Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • οφειλέτης [ὀφειλέτης] ο-φει-λέ-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. οφειλέτρια, οφειλέτις}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που οφείλει χρηματικό ποσό: ενυπόθηκος ~. Ληξιπρόθεσμοι ~ες. Η περιουσία/πιστοληπτική ικανότητα/υπερημερία/(α)φερεγγυότητα του ~η. Απαλλαγή του ~η από τα χρέη του. Κήρυξη ~η σε κατάσταση πτώχευσης. ~ες δανείων. ~ες του Δημοσίου/ΙΚΑ. Πβ. πιστούχος. Βλ. υπόχρεος.|| (ως επίθ.) ~ης: έμπορος. ~τρια: εταιρεία. ΣΥΝ. δανειολήπτης, χρεοφειλέτης, χρεώστης ΑΝΤ. δανειστής, πιστωτής [< αρχ. ὀφειλέτης, ὀφειλέτις]

υπόχρεος

υπόχρεος, η, ο [ὑπόχρεος] υ-πό-χρε-ος επίθ. 1. ΝΟΜ. που διέπεται από τη νομική κυρ. υποχρέωση να προβεί σε κάποια ενέργεια: ~ος: εργοδότης/φορέας. ~ο: πρόσωπο. Είναι ~ για την καταβολή του φόρου (πβ. υποκείμενος)/την υποβολή (της δήλωσης/του εντύπου). Είμαι ~ σε αποζημίωση. Ιατρός ~ υπηρεσίας υπαίθρου.|| (ως ουσ.) ~ διατροφής/μειωμένης θητείας. Οι ~οι στράτευσης. Βλ. δικαιούχος. 2. (λόγ.) που χρωστά χάρη: Θα σας ήμουν ~, αν μπορούσατε να ... Μένω (ειλικρινά) ~. Πβ. ευγνώμων, υποχρεωμένος. [< μτγν. ὑπόχρεος, γαλλ. obligé]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.