Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 4 εγγραφές  [1-4]


  • οφθαλμός [ὀφθαλμός] ο-φθαλ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. μάτι. 2. ΒΟΤ. το μέρος του φυτού από όπου εκφύεται άνθος, φύλλο, βλαστός: ανθοφόρος ~. Πβ. κόμπος, (ρ)όζος. ΣΥΝ. μπουμπούκι (2) 3. ΤΥΠΟΓΡ. η ανάγλυφη επιφάνεια του γράμματος στο τυπογραφικό στοιχείο. ● ΣΥΜΠΛ.: βυθός του ματιού/του οφθαλμού βλ. βυθός, παντεπόπτης οφθαλμός βλ. Παντεπόπτης ● ΦΡ.: έχω προ οφθαλμών (κάτι): κοιτάζω ή έχω κατά νου κάτι: Ας έχουμε ~ το παράδειγμά του., οφθαλμός/οφθαλμό(ν) αντί οφθαλμού (και οδούς/οδόντα αντί οδόντος): για να δηλωθεί η ανταπόδοση κακού που υπέστη κάποιος, αντεκδίκηση. Πβ. μάχαιρα(ν) έδωσες, μάχαιρα(ν) θα λάβεις, μία σου και μία μου, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα., εν ριπή οφθαλμού βλ. ριπή, έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά βλ. ορώ, με γυμνό μάτι/οφθαλμό βλ. γυμνός, χάρμα οφθαλμών βλ. χάρμα, ως κόρη(ν) οφθαλμού βλ. κόρη [< 1, 2: αρχ. ὀφθαλμός]
  • οφθαλμοσκόπηση [ὀφθαλμοσκόπηση] ο-φθαλ-μο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση του ματιού με οφθαλμοσκόπιο: άμεση/έμμεση ~. Πβ. βυθοσκόπηση. Βλ. -σκόπηση. [< γαλλ. ophtalmoscopie, αγγλ. ophthalmoscopy]
  • οφθαλμοσκοπικός , ή, ό [ὀφθαλμοσκοπικός] ο-φθαλ-μο-σκο-πι-κός επίθ. (σπάν.): που γίνεται με οφθαλμοσκόπιο: (ΙΑΤΡ.) ~ή: εξέταση. ~ά: ευρήματα.|| ~ή: παρατήρηση. [< αγγλ. opthalmoscopic(al)]
  • οφθαλμοσκόπιο [ὀφθαλμοσκόπιο] ο-φθαλ-μο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. ειδικό όργανο εξέτασης του εσωτερικού του ματιού: άμεσο/έμμεσο ~. Βλ. -σκόπιο. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σε φωτογραφική μηχανή) (οπτικό) σκόπευτρο το οποίο προβάλλει ό,τι περιλαμβάνεται στο κάδρο: ηλεκτρονικό ~. [< 1: γαλλ. ophtalmoscope, αγγλ. ophthalmoscope]

βυθός

βυθόςβυ-θός ουσ. (αρσ.) 1. πυθμένας θαλασσών, ωκεανών, λιμνών ή ποταμών: αμμώδης/ανώμαλος/λείος ~. ~ του κόλπου/λιμανιού/όρμου. Χάρτες ~ού. Βραχώδεις ~οί. Εκτάσεις θαλάσσιου ~ού με βλάστηση (βλ. ποσειδωνία). Κατάδυση στον ~ό. 2. τα κατώτερα θαλάσσια στρώματα: ψάρια του ~ού (ΑΝΤ. αφρόψαρα). Αλιευτικά εργαλεία ~ού (π.χ. παραγάδια, συρτή, τράτες). Οικοσυστήματα του ~ού. 3. (μτφ.) το εσώτερο ή έσχατο σημείο: ~ του μυαλού/της ψυχής (= τα βάθη). Στον ~ό της οδύνης. Πβ. πάτος. ● ΣΥΜΠΛ.: βυθός του ματιού/του οφθαλμού: ΑΝΑΤ. το πίσω μέρος του οφθαλμικού βολβού. Βλ. αμφιβληστροειδής (χιτώνας). [< αγγλ. fundus of the eye] , βόμβα βυθού βλ. βόμβα, μέθη των δυτών/του βυθού βλ. μέθη [< αρχ. βυθός]

γυμνός

γυμνός, ή, ό γυ-μνός επίθ. 1. (για πρόσ.) που δεν φορά ρούχα ή είναι ελαφρά ντυμένος· (για μέρος του σώματος) που δεν καλύπτεται από αυτά: ~ό: μοντέλο. ~ από τη μέση και πάνω (βλ. ημί-, μισό-γυμνος). Πόζαρε/φωτογραφήθηκε ~ή. Βούτηξαν ~οί στο νερό. Πβ. γδυτός, τσίτσιδος. Βλ. θεό-, ολό-γυμνος.|| Μη βγεις έτσι ~, φόρα κάτι ζεστό πάνω σου.|| ~ή: πλάτη (βλ. εξώπλατος). ~ό: στήθος (βλ. γυμνόστηθος)/χέρι (: χωρίς γάντια). ~οί: ώμοι.|| (συνεκδ., που περιλαμβάνει γυμνό σώμα:) ~ή: σκηνή/φωτογραφία/φωτογράφιση. ~ό: εξώφυλλο. Αντιπολεμική ~ή διαμαρτυρία. 2. (μτφ.) που δεν καλύπτεται από κάτι: (χωρίς βλάστηση ή φύλλα:) ~ό: βουνό (πβ. φαλακρό)/κλαδί/νησί (πβ. άδενδρο, ξερονήσι. ΑΝΤ. κατάφυτο). ~ά: βράχια.|| (χωρίς διακόσμηση ή επίπλωση:) ~οί: τοίχοι. Το σπίτι φάνταζε άδειο και ~ό.|| (χωρίς προστασία, περίβλημα:) ~ή: φλόγα (: ακάλυπτη). ~ό: καλώδιο (: χωρίς μόνωση)/μέταλλο/(ηλεκτροφόρο) σύρμα.|| ~ό: σπαθί (: έξω από τη θήκη του).|| Οι νεοσσοί γεννιούνται ~οί (: χωρίς φτέρωμα). 3. (μτφ.) που δεν διαθέτει, στερείται κάτι: (χωρίς προσχήματα, ωραιοποιήσεις:) ~ή: αλήθεια (= απροκάλυπτη)/βία (= ωμή)/πραγματικότητα. ~ά: γεγονότα.|| Κείμενο ~ό από επιχειρήματα/νόημα/συναίσθημα (πβ. φτωχό). ● Ουσ.: γυμνό (το): αναπαράσταση στην τέχνη ή εμφάνιση (συνήθ. στην τηλεόραση ή σε έντυπα) του γυμνού ανθρώπινου σώματος: ανδρικό/γυναικείο/καθιστό ~. Το ~ στη φωτογραφία. Σπουδή ~ού (: για έργα ζωγραφικής).|| Σκηνές ~ού. Το ~ πουλάει. ● Υποκ.: γυμνούλης , α, -ικο/-ι ● ΦΡ.: με γυμνό μάτι/οφθαλμό & (λόγ.) διά γυμνού οφθαλμού 1. χωρίς χρήση οπτικού οργάνου (φακού, μικροσκοπίου, τηλεσκοπίου): πλανήτες ορατοί ~ ~. Οργανισμοί αόρατοι ~ ~. 2. (μτφ.) για κάτι ολοφάνερο, οφθαλμοφανές: Το αποτέλεσμα είναι ορατό ~ ~. [< γαλλ. (invisible) à l'œil nu] , ο βασιλιάς είναι γυμνός & η βασίλισσα είναι γυμνή: σε περιπτώσεις που αποκαλύπτεται η σαθρότητα, αδυναμία ισχυρού προσώπου ή θεσμού. [< αγγλ. the king is naked (Σαίξπηρ)] [< αρχ. γυμνός]

κόρη

κόρηκό-ρη ουσ. (θηλ.) 1. θηλυκό παιδί, κυρ. σε σχέση με τους γονείς του: θετή (πβ. ψυχο~)/μονάκριβη/υιοθετημένη/φυσική ~. Η μεγαλύτερη/μικρότερη ~ τους. Η ~ του αδερφού (= ανιψιά)/της θείας (= ξαδέρφη)/του παιδιού (= εγγονή) μου. Την αγαπάει σαν ~ του. Σχέση μητέρας/πατέρα-~ης. Έχει δύο ~ες κι έναν γιο. Έχω ~ της παντρειάς. Ζήτησε το χέρι της ~ης τους. Πβ. θυγατέρα, κορίτσι. Βλ. κοπέλα, νέα, παρα~. 2. ΑΝΑΤ. το άνοιγμα στο κέντρο της ίριδας, από το οποίο εισέρχεται το φως στον οφθαλμό: διαστολή/συστολή της ~ης του ματιού. Πβ. μαυράδι. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. (στην αρχαϊκή πλαστική) νεανικό γυναικείο άγαλμα, ντυμένο, σε όρθια μετωπική στάση: αναθηματικές/μαρμάρινες ~ες. Επιτύμβιο ανάγλυφο ~ης. Βλ. κούρος. ● Υποκ.: κορούλα (η): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: κοράκλα (η) (λαϊκό): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: ως κόρη(ν) οφθαλμού (λόγ.): ως κάτι εξαιρετικά πολύτιμο: Προσέχει την υγεία του ~ ~. [< αρχ. κόρη 3: αγγλ. kore, γαλλ. korê, γερμ. Kore]

ορώ

ορώ[ὁρῶ] ο-ρώ ρ. (αμτβ.) {οράς ... | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (αρχαιοπρ.): βλέπω. Βλ. ιδέ. Κυρ. στη ● ΦΡ.: έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά (λόγ.): η δικαιοσύνη βλέπει τα πάντα και απονέμει το δίκαιο. [< αρχ. ὁρῶ]

Παντεπόπτης

ΠαντεπόπτηςΠα-ντε-πό-πτης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. (προσωνυμία του Θεού) που βλέπει, παρατηρεί ή επιτηρεί τα πάντα. ● ΣΥΜΠΛ.: παντεπόπτης οφθαλμός: το μάτι του Θεού που απεικονίζεται συνήθ. στο κέντρο του τέμπλου των εκκλησιών. [< μτγν. παντεπόπτης]

ριπή

ριπή[ῥιπή] ρι-πή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) σύνολο ταυτόχρονων ή διαδοχικών πυροβολισμών: ~ές αυτόματου (όπλου)/πολυβόλου. ~ από σφαίρες. Απανωτές/εκκωφαντικές ~ές. Πβ. τουφεκιά. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. (σπάν.) ταχύτητα με την οποία γίνονται συνεχόμενες λήψεις φωτογραφικής μηχανής ή εκτελούνται ορισμένες λειτουργίες σε ηλεκτρονικό υπολογιστή: διάστημα/ρυθμός ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: ριπή (του) ανέμου: ΜΕΤΕΩΡ. ρεύμα αέρα που κινείται απότομα και γρήγορα. [< γαλλ. rafale] ● ΦΡ.: εν ριπή οφθαλμού (ΚΔ): ταχύτατα, αστραπιαία: Τα εισιτήρια του αγώνα/της πρεμιέρας εξαντλήθηκαν ~ ~. Πβ. αμέσως., βολή κατά ριπάς βλ. βολή1 [< αρχ. ῥιπή ‘φόρα, ορμή’]

-σκόπηση

-σκόπηση(λόγ.) επίθημα κυρ. αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. έρευνα, μελέτη: δημο~ (πβ. -μέτρηση).|| Ανα~/επι~. 2. ΙΑΤΡ. εξέταση σε όργανο ή περιοχή του σώματος: αγγειο~/αρθρο~/βρογχο~/γαστρο~/κολονο~/κολπο~/κυστεο~/λαπαρο~/μεσοθωρακο~/οισοφαγο~/ουρηθρο~/οφθαλμο~/πρωκτο~/υστερο~. Πβ. -σκοπία. 3. ΤΕΧΝΟΛ. εγγραφή εικόνας ή/και ήχου με ειδικό τρόπο ή μέσο: βιντεο~/μαγνητο~.

-σκόπιο

-σκόπιο(λόγ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών, κυρ. τεχνικών όρων, με αναφορά σε όργανο ειδικής εξέτασης ή παρατήρησης: (ΙΑΤΡ.) αγγειο~/αρθρο~/βρογχο~/γαστρο~/ενδο~/κολονο~/κολπο~/κυστεο~/λαπαρο~/λαρυγγο~/μητρο~/ουρηθρο~/οφθαλμο~/πρωκτο~/στηθο~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Μικρο~/περι~/τηλε~.

χάρμα

χάρμαχάρ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λόγ.): οτιδήποτε τέρπει τις αισθήσεις, προκαλεί ευχάριστα αισθήματα: ~ ακοής η συναυλία.|| (ως επίθ.) Η κοπέλα/το νησί είναι ~ (= πανέμορφη/ο).|| (ως επίρρ.) -Πώς περνάτε; ~ (= υπέροχα)! ● ΦΡ.: χάρμα οφθαλμών (λόγ.) & (αρχαιοπρ.) χάρμα ιδέσθαι (εμφατ.): για κάποιον ή κάτι εντυπωσιακά όμορφο: (κυρ. για γυναίκα:) Είναι ~ ~! [< αρχ. χάρμα]