Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ούλος , η, ο [oὗλος] ού-λος επίθ. (λαϊκό): όλος. [< μεσν. ούλος]