Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πάσγουορντ πά-σγου-ορντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. προσωπικός και μυστικός κωδικός (π.χ. λέξη, φράση ή οποιαδήποτε ακολουθία χαρακτήρων), που συνοδεύει το όνομα χρήστη· κωδικός πρόσβασης ή ασφαλείας. Βλ. πιν. ΣΥΝ. συνθηματικό (1) [< αγγλ. password, 1965, ιταλ. ~, 1972]

πιν

πινουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. προσωπικός αριθμός αναγνώρισης που χρησιμοποιείται με κάρτα τραπεζικών συναλλαγών σε ΑΤΜ και είναι απαραίτητος για την πρόσβαση σε συγκεκριμένο λογαριασμό· κωδικός κινητού τηλεφώνου που επιτρέπει τη χρήση του μόνο από τον κάτοχό του ή όποιον τον γνωρίζει: υποκλοπή του ~. Αλλάζω/ξεχνώ το ~ μου. Βλ. πάσγουορντ. [< αγγλ. PIN (Personal Identification Number)]