Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ουτοπία [οὐτοπία] ου-το-πί-α ουσ. (θηλ.) {ουτοπιών} 1. καθετί που θεωρείται ιδανικό, αλλά είναι ανέφικτο: Είναι ~ να ελπίζει κανείς σε ένα καλύτερο αύριο; Πβ. μύθος, χίμαιρα. ΣΥΝ. φαντασιοκοπία 2. ΦΙΛΟΣ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. υποδειγματική, ιδεαλιστική κοινωνία: φιλελεύθερη ~. Βλ. αταξική κοινωνία, δυσ-, ευ-τοπία. [< αγγλ. utopia, 1516 (Th. More), γαλλ. utopie, 1532 < αρχ. οὐ τόπος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.