πάπλωμα πά-πλω-μα ουσ. (ουδ.) {παπλώμ-ατος | -ατα} 1. κλινοσκέπασμα γεμισμένο με βαμβάκι, μαλλί, πούπουλα, υαλοβάμβακα ή άλλο υλικό: διπλό/μονό/υπέρδιπλο ~. Βλ. κουβέρτα.2. ΤΕΧΝΟΛ. ινώδες θερμοηχομονωτικό υλικό: οικοδομικό ~. ~ πετροβάμβακα/υαλοβάμβακα. ~ με κοτετσόσυρμα. ● Υποκ.: παπλωματάκι (το) ● ΦΡ.: απλώνω τα πόδια μου μέχρι/ως εκεί που φτάνει το πάπλωμά μου (μτφ.-προφ.): ενεργώ βάσει των δυνατοτήτων μου., ο καβγάς είναι για το πάπλωμα (μτφ.-προφ.): η πραγματική αλλά κρυφή αιτία της σύγκρουσης είναι το συμφέρον., τον πλάκωσε το πάπλωμα (ειρων.): άργησε να ξυπνήσει. [< μεσν. (ε)πάπλωμα < ἐφάπλωμα]
κουβέρτα
κουβέρτακου-βέρ-τα ουσ. (θηλ.) 1. κλινοσκέπασμα από μαλλί, βαμβάκι ή συνθετικό υλικό, για προστασία από το κρύο· κατ' επέκτ. κάλυμμα για την κατάσβεση μικρών εστιών φωτιάς ή την προστασία από τη θερμότητα: ελαφριά/ζεστή/ισοθερμική/λεπτή/παιδική/στρατιωτική/υπέρδιπλη/χοντρή ~. ~ βελουτέ/πικέ/φλις. ~ αγκαλιάς (: για βρέφη). Ακρυλικές ~ες. Σκεπάζομαι/τυλίγομαι με την ~. Χώθηκε κάτω από την ~. Πβ. βελέντζα, μπατανία. Βλ. λευκά είδη, πάπλωμα.|| Αντιπυρική/πυρίμαχη ~. Δύσφλεκτη ~ διάσωσης. ~ες πυρόσβεσης.2. ΝΑΥΤ. κατάστρωμα (σκάφους): πλήρωμα ~ας. ΣΥΝ. ντεκ (1) ● Υποκ.: κουβερτούλα (η) & κουβερτάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρική κουβέρτα: ΤΕΧΝΟΛ. που θερμαίνεται με ηλεκτρικό ρεύμα. [< αγγλ. electric blanket, 1930] ● ΦΡ.: αβέρτα-κουβέρτα βλ. αβέρτα [< μεσν. κουβέρτα < βεν. coverta]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.