Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πέος πέ-ος ουσ. (ουδ.) {πέ-ους}: ΑΝΑΤ. όργανο που αποτελεί μέρος των εξωτερικών γεννητικών οργάνων του άνδρα και αρσενικών ζώων και χρησιμοποιείται για την ούρηση και τη συνουσία: ~ σε στύση. Βάλανος/κεφαλή/πετσάκι/χαλινός του ~ους. Διέγερση/διείσδυση/επιμήκυνση/ερεθισμός/μεγέθυνση του ~ους. Μέγεθος/μήκος ~ους. Πβ. καυλί, μαλαπέρδα, μόριο, πουλί, πούτσος, πράμα, τέτοιο, τσουτσούνι, φαλλός, ψωλή. ● ΣΥΜΠΛ.: φθόνος του πέους: ΨΥΧΑΝ. (στη φροϋδική θεωρία) ο φθόνος που θεωρείται ότι αισθάνεται το κορίτσι για το πέος του αγοριού, ο οποίος αποτελεί αιτία ψυχικής σύγκρουσης και ανάπτυξης αισθημάτων κατωτερότητας. [< γερμ. Penisneid, αγγλ. penis envy, 1924] [< αρχ. πέος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.