία. Η θεατρική ομάδα έχει ~σει (= παίξει) με μεγάλη επιτυχία έργα του κλασικού ρεπερτορίου. Βλ. σκηνοθετώ. ● ΦΡ.: ανεβάζει το θερμόμετρο (μτφ.) για κάτι που προκαλεί 1. αντιπαραθέσεις, εντείνει τα πάθη: Η απαγόρευση ~σε ~ στα ύψη. 2. πολύ μεγάλο ενδιαφέρον: Η έκδοση των έντοκων γραμματίων ~σε ~ στην αγορά., ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς 1. επιταχύνω, αυξάνω: Ο κινητήρας ~ει τις στροφές του. 2. (μτφ.) βελτιώνω την απόδοσή μου: ~ει ταχύτητα η οικονομία (= αναπτύσσεται). Στο δεύτερο ημίχρονο η ομάδα ~σε ρυθμούς και συνέτριψε την αντίπαλό της., ανεβάζω κάποιον στα μάτια/στην εκτίμηση κάποιου: τον εξυψώνω από ηθική άποψη: Η πράξη του τον ~σε στα μάτια του κόσμου. Οι δηλώσεις της την ~σαν στην εκτίμησή μου. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στα ουράνια (μτφ.) 1. τον αποθεώνω, εγκωμιάζω: Τον ~σαν ~, αναγνωρίζοντας το ήθος του. 2. του προκαλώ ψυχική ευφορία, ανάταση: Η αναγνώριση/η επιδοκιμασία/η επιτυχία σε ~ει ~. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στην εξουσία/στον θρόνο: ΙΣΤ. τον αναγορεύω ηγέτη ή βασιλιά: Ο απελευθερωτικός πόλεμος ~σε στην εξουσία τις εθνικές δυνάμεις της χώρας., ανεβάζω κάποιον/κάτι στα ύψη (μτφ.) 1. αυξάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Η νίκη ~σε ~ την αυτοπεποίθησή τους. Βλ. εκτινάσσεται/εκτοξεύεται στα ύψη. 2. συντελώ ώστε να αποκτήσει κάποιος ή κάτι μεγάλη φήμη ή αξία: Με την εργατικότητά της ~σε την επιχείρηση ~. Πβ. απογειώνω. 3. προκαλώ σε κάποιον ψυχική ανάταση: Η ερμηνεία της ~σε το κοινό ~., ανεβάζω/σηκώνω τον πήχη/πήχυ (ψηλά) (μτφ.) 1. βελτιώνω το επίπεδο ή θέτω υψηλότερους στόχους: Με το κύρος σας έχετε ~σει ~ πολύ ψηλά. Βάζουμε υψηλούς στόχους, ~ουμε ~ ψηλά. 2. (+ γεν.) αυξάνω: Έχουν ~σει ~ των απαιτήσεων/των διεκδικήσεών/των προσδοκιών τους. Βλ. ανεβαίνω., τον ανεβάζει ... τον κατεβάζει (προφ.-εμφατ.): αποκαλεί, προσφωνεί, χαρακτηρίζει κάποιον διαρκώς: (για να δηλωθεί η αρνητική συνήθ. πλευρά προσώπου) Ρεμάλι τον ~ουν, ρεμάλι τον ~ουν., ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις βλ. κυβέρνηση, ανεβάζω κάποιον στον έβδομο ουρανό/στους επτά ουρανούς βλ. ουρανός, ανεβάζω/εκτοξεύω την αδρεναλίνη (στα ύψη/στο κόκκινο) βλ. αδρεναλίνη, ανεβαίνουν οι τόνοι/ανεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, κάποιος/κάτι μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι/την πίεση βλ. αίμα, σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω [< μεσν. ανεβάζω, 3: αγγλ. upload, 1977, 6: γαλλ. monter]

απεμπλουτισμένος

απεμπλουτισμένος, η, ο [ἀπεμπλουτισμένος] α-πε-μπλου-τι-σμέ-νος επίθ.: ΧΗΜ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: απεμπλουτισμένο ουράνιο: ουράνιο το οποίο περιέχει εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό του ισοτόπου U-235, συνήθ. ως αποτέλεσμα της χρήσης του ως καυσίμου σε πυρηνικό αντιδραστήρα: βλήματα/βόμβες/όπλα/πυρομαχικά ~ου ~ίου. Μόλυνση από ~ ~. Βλ. πλουτώνιο. [< αγγλ. depleted uranium]

αχλάδα

αχλάδα[ἀχλάδα] α-χλά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεγάλο αχλάδι. Κυρ. στη ● ΦΡ.: πίσω έχει η αχλάδα την ουρά (παροιμ.): ως προειδοποίηση για δυσάρεστη έκβαση υπόθεσης που θα φανεί αργότερα. ΣΥΝ. στο τέλος ξυρίζουν το(ν) γαμπρό [< μεσν. αχλάδα]

γάιδαρος

γάιδαροςγάι-δα-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άρου | θηλ. γαϊδούρα} 1. ΖΩΟΛ. θηλαστικό ζώο (επιστ. ονομασ. Equus asinus) με μεγάλα αυτιά και γκρίζο συνήθ. τρίχωμα, που ανήκει στην ίδια οικογένεια με το άλογο: γκάρισμα/σαμάρι ~ου.|| Έχει αυτιά σαν του ~ου. Υπομονή ~ου. Ήταν φορτωμένος σαν ~. Δούλευε σαν ~ (βλ. σαν το σκυλί). Βλ. όναγρος, υποζύγιο. ΣΥΝ. γαϊδούρι (1), όνος 2. (μτφ.-υβριστ.) αναίσθητος, αγενής ή αχάριστος άνθρωπος: Είσαι (μεγάλος) ~! Ντροπή σου, ~ε! 3. (μειωτ.) νεαρός άντρας ο οποίος συμπεριφέρεται με τρόπο ανώριμο, που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ηλικίας του: Τριάντα χρονών ~ και ακόμη τον συντηρούν οι γονείς του. ● Υποκ.: γαϊδαράκος & γαϊδουράκος (ο) ● ΦΡ.: γάιδαρος με περικεφαλαία (υβριστ.-επιτατ.): πολύ αναίσθητος ή/και αγενής άνθρωπος. ΣΥΝ. γαϊδούρι/μουλάρι ξεσαμάρωτο/ξεκαπίστρωτο/ξέστρωτο, δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος δεν μπορεί να κάνει κάτι απλό, είναι εντελώς ανίκανος, άχρηστος., έδεσε/έχει δεμένο το(ν) γάιδαρό του (προφ.): εξασφαλίστηκε, τακτοποιήθηκε, έχει βολευτεί και εφησυχάζει: Τι ανάγκη έχει; ~ ~! Παντρεύτηκε και νομίζει ότι έδεσε τον γάιδαρό της. Πβ. επαναπαύομαι., είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος αποδίδει σε άλλον αρνητικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό τον ίδιο. Πβ. βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με., κατά φωνή κι ο γάιδαρος (προφ.): όταν κάποιος εμφανίζεται ακριβώς τη στιγμή που μιλούν για αυτόν, πάνω στην ώρα., πετάει ο γάιδαρος; πετάει! (προφ.): όταν κάποιος δέχεται μια άποψη ή κατάσταση, ακόμα και αν είναι απίστευτη ή παράλογη, συνήθ. λόγω πίεσης ή συμφέροντος., φάγαμε τον γάιδαρο/το βόδι κι έμεινε η ουρά & φάγαμε τον γάιδαρο/το βόδι, στην ουρά θα κολλήσουμε/μείνουμε/σταθούμε; (παροιμ.): ως προτροπή σε κάποιον να μην εγκαταλείψει μια δύσκολη και κοπιαστική προσπάθεια τη στιγμή που φτάνει στο τέλος της., φταίει ο γάιδαρος και χτυπάει/βαράει/δέρνει το σαμάρι (παροιμ.): για εσφαλμένη απόδοση ευθυνών, συνήθ. επειδή δεν γίνεται να τιμωρηθεί ο πραγματικός υπαίτιος., (ήταν που) ήταν στραβό το κλήμα, το 'φαγε κι ο γάιδαρος βλ. κλήμα, (σιγά) μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου/του ποντικού βλ. ουρά, δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα βλ. αχυρώνας, σαν τον γάιδαρο του Χότζα βλ. χότζας, σκάω (και) γάιδαρο βλ. σκάω, σου χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάς στα δόντια βλ. χαρίζω [< μεσν. γάιδαρος]

γίββωνας

γίββωναςγίβ-βω-νας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) γίβωνας: ΖΩΟΛ. ανθρωποειδής μονογαμικός πίθηκος της ΝΑ Ασίας (οικογ. Hylobatidae) με λεπτό σώμα, μακριά δυνατά χέρια και χωρίς ουρά, ο οποίος ζει πάνω σε δέντρα. Βλ. γορίλας, ουρακοτάγκος, χιμπατζής. [< γαλλ. gibbon]

-γραφία

-γραφία{-γραφιών} λεξικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. σύνταξη κειμένων συγκεκριμένου είδους και συνεκδ. το σύνολό τους· κατάλογος έργων· κειμενικό είδος: δημοσιο~/ειδησεο~/επιφυλλιδο~. Αλληλο~/αρθρο~.|| Βιβλιο~/φιλμο~.|| Βιο~/διηγηματο~/ηθο~/ιστοριο~/πεζο~/χρονο~. 2. γνωστικό αντικείμενο, επιστήμη: γεω~/εθνο~/λαο~/λεξικο~/παλαιο~/πετρο~/στρωματο~/χαρτο~/ωκεανο~. 3. τρόπο γραφής: κακο~/καλλι~/ορθο~. Στενο~.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) Απλο~/διπλο~.|| (ΙΑΤΡ.) Α~/δυσ~. 4. τεχνική ή τέχνη αποτύπωσης, εκτύπωσης και κατ' επέκτ. το ίδιο το δημιούργημα: ελαιο~/λιθο~/ξυλο~/υδατο~/χαλκο~. Ξηρο~/τυπο~/φωτο~. Σκηνο~.|| Γελοιο~/θαλασσο~/ιχνο~/προσωπο~/τοιχο~/τοπιο~. Χορο~.|| Αγιο~/εικονο~. 5. ιατρική εξέταση και ειδικότ. διαγνωστική απεικόνιση: αγγειο~ (πβ. -γράφημα)/αρτηριο~/μαστο~.

διάβολος

διάβολοςδιά-βο-λος ουσ. (αρσ.) {διαβόλ-ου} & (λαϊκό) διάολος 1. ΘΕΟΛ. (συχνά με κεφαλ. Δ) προσωποποίηση του πνεύματος του κακού, συνήθ. με κέρατα και ουρά, ο αντίπαλος του Θεού που έχει βασίλειό του την κόλαση, σατανάς: η μάχη με τον ~ο. Όργανο/παγίδες του ~ου. Αποφεύγω/φοβάμαι (κάποιον/κάτι) σαν τον ~ο. ΣΥΝ. Βεελζεβούλ, Εωσφόρος (1), Σατανάς. 2. (μτφ.) άνθρωπος μοχθηρός και σκληρός: αληθινός/σκέτος/σωστός ~.|| (για οδηγό αυτοκινήτου) Έτρεχε σαν ~. Βλ. φτωχο~. 3. (λαϊκό-υβριστ.) σε ερωτήσεις και αναφωνήσεις, ως έκφραση εκνευρισμού, δυσαρέσκειας ή απογοήτευσης: Τι ~ο θέλεις;|| (ως επιφών.) (Που/φτου) να πάρει ο ~! ● ΣΥΜΠΛ.: δια(β)όλου κάλτσα βλ. κάλτσα, διάβολος της Τασμανίας βλ. Τασμανία, δικηγόρος/συνήγορος του διαβόλου βλ. δικηγόρος ● ΦΡ.: άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο! & να πας/πήγαινε στο διά(β)ολο/διάλο! (υβριστ.): ως έκφραση αγανάκτησης, οργής, όταν θέλουμε να ξεφορτωθούμε κάποιον ή για να δηλωθεί μεγάλη έκπληξη: άι ~ ~ όλοι τους.|| Α ~ ~, δεν το πιστεύω!, βάζει ο διά(β)ολος την ουρά του: για αρνητική εξέλιξη που οφείλεται σε εξωγενή παράγοντα: Έβαλε ~ και τσακωθήκαμε! , βρήκα τον διάολό μου (μτφ.) 1. έμπλεξα, βρήκα τον μπελά μου: Προσπάθησα να τον βοηθήσω και ~ ~. 2. βρήκα τον δάσκαλό μου: Ήθελε να έχει το πάνω χέρι, αλλά μαζί της έχει βρει ~ ~ του., διά(β)ολοι/δια(β)όλοι και τρίβολοι/τριβόλοι: όταν υπάρχουν πολλοί πειρασμοί και ενοχλητικοί άνθρωποι τριγύρω., έσπασε/σπάει ο διά(β)ολος το ποδάρι του (προφ.): για κάτι αναπάντεχο, αρνητικό ή (ειρων.) θετικό: Έσπασε ~ ~ και τρέχαμε στο νοσοκομείο!, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του & έχει τον δαίμονα μέσα του: για πονηρό, δόλιο ή πολύ ευφυή, δαιμόνιο άνθρωπο., μπήκε ο διάολος μέσα του: δαιμονίστηκε ή συμπεριφέρεται σαν δαιμονισμένος, τον κυρίευσε ο σατανάς: Ούρλιαζε και χτυπιόταν σαν να ~ ~., ο διά(β)ολος έχει πολλά ποδάρια (λαϊκό): για να εκφραστεί ότι είναι πιθανόν να συμβεί αναπάντεχα κάτι αρνητικό, παρά τις όποιες προφυλάξεις: Καλό είναι να έχεις ένα δεύτερο κλειδί μαζί σου· ποτέ δεν ξέρεις, ~ ~ ... , όπως ο διά(β)ολος το λιβάνι & σαν τον διάολο το λιβάνι (λαϊκό-εμφατ.): λέγεται σε περιπτώσεις που κάποιος αποστρέφεται ή φοβάται κάτι σε πολύ μεγάλο βαθμό: Αποφεύγει, ~ ~, τις κοσμικές συναθροίσεις., όταν γεράσει ο διά(β)ολος, καλογερεύει (παροιμ.): λέγεται για κάποιον που εγκαταλείπει παλιές κακές συνήθειες., πάει κατά δια(β)όλου (προφ.-εμφατ.): για πολύ αρνητική εξέλιξη: Η επιχείρηση/η κοινωνία/ο κόσμος/η ομάδα ~ ~ (: από το κακό στο χειρότερο)., πάει στον διά(β)ολο/διάλο (λαϊκό): για δήλωση συγκατάβασης, ας είναι: Δεν μου αρέσει το φαγητό, αλλά, ~ ~, θα το δοκιμάσω., στέλνω κάποιον στον διά(β)ολο/στον αγύριστο/από εκεί που ήρθε (προφ.-υβριστ.): διαολοστέλνω: Αγανάκτησε και τον έστειλε ~., στου δια(β)όλου τη μάνα/το κέρατο (μτφ.-προφ., για δήλωση δυσαρέσκειας ή αγανάκτησης): πάρα πολύ μακριά: ταξίδι ~ ~. Με έστειλαν ~ ~. Πού να τραβιέμαι τώρα ~ ~; Βλ. στην άκρη/στα πέρατα του κόσμου/της γης., τραβώ το(ν) διά(β)ολό μου (λαϊκό-εμφατ.): αντιμετωπίζω μεγάλη δυσκολία, ταλαιπωρούμαι: Τραβήξαμε ~ μας, για να τον ξεφορτωθούμε. ΣΥΝ. τραβώ τον αδόξαστο, δουλειά δεν είχε ο διά(β)ολος και ... βλ. δουλειά, θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει βλ. παίρνω, πουλάω (και) την ψυχή μου στον διά(β)ολο βλ. πουλώ [< αρχ. διάβολος ‘συκοφάντης’, μτγν. ~ ‘σατανάς’, γαλλ. diable]

εμπλουτισμένος

εμπλουτισμένος, η, ο [ἐμπλουτισμένος] ε-μπλου-τι-σμέ-νος επίθ.: που έχει εμπλουτιστεί: ~ο: γάλα (με ασβέστιο). ~α: δημητριακά/τρόφιμα (με βιταμίνες και ιχνοστοιχεία). Φυσικός χυμός ~ με σίδηρο.|| (ΜΕΤΑΛΛ.) ~α: μεταλλεύματα.|| Οδηγός ~ με χάρτες και σχεδιαγράμματα. ● ΣΥΜΠΛ.: εμπλουτισμένο ουράνιο: ΦΥΣ. ΠΥΡ. μείγμα ουρανίου που έχει υποστεί αύξηση της περιεκτικότητάς του στο ισότοπο U235 (και απόρριψη του ισοτόπου U238) και χρησιμοποιείται στην κατασκευή πυρηνικών βομβών. Βλ. απεμπλουτισμένο ουράνιο. [< αγγλ. enriched uranium, 1955] [< γαλλ. enrichi]

θαλασσής

θαλασσής, -ιά, -ί θα-λασ-σής επίθ.: που έχει γαλάζιο χρώμα: ~ιά: απόχρωση/χάντρα. ~ί: πουκάμισο. ● Ουσ.: θαλασσί (το): το αντίστοιχο χρώμα: Το ~ των κυμάτων.|| (στον πληθ.) Είναι ντυμένη στα ~ιά (ενν. ρούχα).

ισημερινός

ισημερινός[ἰσημερινός] ι-ση-με-ρι-νός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ι) 1. ΑΣΤΡΟΝ. ο μέγιστος νοητός κύκλος της γήινης επιφάνειας, του οποίου το επίπεδο είναι κάθετο προς τον άξονα περιστροφής της Γης και τη χωρίζει σε δύο ημισφαίρια· ο αντίστοιχος κύκλος σε κάθε ουράνιο σώμα. Βλ. γεωγραφικό πλάτος, μεσημβρινός, παράλληλος (κύκλος), τροπικός (κύκλος). 2. ΓΕΩΓΡ. (συνεκδ.) οι περιοχές που περιλαμβάνονται στη ζώνη του Ισημερινού. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικός ισημερινός: ΓΕΩΓΡ. νοητή γραμμή που συνδέει τις περιοχές της Γης όπου παρατηρούνται οι υψηλότερες μέσες θερμοκρασίες ανά έτος ή εποχή. [< αγγλ. thermal equator, 1945] , μαγνητικός ισημερινός: ΓΕΩΦ. νοητή γραμμή που συνδέει τα σημεία της επιφάνειας της Γης στα οποία η μαγνητική έγκλιση είναι μηδενική. [< γαλλ. équateur magnétique] , ουράνιος ισημερινός: ΑΣΤΡΟΝ. η νοητή τομή του ισημερινού της Γης με την ουράνια σφαίρα. Βλ. ισημερία, εκλειπτική. [< μτγν. ἰσημερινός]

κουνώ

κουνώ[κουνῶ] κου-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κουν-άς ... | κούν-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, κουν-άμενος, -ημένος, -ώντας} & κουνάω 1. κινώ κάποιον ή κάτι πέρα δώθε: ~ το μαντίλι σε κάποιον (: τον αποχαιρετώ)/το μπουκάλι (= ανακινώ, αναταράζω)/το μωρό (για να κοιμηθεί)/τη σημαία/το σκεύος (για να μην κολλήσει το φαγητό). ~ κάτι δεξιά-αριστερά/πάνω-κάτω. ~ησε το χέρι/τους ώμους της. ~ησε το κεφάλι αρνητικά/καταφατικά (πβ. γνέφω). ~ ρυθμικά το σώμα (πβ. λικνίζω). Τον προειδοποίησε, ~ώντας του το δάχτυλο. Ο σκύλος ~άει την ουρά του. O αέρας ~άει τα κλαδιά/τα φύλλα των δέντρων. Παρακαλώ μην ~άτε το κάθισμα. Ο σεισμός μάς ~ησε αρκετά (: ταρακούνησε, τράνταξε)! Το δόντι μου ~άει/~ιέται. Tο αεροπλάνο/το πλοίο ~άει/~ιέται (: κλυδωνίζεται, σκαμπανεβάζει). Στήριξέ το για να μην ~ιέται. Πβ. σείω.|| ~ημένη: φωτογραφία (: που δεν τραβήχτηκε με σταθερό χέρι και είναι θολή). 2. μετακινώ, μεταφέρω, αλλάζω θέση: Μην ~ήσεις τίποτα από τα πράγματά μου. Πολύ βαρύ το γραφείο, είναι αδύνατο να το ~ήσουμε από εδώ. Δεν το ~ από το σπίτι (= δεν απομακρύνομαι, δεν φεύγω). Πβ. μετατοπίζω. Βλ. ξε~.|| (μτφ.) Κανείς δεν τον ~άει από τη θέση του (: έχει σταθερό, μόνιμο πόστο). ● Παθ.: κουνιέμαι (προφ.) 1. κινούμαι· δραστηριοποιούμαι: Μην ~ιέσαι συνεχώς στο κάθισμα, με ενοχλείς. ~ιέται ολόκληρος από τα γέλια (πβ. τραντάζομαι). Πονάω, δεν μπορώ να ~ηθώ. Δεν ~ήθηκε καθόλου/από τη θέση του. Πβ. αναδεύομαι, μετακινούμαι, σαλεύω.|| (μτφ.) Αν δεν ~ηθείς, δεν θα λυθούν τα προβλήματα. ΑΝΤ. αδρανώ 2. {συνήθ. στην προστ.} βιάζομαι, ενεργώ βιαστικά, γρήγορα: ~ήσου, θα αργήσουμε! ● ΦΡ.: δεν κουνάει/κουνιέται φύλλο (προφ.) 1. δεν φυσά καθόλου. 2. (μτφ.) υπάρχει πλήρης έλλειψη δραστηριότητας, κινητικότητας: Στην αγορά ~ ~ λόγω της ακρίβειας., κούνα τα χέρια σου/τα πόδια σου! (προφ.): βιάσου, κάνε γρήγορα., κουνάω την ουρά/ουρίτσα μου (σε κάποιον) (μτφ.-προφ.): τον αναστατώνω ή τον προκαλώ ερωτικά., κουνήσου από τη θέση σου & (σπάν.) από τον τόπο σου (προφ.): για να αποτραπεί η πραγματοποίηση των λόγων κάποιου: -Αν πεθάνω ... -~ ~, χριστιανέ μου (: μη λες τέτοια πράγματα, σταμάτα)! ΣΥΝ. φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου!, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!, κουνιέμαι σε κάποιον (μτφ.-προφ.) 1. του κάνω τον σπουδαίο ή του προβάλλω αντιρρήσεις. 2. τον προκαλώ ερωτικά., δεν κάνω/δεν το κουνάω ρούπι βλ. ρούπι, δεν κουνά/δεν σηκώνει ούτε το δαχτυλάκι του/ούτε το μικρό του δαχτυλάκι βλ. δάχτυλο, κούνια που σε κούναγε βλ. κούνια, κουνιέται/σειέται και λυγιέται βλ. λυγώ, την κουνάει την αχλαδιά βλ. αχλαδιά [< μεσν. κουνώ]

λεφτά

λεφτάλε-φτά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. (λαϊκό) λεφτό} & λεπτά (προφ.): χρήματα: αεριτζίδικα/εύκολα/σίγουρα ~. Δεν (μου) φτάνουν τα ~. Όλα της τα ~ πάνε (= τα ξοδεύει) σε κοσμήματα. Έφαγε/έχασε όλα του τα ~ (= την περιουσία) στα χαρτιά. Πόσα ~ έδωσες/χρωστάς; Το αγόρασα με δικά μου/με τα πρώτα μου ~. Μας κόστισε/χαλάσαμε ένα κάρο/μάτσο/σωρό ~. Σκορπά ~ δεξιά κι αριστερά. Έχω ορισμένα ~ στην άκρη/μπάντα (βλ. αποταμιεύω). Σήκωσαν τα ~ τους από την τράπεζα (= έκαναν ανάληψη). Έμεινε από ~ (= ρέστος, ταπί). Δεν έχω ~ για πέταμα/σπατάλη. Με τα ίδια ~ θα μπορούσες να ... (: με το ίδιο χρηματικό ποσό). Τα κάνει όλα για τα ~. (γνωμ.) Τα ~ δεν είναι το παν/δεν φέρνουν την ευτυχία. Τα ~ αλλάζουν χέρια. (μειωτ.) Ζει με τα ~ του μπαμπά του. Πβ. τάλιρα.|| Σου περισσεύει κανά λεφτό; Πβ. φράγκο. ● Υποκ.: λεφτάκια & λεφτουδάκια & (σπάν.) λεφτούλια (τα) ● ΣΥΜΠΛ.: πεταμένα/τζάμπα/κοροϊδίστικα λεφτά: για άσκοπο ξόδεμα χρημάτων σε κάτι που δεν αξίζει· συνεκδ. η αντίστοιχη αγορά: Πλήρωσα ~ ~ (γι' άχρηστα πράγματα).|| ~ ~, δεν το έχω ούτε έναν μήνα το κινητό και χάλασε. Πβ. τζερεμές., χοντρά/τρελά λεφτά βλ. χοντρός ● ΦΡ.: (είναι) όλα τα λεφτά (νεαν. αργκό): για κάποιον ή κάτι απολαυστικό, που ξεχωρίζει, υπερέχει: Είσαι ~ ~!|| Οι ατάκες του είναι ~ ~., βγάζω/κάνω λεφτά: αποκτώ χρήματα, περιουσία: Δουλεύει μέρα-νύχτα για να βγάλει ~. Έκανε ~ στο εξωτερικό. Πβ. καζαντίζω., κλαίω τα λεφτά μου: μετανιώνω για χρήματα που ξόδεψα σε κάτι που τελικά δεν άξιζε., λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά: πάρα πολλά χρήματα: Έχει ~ ~ (= είναι πολύ πλούσιος). Πβ. με το καντάρι, να φαν κι/φάνε και οι κότες., τα λεφτά πάνε στα λεφτά (παροιμ.): σε περιπτώσεις που άνθρωποι ήδη πλούσιοι αποκτούν ακόμα περισσότερα χρήματα ή συναναστρέφονται, παντρεύονται άτομα της ίδιας οικονομικής και κοινωνικής τάξης., τα πιάσαμε/τα βρήκαμε τα λεφτά μας: όταν συμβαίνει απρόοπτα κάτι δυσάρεστο ή όταν κάποια θετική κατάσταση δεν είναι αναμενόμενη: Κόπηκε το ρεύμα! Τώρα μάλιστα, ~ ~ (= τη βάψαμε, την κάναμε από κούπες, την κάτσαμε τη βάρκα, την πατήσαμε)!|| Αν περιμένεις να σε βοηθήσει, τα 'πιασες/τα βρήκες τα λεφτά σου (= σώθηκες). Πβ. ζήτω που καήκαμε!, αξίζει τα λεφτά (του/της) βλ. αξίζω, βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα βλ. χρήμα, έναν περίδρομο λεφτά βλ. περίδρομος, έρχομαι στα λεφτά μου βλ. έρχομαι, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν βλ. χρήμα [< μεσν. λεφτά < μτγν. λεπτὸν (νόμισμα)]

μεσημβρινός

μεσημβρινός, ή, ό με-σημ-βρι-νός επίθ. 1. (λόγ.) μεσημεριανός: ~ός: ύπνος. ~ή: ανάπαυση/διακοπή/εκπομπή. ~ό γεύμα/δελτίο ειδήσεων. Προβλέπονται πρόσκαιρες τοπικές νεφώσεις τις ~ές ώρες. Βλ. απογευματ-, βραδ-, πρω-ινός, μετα~, προ~. ΑΝΤ. μεσονύκτιος 2. (λόγ.) νότιος: δωμάτιο/οικόπεδο με ~ό προσανατολισμό. Το χωριό είναι χτισμένο στη ~ή πλευρά της βουνοπλαγιάς. Βλ. ανατολικο~. ΑΝΤ. βόρειος 3. ΓΕΩΓΡ. -ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον μεσημβρινό: ~ός: κύκλος. ~ή: διόπτρα. ~ό: τηλεσκόπιο. [< 1,2: αρχ. μεσημβρινός 3: γαλλ. méridien]

μύτη

μύτημύ-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. το μέρος του προσώπου στον άνθρωπο ή σε άλλα θηλαστικά το οποίο προεξέχει πάνω από το στόμα και κάτω από το μέτωπο, χωρίζεται σε δύο ρουθούνια και χρησιμεύει για την αναπνοή και την όσφρηση: γαλλική (: λεπτή και ελαφρώς ανασηκωμένη)/γαμψή/γυριστή/ίσια/κοντή/μακριά/μεγάλη/πλακουτσωτή/πλατιά/σουβλερή/σπασμένη/στραβή/στρογγυλή/χοντρή ~. Ελληνική ή κλασική ~ (: ίσια και λεπτή). Οστά/χόνδρος της ~ης. ~ κόκκινη από το κρύο. Αιμορραγία/επέμβαση/καταρροή/φαγούρα/φακίδες στη ~. Καθαρίζω/ξύνω/ρουφώ/σκαλίζω/σκουπίζω/φυσώ τη ~ μου. Η ~ μου είναι βουλωμένη/μπουκωμένη.|| Το κρασί φέρνει στη ~ αρώματα φρούτων.|| Mιλά με τη ~ (= έχει έρρινη προφορά).|| Πλαστική/ψεύτικη ~. Η ~ του κλόουν. 2. (κατ' επέκτ.) μουσούδι, ρύγχος ή το ράμφος των πουλιών: η ~ του δελφινιού/ξιφία/σκύλου. Βλ. προβοσκίδα.|| ~ αετού. 3. (μτφ.) αιχμηρή κυρ. ή λεπτή άκρη, προεξοχή ή το μπροστινό μέρος μακρόστενου συνήθ. πράγματος: κυρτή ~. Η ~ του αγκιστριού/της βελόνας/του βέλους/του καρφιού/του κονταριού/του μαχαιριού/του παγόβουνου/του σπαθιού. Μαρκαδόρος/πινέλο/στιλό με λοξή/στρογγυλεμένη ~ (πβ. ακίδα). Πένα με χρυσή ~. Έσπασε η/ξύνω τη ~ του μολυβιού. Έκοψε τα μαλλιά της ~ες/άφησε λίγες ~ες να πέφτουν στο πρόσωπο (βλ. αφέλειες).|| Η ~ του ακρωτηρίου.|| Η ~ του αεροπλάνου/του πλοίου (πβ. πλώρη)/του σωληναρίου. Σουτ με τη ~ του παπουτσιού (βλ. μύτος). 4. δυνατή όσφρηση: Το κυνηγόσκυλο έχει καλή ~. 5. (μτφ.) η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος ενστικτωδώς κάτι, διαίσθηση: Έχει (γερή) ~. 6. άρωμα κρασιού: πλούσια/πολύπλοκη/φινετσάτη ~. Έντονη ~ από μπαχαρικά/φρούτα του δάσους. ● Υποκ.: μυτίτσα (η), μυτούλα (η) ● Μεγεθ.: μυτάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πτερύγιο της μύτης βλ. πτερύγιο ● ΦΡ.: ανοίγει/ματώνει η μύτη μου (προφ.): αιμορραγεί., βγάζω (κάτι) από τη μύτη κάποιου/μου βγαίνει (κάτι) από τη μύτη (προφ.): για κάτι που έχει δυσάρεστη έκβαση, ενώ αρχικά ήταν ή προοριζόταν να είναι ευχάριστο: Τελικά ήρθε στην εκδρομή, αλλά μας το έβγαλε από τη ~ με την γκρίνια του. Πβ. μου βγαίνει (κάτι) ξινό., δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι & (σπάν.) δεν μάτωσε μύτη 1. δεν προκλήθηκαν βίαια επεισόδια: Ήρεμα εξελίχθηκε ο χθεσινός αγώνας· ~ ~. Οι διαδηλωτές αποχώρησαν, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Πβ. αναίμακτα. 2. (μτφ.) δεν υπήρξε αντίδραση, εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους θιγομένους: Κατεδαφίστηκαν όλες οι κατακτήσεις των εργαζομένων και ~ ~., δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του (μτφ.): είναι κοντόφθαλμος, στενόμυαλος: Δεν μπορεί να δει ~ ~. [< πβ. γερμ. nicht weiter sehen als seine Nase [reicht], γαλλ. ne pas voir plus loin que le bout de son nez] , δεν βλέπω (ούτε) τη μύτη μου: δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα: Χωρίς τα γυαλιά/με τόσο πυκνό σκοτάδι δεν έβλεπε ούτε τη ~ της., έχει ψηλά τη μύτη (μτφ.-προφ.): έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, είναι αλαζόνας: ~ ~ του και δεν μας καταδέχεται. Πβ. σηκώνει (τη) μύτη, σνομπ, ψηλομύτης, ψώνιο., η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει (παροιμ.): είναι υπερόπτης και ακατάδεκτος, ψηλομύτης ή τεμπέλης., κάτω από τη/μπροστά στη μύτη μου: για κάτι ολοφάνερο που γίνεται ή υπάρχει, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι: Απέδρασε/πέρασαν κάτω από τη ~ των δεσμοφυλάκων. Η κλοπή έγινε κάτω από τη ~ των υπευθύνων. Η λύση τόσο καιρό βρισκόταν μπροστά στη ~ μας. Πβ. μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου., με τρώει η μύτη μου: έχω φαγούρα στη μύτη., μου σπάει/τρυπάει τη μύτη/τα ρουθούνια (προφ.): για φαγητό κυρ. που μυρίζει έντονα και ευχάριστα., μπαίνω/χώνομαι στη μύτη/στο ρουθούνι (κάποιου) (προφ.): γίνομαι ενοχλητικός., μύτη με μύτη: πολύ κοντά σε κάποιον ή κάτι. Πβ. έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον, πρόσωπο με πρόσωπο., να μου τρυπήσεις τη μύτη: για να δηλωθεί με βεβαιότητα ότι δεν πρόκειται να συμβεί κάτι: Αν κάνει τα μισά από όσα υποσχέθηκε, να μου τρυπήσετε τη ~. Βλ. να μη με λένε., πέφτει η μύτη/η μούρη μου (μτφ.-ειρων.): μειώνεται, θίγεται ο εγωισμός μου: Δεν παραδέχεται τα λάθη του, για να μην πέσει η μύτη του. , πέφτουν μύτες (προφ.): κάνει πάρα πολύ κρύο., πιάνω/κρατώ τη μύτη μου: πιάνω τη μύτη μου με τα δάχτυλα ή και δεν αναπνέω, συνήθ. για να αποφύγω δυσοσμία: Πάρε βαθιά αναπνοή και κράτα τη ~ σου κλειστή., σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη: τον κάνω ό,τι θέλω: Μου φαίνεται ότι σε σέρνει ~. Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου, έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου., σκάω μύτη (προφ.): εμφανίζομαι, ξεπροβάλλω: Ξαφνικά ~ει ~ ένα πιτσιρίκι.|| Έσκασε ~ ο ήλιος. ΣΥΝ. ξεμυτίζω, στη μύτη του κουταλιού: για μικρή ποσότητα (όση χωρά στην άκρη του): Προσθέτουμε ελάχιστο αλάτι/κανέλα ~ ~. (σπάν.) Μια μύτη ζάχαρη (= πολύ λίγη)., στις μύτες (των ποδιών): στις άκρες των ποδιών ή των παπουτσιών, με ανασηκωμένες τις φτέρνες: Πατώ/περπατώ/στέκομαι ~ ~. Μπήκε στο δωμάτιο ~ ~ (για να μη γίνει αντιληπτός). Πβ. (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων., το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι και οι ευφυείς άνθρωποι συχνά πέφτουν σε προφανείς παγίδες, την πατούν., τρέχει η μύτη μου 1. έχω καταρροή: Η ~ του τρέχει συνέχεια. 2. ματώνει: Kάθισε μέχρι που σταμάτησε να ~ ~ του., χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού & βάζω τη μύτη/την ουρά μου κάπου/παντού (προφ.): ασχολούμαι με ζητήματα που δεν με αφορούν: ~ει ~ του στα προσωπικά/στις υποθέσεις των άλλων. Μη ~εις ~ σου παντού. Πβ. ανακατεύομαι, επεμβαίνω, χώνομαι. ΣΥΝ. μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια, φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν [πβ. γερμ. seine Nase in etwas/in allen [hinein] stecken] , (με/χωρίς) σηκωμένη μύτη βλ. σηκωμένος, βγάζει καπνούς από τη μύτη/τ' αυτιά βλ. καπνός, κλείνει η μύτη μου βλ. κλείνω, όλα τα γουρούνια έχουνε την ίδια μούρη/μια μύτη έχουνε βλ. γουρούνι, σηκώνει (τη) μύτη βλ. σηκώνω [< μεσν. μύτη < πβ. αρχ. μύτις ‘εσωτερικό των μαλακίων, μελάνι της σουπιάς’]

ουράνια

ουράνια[οὐράνια] ου-ρά-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {ουρανίων} (κυρ. λογοτ.): ουρανός: Ο άνεμος σήκωσε ψηλά στα ~ το μπαλόνι.|| (μτφ.) Η νίκη της ομάδας έστειλε τους οπαδούς της στα ~ (: τους έκανε πολύ ευτυχισμένους). Η μουσική του μας πάει/ταξιδεύει στα ~ (: ως τ' αστέρια, μας σαγηνεύει). (επιτατ.) Η τιμή της βενζίνης έφτασε στα ~ (: στα ύψη, απογειώθηκε).|| Πέρασε στα ~ (: απεβίωσε, πβ. επ~). ● ΦΡ.: ανεβάζω κάποιον στα ουράνια βλ. ανεβάζω, βρίσκομαι/πετώ στα σύννεφα/στα ουράνια βλ. σύννεφο [< μτγν. τά οὐράνια]

πιάνο<sup>1</sup>

πιάνο<sup>1</sup>πιά-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. έγχορδο μουσικό όργανο το οποίο αποτελείται από κάσα ως εξωτερική επένδυση, πλήκτρα συνδεδεμένα με μαλακά σφυράκια που χτυπούν πάνω σε μεταλλικές χορδές, παράγοντας χαρακτηριστικούς ήχους, και τρία πεντάλ, για να παρατείνεται ο ήχος ή για να γίνεται πιο σιγανός ή απαλός: όρθιο ~ ή ~ τοίχου (= κλασικό ~). Ηλεκτρικό/ψηφιακό ~. Μηχανικό ~ (= πιανόλα). Κάθισμα ~ου. Δεξιοτέχνης του ~ου. Παρτιτούρες/σονάτα για ~. Σόλο ~. Κοντσέρτο για ~ και ορχήστρα. Συνθέσεις για δύο ~α. Κουρδίζω το ~. Ερμήνευσε στο ~ έργα του ... (Συνοδεύει) στο ~ η ... Βλ. αρμόνιο, εκκλησιαστικό όργανο, φoρτεπιάνο.|| Βραδιά/ρεσιτάλ ~ου.|| (ως επίθ.) ~ μπαρ/ρεστοράν (: όπου παίζεται ζωντανή μουσική, κυρ. με ~). ΣΥΝ. κλειδοκύμβαλο ● Υποκ.: πιανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: πιάνο με ουρά: με οριζόντια επιμήκη κάσα (στο σχήμα άρπας) και τρία πόδια, το οποίο παράγει ήχο μεγαλύτερης έντασης από τα αντίστοιχα όρθια. [< γαλλ. piano à queue ] [< ιταλ. piano]

σκέλια

σκέλιασκέ-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): τα πόδια ανθρώπου ή ζώου, συνήθ. στη ● ΦΡ.: (με) την ουρά στα/κάτω από τα σκέλια/σκέλη (μτφ.): νικημένος και ταπεινωμένος: Φεύγει με ~ ~. Έβαλε ~ ~ κι εξαφανίστηκε. [< αρχ. σκέλος]

σκύλος

σκύλοςσκύ-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. τετράποδο σαρκοφάγο κατοικίδιο θηλαστικό ζώο (επιστ. ονομασ. Canis familiaris), που γαβγίζει και διαθέτει οξεία όσφρηση· ειδικότ. το αρσενικό του: αδέσποτος/ανυπάκουος/εκπαιδευμένος/επιθετικός (βλ. αγριόσκυλο)/ημίαιμος/καθαρόαιμος/κυνηγετικός/ποιμενικός/στειρωμένος ~. ~-συνοδός/-φύλακας. ~ εργασίας/καθοδήγησης τυφλών/συντροφιάς. Αστυνομικοί ~οι ανίχνευσης εκρηκτικών/ναρκωτικών. ~οι αναζήτησης και διάσωσης. Εκπαιδευτής/εκτροφείο/ράτσες ~ων (: κανίς, κόκερ, λαμπραντόρ, μπιγκλ, μπόξερ, μπουλντόγκ, ντόπερμαν, πεκινουά, πόιντερ, ροτβάιλερ, σέτερ). Ξενοδοχείο/ξενώνας/πανσιόν ~ων (πβ. κυνοκομείο). (σε πινακίδα) Προσοχή, ο ~ δαγκώνει.|| (μτφ., για πρόσ.) Παίκτης που μάχεται/τρέχει σαν ~ (: με όλες του τις δυνάμεις). Δουλεύω σαν ~ (= σκληρά). Πιστός σαν ~.|| (υβριστ., για κακό, άπονο άνθρωπο) Φύγε από μπροστά μου, ~ε! ΣΥΝ. σκυλί. 2. ΙΧΘΥΟΛ. σκυλόψαρο. ● Υποκ.: σκυλάκι (το): Πβ. κουτάβι., σκυλάκος (ο) ● Μεγεθ.: σκύλαρος (ο) ● ΦΡ.: άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά & άσπροι σκύλοι, μαύροι σκύλοι, όλοι οι σκύλοι μια γενιά (γνωμ.): για περιπτώσεις αρνητικής κρίσης, χωρίς διάκριση ή διαβάθμιση. , εγώ το λέω του σκύλου μου κι ο σκύλος στην ουρά του (παροιμ.): για μετάθεση της ευθύνης σχετικά με την εκτέλεση μιας πράξης., μπάτε/μπέστε σκύλοι (αλέστε κι αλεστικά μη δώσ(ε)τε) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι σε κάποιον χώρο επικρατεί πλήρης αυθαιρεσία, ο καθένας κάνει ό,τι θέλει: Έχουμε γίνει/καταντήσει ~ ~. Η κατάσταση είναι ~ ~. Πβ. ξέφραγο αμπέλι., σαν τον σκύλο με τη γάτα (προφ.): για έντονη και συνεχή διαμάχη μεταξύ δύο ανθρώπων ή ομάδων, παρατάξεων: Διαπληκτίζονται/μαλώνουν/τρώγονται ~ ~. ΣΥΝ. όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά, γίνομαι σκυλί βλ. σκυλί, και την πίτα ολόκληρη/σωστή/αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο βλ. πίτα, σαν δαρμένο σκυλί βλ. σκυλί, σκυλί/σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει βλ. γαβγίζει, το φτηνό το κρέας το τρώνε οι σκύλοι βλ. κρέας, χάνει/δεν γνωρίζει ο σκύλος/το σκυλί τον αφέντη του βλ. αφέντης, αφέντρα [< μτγν. σκύλ(λ)ος < αρχ. σκύλαξ ‘κουτάβι’]

στοίβα

στοίβαστοί-βα ουσ. (θηλ.) 1. σωρός από παρόμοια αντικείμενα τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο ή αφημένα πρόχειρα κάπου: ~ από βιβλία/γράμματα/ρούχα/χαρτιά. Στον νεροχύτη τα πιάτα είχαν κάνει/ήταν ~. Έκανε τα τούβλα δυο ~ες. Έχει μια ~ παιχνίδια (= πολλά). Πβ. ντάνα, πάκο, στήλη. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μνήμη υπολογιστή για προσωρινή αποθήκευση, στην οποία το στοιχείο που καταχωρείται τελευταίο, ανακτάται πρώτο: ~ δεδομένων. Αρχιτεκτονική ~ας. [< 2: αγγλ. stack, 1960]

σύννεφο

σύννεφοσύν-νε-φο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό-λογοτ.) σύγνεφο 1. ΜΕΤΕΩΡ. συγκέντρωση συμπυκνωμένων υδρατμών που αποκτούν συγκεκριμένο σχήμα στην ατμόσφαιρα: αραιά/άσπρα/γκρίζα/διάσπαρτα/μαύρα/πυκνά ~α. Μεσαία (: υψιστρώματα)/υψηλά (: θύσανοι, θυσανοστρώματα)/χαμηλά (: στρώματα, στρωματοσωρείτες, σωρειτομελανίες, σωρείτες) ~α. ~α ομίχλης. O ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα ~α. Το αεροπλάνο πετούσε πάνω από τα ~α.|| (μτφ., για μεγάλη ποσότητα:) ~ καπνού/σκόνης. ΣΥΝ. νεφέλη, νέφος (2) 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) για κάτι που προκαλεί φόβο και ανησυχία, προμηνύει δυσάρεστη, ανεπιθύμητη κατάσταση: απειλητικά/μαύρα ~α. Εμφανίστηκαν/φάνηκαν τα πρώτα ~α στη σχέση τους. Πυκνώνουν τα ~α πολέμου πάνω από την περιοχή. ~α σκίασαν την ευτυχία τους. ΣΥΝ. νέφος (4) ● ΣΥΜΠΛ.: ροζ σύννεφο βλ. ροζ ● ΦΡ.: βρίσκομαι/πετώ στα σύννεφα/στα ουράνια (προφ.-μτφ.): είμαι πολύ ευτυχισμένος: Ύστερα από τη μεγάλη της επιτυχία πετάει ~. Από τότε που ερωτεύτηκε βρίσκεται ~., πάει/πηγαίνει/πέφτει σύννεφο (προφ.): για κάτι συνήθ. αρνητικό που γίνεται πολύ συχνά ή σε μεγάλο βαθμό: Η βλακεία/το ψέμα πάει ~. Πέφτει ~ η κοροϊδία. ΣΥΝ. πάει καπνός, πέφτει/πέφτουν βροχή, πέφτω από τα σύννεφα (προφ.): εκπλήσσομαι δυσάρεστα: Έμαθα πως χώρισαν κι έπεσα ~ ~., πετάει/ζει/βρίσκεται στα σύννεφα βλ. πετώ ● βλ. συννεφάκι [< μεσν. σύννεφο, αγγλ. cloud]

τεχνήτιο

τεχνήτιοτε-χνή-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. στοιχείο (σύμβ. Tc, Ζ 43) που παράγεται τεχνητά από τη σχάση του ουρανίου ή τον βομβαρδισμό του μολυβδαινίου: ραδιενεργό ισότοπο/σύμπλοκα ~ίου.|| (ΙΑΤΡ.) Απεικονιστικός έλεγχος/σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς με ~. [< γαλλ. technétium, 1937 < τεχνητός, αγγλ. technetium, περ. 1946]

υπερωικός

υπερωικός, ή, ό [ὑπερωικός] υ-πε-ρω-ι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για φθόγγο) που παράγεται, όταν το πίσω μέρος της γλώσσας ακουμπά στο μαλακό τμήμα της υπερώας: ~ά: σύμφωνα/φωνήεντα. Βλ. ουρανικός.

χρήμα

χρήμα[χρῆμα] χρή-μα ουσ. (ουδ.) {χρήμ-ατος | -ατα, -άτων} ΣΥΝ. λεφτά 1. ΟΙΚΟΝ. επίσημο μέσο πληρωμής με τη μορφή κερμάτων και χαρτονομισμάτων: ελεγχόμενο (: που η κυκλοφορία του ελέγχεται από τις νομισματικές Αρχές)/μεταλλικό/νόμιμο/παράνομο ~. Κοινοτικό ~ (: οι οικονομικοί πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ζήτηση/προσφορά ~ατος (: συνολική ποσότητα ~ατος σε κυκλοφορία). Διακίνηση/εισροή/έκδοση ~ατος. Η (ανταλλακτική) αξία/τα είδη/το κόστος/ο ρόλος/η τιμή του ~ατος. Βλ. χρηματαγορά. 2. (ειδικότ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μεγάλο) χρηματικό ποσό, συνήθ. σε μετρητά: αφθονία/παραχάραξη/συσσώρευση ~ατος. Βοήθεια/εισφορές σε ~. Πεταμένα/χαμένα ~ατα. Τα ~ατα της αποζημίωσης. Δανεισμός/δαπάνη/εκταμίευση/έλλειμμα/κατάθεση/μεταβίβαση/υπεξαίρεση ~άτων. Καταμετρητής/κάτοχος ~άτων. Παιχνίδια με αληθινά/εικονικά ~ατα. Εξοικονομώ χρόνο και ~. Επενδύω τα ~ατά μου (πβ. κεφάλαιο). Επιστράφηκαν/παρακρατήθηκαν ~ατα. Διαθέτω/διαχειρίζομαι/καταβάλλω/κλέβω/μαζεύω/ξοδεύω/προσφέρω/χρειάζομαι ~ατα. Μεταφέρω/τοποθετώ ~ατα σε λογαριασμό. Δεν έχω καθόλου ~ατα μαζί/πάνω/στο πορτοφόλι μου. Δεν λογαριάζω/τσιγκουνεύομαι τα ~ατα. Μου κόστισε/στοίχισε πολλά ~ατα. Δεν θα πάμε διακοπές ελλείψει ~άτων. Πβ. ρευστό. 3. (ειδικότ.) (μεγάλες) απολαβές ή χρηματική περιουσία, πλούτος· συνεκδ. οι οικονομικά εύρωστοι: ~ατα και ακίνητα. Πακτωλός ~άτων. Το ~ ρέει άφθονο. Δουλειές που αφήνουν ~ (: κέρδος). Βγάζει αρκετά ~ατα από τη δουλειά του. Έχει πολλά ~ατα. Πόσα ~ατα παίρνεις τον μήνα (: ποιος/πόσος είναι ο μισθός σου); Έπαιξε όλα του τα ~ατα στα χαρτιά.|| Η δύναμη/το κυνήγι του ~ατος. Επίδειξη ~ατος. Αγαπάει/κυνηγάει το ~ (= τους παράδες, τα φράγκα). Πβ. μαμωνάς.|| Το ~ (= οι πλούσιοι) εξουσιάζει τον κόσμο. ● ΣΥΜΠΛ.: ακριβό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. δανεισμός με υψηλό επιτόκιο, επειδή η ζήτηση χρήματος υπερβαίνει την προσφορά., βρόμικο/μαύρο χρήμα: χρηματικά ποσά που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες και δεν έχουν φορολογηθεί: διακίνηση/εισαγωγή ~ου ~ατος. Χώρα που λειτουργεί ως παράδεισος/πλυντήριο (: για ξέπλυμα) ~ου ~ατος. [< αγγλ. dirty/black money] , γκρίζο χρήμα (προφ.): μίζα., δημόσιο/κρατικό χρήμα: οι οικονομικοί πόροι του κράτους: διαχείριση/κατάχρηση του δημόσιου ~ατος., εύκολο χρήμα (προφ.): χρηματικά ποσά που αποκτώνται με εύκολο και συνήθ. μη νόμιμο τρόπο: γρήγορο και ~ ~ (στα χαρτιά/στο καζίνο). [< αγγλ. easy money] , ζεστό χρήμα & (σπάν.) θερμό/καυτό χρήμα 1. (προφ.) ρευστό: Η συμφωνία έκλεισε με ~ ~ (= μετρητά). Η αγορά έχει ανάγκη από ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. επενδυτικό κεφάλαιο που επιδιώκει βραχυπρόθεσμα την υψηλότερη δυνατή απόδοση. [< αγγλ. hot money, 1936] , ηλεκτρονικό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που έχει αποθηκευτεί με ηλεκτρονικό τρόπο, κυρ. για πραγματοποίηση συναλλαγών μέσω διαδικτύου. Πβ. ηλεκτρονικό πορτοφόλι. [< αγγλ. electronic/e-money, 1966] , πολιτικό χρήμα (κυρ. στη ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.): η χρηματοδότηση, τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων., τραπεζικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. τραπεζικές επιταγές., φτηνό χρήμα (προφ.): δανεισμός χρημάτων με χαμηλό επιτόκιο και ευνοϊκούς όρους., ψηφιακό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που διακινείται ηλεκτρονικά. [< αγγλ. digital cash, 1991] , άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, λογιστικό χρήμα βλ. λογιστικός, ξέπλυμα χρήματος βλ. ξέπλυμα, πιστωτικό χρήμα βλ. πιστωτικός, πλαστικό χρήμα βλ. πλαστικός, ρευστό χρήμα βλ. ρευστός, το κόστος του χρήματος βλ. κόστος ● ΦΡ.: βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα (προφ.): επενδύω μεγάλο χρηματικό ποσό σε κάτι που πιστεύω ότι θα μου αποφέρει κέρδος: Έβαλε/έριξε πολλά λεφτά στην επιχείρηση., είναι υπεράνω χρημάτων (λόγ.): δεν τον ενδιαφέρουν τα λεφτά., επί χρήμασι (αρχαιοπρ.): έναντι χρημάτων, με οικονομικό αντάλλαγμα: πληροφορίες ~ ~.|| ~ ~ εκδιδόμενη γυναίκα. Πβ. επί πληρωμή. ΑΝΤ. δωρεάν, ο χρόνος είναι χρήμα (γνωμ.): είναι σημαντική η σωστή διαχείριση του χρόνου., παίρνω χρήματα (προφ.): χρηματίζομαι, δωροδοκούμαι. Πβ. τα παίρνει χοντρά, τα πιάνει., τα χρήματα δεν πέφτουν από τον ουρανό: τα λεφτά δεν αποκτώνται εύκολα, πρέπει να δουλέψει σκληρά κάποιος, για να τα αποκτήσει., το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν: για να δηλωθεί ότι η προέλευση των χρημάτων δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. [< γαλλ. l 'argent n'a pas d'odeur] , τραβάω χρήματα (προφ.): κάνω ανάληψη: ~ηξε ~ απ' την κάρτα/τον λογαριασμό/την τράπεζα., χρήμα/παράς/φράγκα με ουρά (προφ.): μεγάλα χρηματικά ποσά: Βγάζει ~ ~. ΣΥΝ. λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά, δει δη χρημάτων βλ. δει, έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου βλ. στάση, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, ο έρωτας κι ο βήχας δεν κρύβονται βλ. κρύβω, πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος βλ. μέτρο [< αρχ. χρῆμα]