Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πέος πέ-ος ουσ. (ουδ.) {πέ-ους}: ΑΝΑΤ. όργανο που αποτελεί μέρος των εξωτερικών γεννητικών οργάνων του άνδρα και αρσενικών ζώων και χρησιμοποιείται για την ούρηση και τη συνουσία: ~ σε στύση. Βάλανος/κεφαλή/πετσάκι/χαλινός του ~ους. Διέγερση/διείσδυση/επιμήκυνση/ερεθισμός/μεγέθυνση του ~ους. Μέγεθος/μήκος ~ους. Πβ. καυλί, μαλαπέρδα, μόριο, πουλί, πούτσος, πράμα, τέτοιο, τσουτσούνι, φαλλός, ψωλή. ● ΣΥΜΠΛ.: φθόνος του πέους: ΨΥΧΑΝ. (στη φροϋδική θεωρία) ο φθόνος που θεωρείται ότι αισθάνεται το κορίτσι για το πέος του αγοριού, ο οποίος αποτελεί αιτία ψυχικής σύγκρουσης και ανάπτυξης αισθημάτων κατωτερότητας. [< γερμ. Penisneid, αγγλ. penis envy, 1924] [< αρχ. πέος]