οφειλέτης [ὀφειλέτης] ο-φει-λέ-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. οφειλέτρια, οφειλέτις}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που οφείλει χρηματικό ποσό: ενυπόθηκος ~. Ληξιπρόθεσμοι ~ες. Η περιουσία/πιστοληπτική ικανότητα/υπερημερία/(α)φερεγγυότητα του ~η. Απαλλαγή του ~η από τα χρέη του. Κήρυξη ~η σε κατάσταση πτώχευσης. ~ες δανείων. ~ες του Δημοσίου/ΙΚΑ. Πβ. πιστούχος. Βλ. υπόχρεος.|| (ως επίθ.) ~ης: έμπορος. ~τρια: εταιρεία. ΣΥΝ. δανειολήπτης, χρεοφειλέτης, χρεώστης ΑΝΤ. δανειστής, πιστωτής [< αρχ. ὀφειλέτης, ὀφειλέτις]
υπόχρεος
υπόχρεος, η, ο [ὑπόχρεος] υ-πό-χρε-ος επίθ. 1. ΝΟΜ. που διέπεται από τη νομική κυρ. υποχρέωση να προβεί σε κάποια ενέργεια: ~ος: εργοδότης/φορέας. ~ο: πρόσωπο. Είναι ~ για την καταβολή του φόρου (πβ. υποκείμενος)/την υποβολή (της δήλωσης/του εντύπου). Είμαι ~ σε αποζημίωση. Ιατρός ~ υπηρεσίας υπαίθρου.|| (ως ουσ.) ~ διατροφής/μειωμένης θητείας. Οι ~οι στράτευσης. Βλ. δικαιούχος.2. (λόγ.) που χρωστά χάρη: Θα σας ήμουν ~, αν μπορούσατε να ... Μένω (ειλικρινά) ~. Πβ. ευγνώμων, υποχρεωμένος. [< μτγν. ὑπόχρεος, γαλλ. obligé]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.