Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 18 εγγραφές  [0-18]


  • πέρα πέ-ρα επίρρ. 1. (+ από) υπερβαίνοντας ένα συγκεκριμένο τοπικό, χρονικό, ποσοτικό ή νοητό όριο: ~ από τα βουνά/τη θάλασσα/τον ορίζοντα/τα σύνορα.|| Θα μου πάρει ~ από μια βδομάδα. ΣΥΝ. πάνω.|| ~ από το ποσό της προσφοράς. ΣΥΝ. περισσότερο.|| ~ από κάθε προκατάληψη/σκέψη. Πάνω και ~ από κάθε προσδοκία. ~ από (= ξεπερνώντας) εμπόδια και δυσκολίες. Κάτι τέτοιο είναι ~ από (= έξω από) τις αντοχές/τις δυνατότητές μου.|| Από ένα σημείο και ~, ...|| (ως επίθ.) Στην ~ γειτονιά. 2. μακριά: Τους έβλεπε να έρχονται από ~.|| (εμφατ.) Κάνε πιο ~ (= παρα~). Πήγαινε πιο ~.|| (λαϊκό) (Ί)σα ~ ρε (= άντε χάσου)! 3. (+ από) απέναντι: Πέρασαν ~ από το ποτάμι. ΣΥΝ. αντίπερα 4. (+ από) εκτός από: ~ από τη μουσική, έχει και άλλα ενδιαφέροντα.|| Να μη μάθει κανένας τίποτα ~ από μένα και σένα.|| ~ από (= αν εξαιρέσουμε) τις υπερβολές, η αλήθεια είναι ότι ... ~ από αυτό, νομίζω ότι ... (πβ. εκτός/πέραν αυτού/τούτου). ● ΦΡ.: εδώ/εκεί πέρα (επιτατ.): σε σχέση με το σημείο που βρίσκεται αυτός που μιλά: Έλα εδώ ~! Φύγε από 'δω ~!|| Τι γίνεται εκεί ~; Άντε/άι από κει ~ (= χάσου)! , κάνω κάποιον/κάτι πέρα: παραγκωνίζω, παραμερίζω: Έκανε ~ την οικογένειά/τους φίλους του (= τους απομάκρυνε).|| Έκανε ~ (= άφησε κατά μέρος) τους εγωισμούς/την ντροπή.|| Κάνε ~ (= στην άκρη) να περάσω. Κάνε (πιο) ~ (= μέριασε) τα ποτήρια, για να βάλω τα πιάτα., πέρα για/ως πέρα 1. τελείως, εντελώς, ολωσδιόλου: εντύπωση ~ ~ λανθασμένη. Αντιδράσεις ~ ~ δικαιολογημένες. Είναι ~ ~ αληθινό. Δικαιώθηκε ~ ~. 2. από τη μια πλευρά ως την άλλη, απ' άκρη σ' άκρη: Το βλέμμα της τον διαπέρασε ~ ~.|| Καλημέρα ~ ~! (= πολύ καλημέρα σας!)., πέρα-δώθε: προς τα εδώ και προς τα εκεί· πάνω κάτω: Έτρεχαν ~ ~. Πβ. δώθε-κείθε.|| (ως ουσ.) Βαρέθηκα τα (συνεχή) ~ ~ (= τα πήγαινε-έλα)., τα βγάζω/τα φέρνω πέρα (προφ.): τα καταφέρνω: Δεν τα ~ει ~ με τα μαθήματα/οικονομικά. Με δυσκολία/με το ζόρι τα ~ει ~. Έμαθε να τα ~ει ~ μόνος του. Πβ. αντεπεξέρχομαι, πορεύομαι.|| Δεν τα βγάζεις (εύκολα) πέρα μαζί του., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, από κει και πέρα βλ. από, δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του βλ. μύτη, ένα μήλο την ημέρα το(ν) γιατρό τον κάνει πέρα βλ. μήλο, πέρα από κάθε αμφιβολία βλ. αμφιβολία, πέρα από κάθε προσδοκία βλ. προσδοκία, πέρα από κάθε φαντασία βλ. φαντασία, πέρα βρέχει βλ. βρέχω, πέρα/έξω από κάθε αμφισβήτηση βλ. αμφισβήτηση, πέρα/έξω από κάθε λογική βλ. λογική ● βλ. πέραν [< αρχ. πέραν]
  • περαιτέρω πε-ραι-τέ-ρω επίρρ. (λόγ.): πιο πέρα, περισσότερο: Δεν πρόκειται να εμπλακεί ~ στην υπόθεση.|| (ως επίθ.) ~ ανάπτυξη/βελτίωση/βοήθεια/εξέλιξη/έρευνα/μελέτη/πληροφορίες/προβληματισμός. ● Ουσ.: περαιτέρω (τα): τα επόμενα, όσα ακολουθούν: Θα επικοινωνήσουμε μαζί σας για τα ~. ● ΦΡ.: στο μη παρέκει/περαιτέρω: στο έσχατο σημείο: Η κατάσταση έφτασε ~ ~ (= δεν γίνεται να συνεχιστεί άλλο). ΣΥΝ. (φτάνω) στο απροχώρητο, στο αμήν (1) [< αρχ. περαιτέρω]
  • περαιώνω πε-ραι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {περαίω-σα, περαιώ-θηκε, -μένος, περαιών-οντας} (επίσ.): ολοκληρώνω, τελειώνω κάτι: ~θηκε η διαδικασία/η κατασκευή του έργου. ΣΥΝ. αποπερατώνω [< μτγν. περαιῶ]
  • περαίωση πε-ραί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. -ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ολοκλήρωση: αυτόματη ~ εκκρεμών (φορολογικών) υποθέσεων (= κλείσιμο· πβ. συνάφεια). Πβ. περάτωση, τελείωση. Βλ. αυτο~, διεκ~. [< μτγν. περαίωσις]
  • πέραν πέ-ραν επίρρ. (λόγ., συνήθ. + γεν.) 1. εκτός: ~ των άλλων/του ότι ... 2. ξεπερνώντας: ~ του νομίμου/των ορίων. ~ πάσης υποψίας. ● ΦΡ.: εκτός/πέραν αυτού/τούτου βλ. εκτός, υπέρ το δέον & πέραν του δέοντος βλ. δέων ● βλ. πέρα [< αρχ. πέραν]
  • περαντζάδα βλ. περατζάδα
  • πέρας πέ-ρας ουσ. (ουδ.) {πέρ-ατος | -ατα} (λόγ.): τέλος, λήξη, ολοκλήρωση: το ~ του εξαμήνου/της συνάντησης/των συνομιλιών. Με/μετά το ~ της αγωγής, ο ασθενής πρέπει να ξανακάνει εξετάσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: πέρας προσέλευσης (επίσ.): η ώρα μέχρι την οποία πρέπει κάποιος να προσέλθει σε μια εκδήλωση, διοργάνωση: ~ ~ αντιπροσωπειών/επισήμων/προσκεκλημένων/των συνέδρων. ~ ~ των υποψηφίων στις αίθουσες ορίζεται για όλα τα μαθήματα η ... ● ΦΡ.: φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας: ολοκληρώνω: ~ ~ μια δύσκολη αποστολή/μια επιχείρηση/τα καθήκοντά μου. Έφερε ~ με επιτυχία το έργο που του ανατέθηκε. ΣΥΝ. αποπερατώνω, περατώνω, στην άκρη/στα/ως τα πέρατα του κόσμου/της γης βλ. κόσμος [< αρχ. πέρας]
  • πέρασα βλ. περνώ
  • πέραση πέ-ρα-ση ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: έχει (μεγάλη) πέραση: έχει απήχηση, επιρροή, είναι ευρέως αποδεκτός: ~ ~ στις γυναίκες (= αρέσει, περνάει η μπογιά του). Ο λόγος του ~ ~ (= μετράει). Προϊόντα που έχουν μεγάλη ~ (πβ. ζήτηση). [< αρχ. πέρασις 'διέλευση, πέρασμα']
  • περασιά πε-ρα-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ευθυγράμμιση στην τοποθέτηση αντικειμένων: Τα κάδρα θα μπουν όλα ~ δεξιά. Παράθυρο ~ (= στην ίδια ευθεία) με τον τοίχο. 2. ΤΥΠΟΓΡ. -ΠΛΗΡΟΦ. στοίχιση στη διάταξη κειμένων ή εικόνων σε μια νοητή ευθεία κατά το μοντάζ ή την επεξεργασία κειμένου στον Η/Υ: Οι στήλες του κειµένου έχουν ~ αριστερά-δεξιά. 3. (παρωχ.) πέρασμα, διάβαση: ~ από τις γειτονιές.
  • πέρασμα πέ-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) {περάσμ-ατος | -ατα} (κυρ. προφ.) 1. σημείο, μέρος από το οποίο περνά ή μπορεί να περάσει κάποιος: επικίνδυνο/θαλάσσιο/μυστικό/ορεινό/στενό/τεχνητό (πβ. τούνελ)/υπόγειο ~. ~ ανάμεσα σε δύο ακτές (= πορθμείο). Διέσχισε το ~ με ιστιοφόρο (βλ. πορθμός). Άνοιξε ένα ~ στον τοίχο (= άνοιγμα). Έκλεισαν/φυλάσσονται τα (μεθοριακά) ~ατα ανάμεσα στις δύο χώρες. Πβ. δίοδος.|| ~ατα ψαριών. Περιοχή που αποτελεί ~ για τα αποδημητικά πτηνά.|| (για πολυσύχναστο μέρος:) Η πόλη ... συνιστούσε εμπορικό ~. Δρόμος/πλατεία που είναι ~ (πβ. περατζάδα). Βλ. κόμβος, σταυροδρόμι. 2. διέλευση: ~ του βουνού/του ποταμού/του φαραγγιού (= διάβαση, διάσχιση). ~ (με βάρκα) στην απέναντι όχθη. ~ του πλοίου από το λιμάνι. Βλ. προσ~.|| Αστεροειδής σε κοντινό ~ από τη Γη. 3. μετάβαση: το ~ στη δημοκρατία/στον εικοστό πρώτο αιώνα/στο ενιαίο νόμισμα/στο επόμενο στάδιο/στην ψηφιακή τεχνολογία. ~ από τη θεωρία στην πράξη/από τον χειμώνα στην άνοιξη. Ανακάλυψη που σηματοδοτεί το ~ σε μια νέα εποχή (πβ. είσοδος). 4. για χρονικό διάστημα που έχει περάσει: το ~ των δεκαετιών. Η ιστορία και ο πολιτισμός μιας χώρας στο ~ (= διάβα) των αιώνων/του χρόνου/των χρόνων. Με (/κατά) το ~ του χρόνου πολλά πράγματα άλλαξαν. Με το ~ του καιρού (= συν τω χρόνω)/της ώρας ... ΣΥΝ. παρέλευση, πάροδος2 5. παρουσία ή εμφάνιση για μικρό χρονικό διάστημα: (για ηθοποιό) Έκανε ένα σύντομο ~ από τη σειρά/στα πρώτα επεισόδια.|| (ΜΟΥΣ.) Κομμάτια με έντονα κιθαριστικά ~ατα. Συνθέσεις με (γρήγορα) ~ατα πνευστών. 6. καταγραφή, καταχώριση: το ~ των στοιχείων στον κατάλογο/στον υπολογιστή. 7. επικάλυψη, επίστρωση με ρευστό υλικό: ~ (επιφάνειας) με αλοιφή/βερνίκι/κερί (= κέρωμα)/κόλλα/μπογιά (= βάψιμο). 8. μεταβίβαση: ~ ακινήτου με γονική παροχή/δωρεά/κληρονομιά. 9. πλύσιμο: ~ των ρούχων δύο φορές (με νερό). 10. διάβασμα: βιαστικό/γρήγορο ~ της σελίδας. Βλ. κοίταγμα. ● Υποκ.: περασματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: εναέριο πέρασμα: εναλλακτική δραστηριότητα κατά την οποία επιχειρείται πέρασμα πάνω από φυσικό εμπόδιο (π.χ. ποταμό, χαράδρα), με τη χρήση κυρ. μηχανισμού με συρματόσχοινο και τροχαλία. [< αγγλ. flying fox, 1936] ● ΦΡ.: στο πέρασμά του: κατά τη διάρκεια της διέλευσής του: Ανυπολόγιστες ζημιές άφησε στο (καταστροφικό/σαρωτικό/φονικό) ~ ~ ο κυκλώνας/τυφώνας ... Η πυρκαγιά κατέστρεψε ~ της χιλιάδες στρέμματα δάσους. Όταν πλημμυρίζει ο ποταμός, σαρώνει τα πάντα ~ ~.|| (χιουμορ., για πρόσ.) Δεν αφήνει τίποτα όρθιο ~ ~ (βλ. οδοστρωτήρας, σίφουνας)! [< μεσν. πέρασμα]
  • περασμένος , η, ο πε-ρα-σμέ-νος επίθ. 1. προηγούμενος: το ~ο Σάββατο/φθινόπωρο. Στο τέλος του ~ου αιώνα/μήνα. Τα γεγονότα της ~ης δεκαετίας/εβδομάδας. Πβ. παρελθών. Βλ. προ~. 2. που ανήκει στο παρελθόν, παλιός: ~ες: αντιλήψεις (= ξεπερασμένες)/γενιές/στιγμές. Εικόνες μιας ~ης εποχής/~ων καιρών (πβ. αλλοτινός. ΑΝΤ. σύγχρονος, τωρινός). Ρούχα ~ης μόδας (= παλιομοδίτικα). Πβ. παρελθών.|| Η ώρα είναι αρκετά ~η (= είναι αργά). Είναι ~ες πέντε, έπρεπε να έχει φανεί.|| Άτομο ~ης (= προχωρημένης) ηλικίας. 3. που έχει διέλθει (μέσα) από κάτι: αλεύρι ~ο από σήτα. Κρεμμύδια ~α από τρίφτη (= τριμμένα). Πατάτες ~ες από τον μύλο (= αλεσμένες).|| Χάντρες ~ες σε κλωστή. Κομμάτια κρέας ~α σε καλαμάκι (βλ. σουβλάκι). Κλειδιά ~α σε μπρελόκ.|| Κολιέ ~ο (γύρω) από το/στο λαιμό.|| Με την τσάντα ~η στον (= κρεμαστή από τον) ώμο. Πβ. περαστός.|| Αυτοκίνητα ~α από ΚΤΕΟ.|| (μτφ.) Κείμενο ~ο και ξανα~ο (= που έχει ελεγχθεί πολλές φορές). 4. εγγεγραμμένος, καταγεγραμμένος, καταχωρημένος: Όλα τα στοιχεία είναι ~α στα βιβλία της επιχείρησης/στον υπολογιστή. Τα ονόματα ήταν ~α στα Ελληνικά. 5. επικαλυμμένος, επιστρωμένος με ρευστό υλικό: Επιφάνεια ~η με αστάρι/χρώμα (= βαμμένη). Ξύλο ~ο με (δύο χέρια) βερνίκι/ειδικό λάδι/κερί. ● Ουσ.: περασμένα (τα): το παρελθόν: Αναπολεί τα ~. ΣΥΝ. χθες ΑΝΤ. τωρινά ● ΦΡ.: περασμένα ξεχασμένα: ως προτροπή να ξεχάσουμε κάτι που έγινε στο παρελθόν: Τέλος πάντων, δεν πειράζει· ~ ~ (πβ. ό,τι έγινε, έγινε).|| Περασμένα ναι, ξεχασμένα όχι (: δεν έχουν ξεχαστεί όσα συνέβησαν)., περασμένα μεγαλεία (και διηγώντας τα να κλαις) βλ. μεγαλείο ● βλ. περνώ [< μεσν. περασμένος]
  • περαστικός , ή, ό πε-ρα-στι-κός επίθ. 1. που περνά από κάπου: ~ός: κόσμος (: άνθρωποι). ~οί: επισκέπτες/ταξιδιώτες. ~ά: αυτοκίνητα. Βλ. δια~. 2. (μτφ.) παροδικός, πρόσκαιρος: ~ός: πόνος. ~ή: αδιαθεσία/κρίση. ~ό: πρόβλημα. Η μπόρα είναι ~ή. Πβ. προσωρινός. ● Ουσ.: περαστικός, περαστική (ο/η): διερχόμενος: Είμαι ~ή από τη γειτονιά. Ζήτησε βοήθεια από κάποιον ~ό. Μπροστά στα μάτια των ~ών. Χάζευε από το παράθυρο τους ~ούς. Πβ. διαβάτης. ● επίρρ.: περαστικά & (οικ.) περαστικούλια: ευχή για ανάρρωση: ~ (σου)! Γρήγορα ~! Σου εύχομαι (να είναι) ~.
  • περαστός , ή, ό πε-ρα-στός επίθ. 1. (για αντικείμενο, κατασκευή) που τοποθετείται, στερεώνεται σε κάτι άλλο, χωρίς κάρφωμα ή συγκόλληση: ~ό: βαρίδι/λάστιχο. ~ές: βίδες (: που μπαίνουν σε τρύπες χωρίς σπείρωμα). 2. ΜΑΓΕΙΡ. που έχει περαστεί από μίξερ, τρίφτη ή σουρωτήρι: ~ές: ντομάτες. ~ά: φρούτα. Βλ. πολτοποιημένος. 3. περασμένος από κάτι: θήκη κινητού τηλεφώνου ~ή σε ζώνη. [< μεσν. περαστός]
  • περατζάδα πε-ρα-τζά-δα ουσ. (θηλ.) & περαντζάδα (λαϊκό) 1. βόλτα, περίπατος: απογευματινή/βραδινή ~. Κάνουν ~ στα μαγαζιά/στην παραλία/στην πλατεία. Βλ. -άδα. 2. σύντομο πέρασμα: Έκαναν μια ~ από την εκδήλωση. 3. (συνεκδ.) χώρος από τον οποίο περνά πολύς κόσμος (συνήθ. κάνοντας περίπατο): η ~ του λιμανιού/του χωριού. Πβ. πέρασμα. Βλ. στράτα. [< μεσν. περα(ν)τζάδα 'θαλάσσια διαδρομή']
  • περατός , ή, ό πε-ρα-τός επίθ. (λόγ.) 1. (για υλικό) που επιτρέπει τη διέλευση διαφόρων στοιχείων (μορίων, σωματιδίων): ~ό: φίλτρο. ~ές: επιφάνειες. ~ά: εδάφη. Βλ. ημι~, υδρο~. ΣΥΝ. διαπερατός ΑΝΤ. αδιαπέραστος (1) 2. (σπάν.) που έχει όρια, πέρας. Πβ. πεπερασμένος. [< αρχ. περατός]
  • περατώνω πε-ρα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {περάτω-σα, περατώ-θηκε, -μένος, περατών-οντας} (λόγ.): αποπερατώνω. ΣΥΝ. τελειώνω (2), φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας [< μτγν. περατῶ]
  • περάτωση πε-ρά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποπεράτωση: έγκαιρη/επιτυχής/ταχύτερη ~. ~ των εργασιών/του προγράμματος/των σπουδών. Πβ. τελείωση. [< μτγν. περάτωσις]

-άδα

-άδαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. (αφηρ.) κατάσταση ή ιδιότητα: βραχν~/γρηγορ~/ζωηρ~/κρυ~/νοστιμ~/σβελτ~.|| Κιτριν~/κοκκιν~/πρασιν~. 2. (περιληπτ.) συγκεκριμένο αριθμό, σύνολο: μον~/πεντ~/εξ~/επτ~/δεκ~/εικοσ~/εκατοντ~/χιλι~. Πβ. -αριά.|| Εβδομ~. Ομ~. 3. χυμό, κυρ. φρούτων, ή φαγητό: βυσσιν~/λεμον~/μανταριν~/πορτοκαλ~/σουμ~. Μακαρον~/ρεβιθ~/φασολ~. 4. το μέσο, τον τρόπο ή την περίσταση: βαρκ~/ποδηλατ~/στρωματσ~.|| Λιακ~/ρομαντζ~/φεγγαρ~. 5. επέκταση ή διαφοροποίηση σημασίας, συνήθ. σε διαφορετικό υφολογικό επίπεδο: ζαλ~/πουλ~/σχισμ~.

αμφιβολία

αμφιβολία[ἀμφιβολία] αμ-φι-βο-λί-α ουσ. (θηλ.) {αμφιβολι-ών} 1. αβεβαιότητα, έλλειψη σιγουριάς για κάποιον ή για κάτι: Δεν έχω την παραμικρή ~ (ΣΥΝ. ενδοιασμός, επιφύλαξη. Πβ. δισταγμός, δυσπιστία). Δεν αφήνει/έμεινε/υπάρχει (καμιά) ~ για/ότι ... ~ες σχετικά με ... (ΝΟΜ.) Εύλογη ~. Αθωώθηκε/απαλλάχτηκε λόγω ~ών. Η δήλωσή του γεννά/προκαλεί ~ες (πβ. υποψίες). Έσπειραν την ~. ΑΝΤ. βεβαιότητα 2. ΦΙΛΟΣ. το να έχει μια λέξη ή φράση δύο ή περισσότερες σημασίες: λεκτική ~ (: δημιουργείται από την αμφισημία μιας λέξης ή φράσης). Δομική ~ (: οφείλεται στον τρόπο εκφοράς ή σύνταξης των λέξεων μιας φράσης). ● ΦΡ.: πέρα από κάθε αμφιβολία & (λόγ.) πέραν πάσης αμφιβολίας: αναμφίβολα, βέβαια, σίγουρα: Αποδεικνύεται ~ ~ ότι ... ΣΥΝ. πέρα/έξω από κάθε αμφισβήτηση, χωρίς/δίχως αμφιβολία: με βεβαιότητα: Πρόκειται, ~ ~, για ένα σημαντικό θέμα. [< γαλλ. sans (aucun) doute] , δεν χωρά(ει)/χωρεί (καμιά/η παραμικρή) αμφιβολία βλ. χωρώ [< αρχ. ἀμφιβολία]

αμφισβήτηση

αμφισβήτηση[ἀμφισβήτηση] αμ-φι-σβή-τη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως} 1. η μη αποδοχή από κάποιον της αλήθειας, της ορθότητας, του κύρους, της ισχύος μιας ενέργειας, πράξης, στάσης, έννοιας ή προσώπου: ~ της αξιοπιστίας/του δικαιώματος να .../της ηγεσίας/ενός θεσμού/της ιστορίας/της νομιμότητας (μιας απόφασης)/των προθέσεων/των συνόρων. Η αξία του δεν επιδέχεται ~/~ης. Πβ. δι~. Βλ. αναγνώριση, παραδοχή. 2. κριτική αντιμετώπιση αξιών, θεωριών, θεσμών: η γενιά/η ηλικία (: εφηβεία)/το κίνημα/το φαινόμενο της ~ης. Η ~ της μεταπολίτευσης/των νέων. ● ΦΡ.: δεν χωράει (καμία) αμφισβήτηση: είναι απόλυτα βέβαιο., πέρα/έξω από κάθε αμφισβήτηση: είναι εντελώς σίγουρο, αποδεκτό. Πβ. αδιαμφισβήτητα, αναμφίβολα, βέβαια, σίγουρα. ΣΥΝ. πέρα από κάθε αμφιβολία, υπό αμφισβήτηση & σε αμφισβήτηση: για κάτι που αμφισβητείται: ένας μύθος ~ ~. Η αποτελεσματικότητα του μέτρου είναι/(προφ.) μπαίνει ~ ~. Δεν μπορεί να τεθεί ~ ~ (= να αμφισβητηθεί) το γεγονός ότι ... [< αρχ. ἀμφισβήτησις 2: γαλλ. contestation, 1968]

από

από[ἀπό] α-πό πρόθ. & (προφ.) απ' (πριν από φωνήεν ή γεν./αιτ. οριστικού άρθρου) & αφ' (πριν από φωνήεν δασυνόμενης (παλαιότ.) λέξης) (+ αιτ.) δηλώνει: 1. απομάκρυνση από τόπο, αποχωρισμό από πρόσωπο: Μην απομακρυνθείς ~ το σπίτι! Τους διώξανε ~ τον τόπο τους. Θα λείψει μερικές μέρες ~ το σχολείο. Κατέβηκε ~ το λεωφορείο. Πέταξε τα χρήματα ~ το μπαλκόνι. (+ επίρρ.) Φύγε ~ κοντά μου! Έπεσε/πήδηξε ~ ψηλά.|| (μτφ.) Το τελικό σχέδιο απέχει πολύ ~ το αρχικό. Είμαστε ακόμα πολύ μακριά ~ την επιτυχία!|| Θέλει να τον χωρίσει ~ τους δικούς του. 2. στέρηση, έλλειψη, απαλλαγή: προστασία ~ τον ήλιο. Θέατρο άδειο ~ κόσμο. Ορφανή ~ μητέρα. Στερημένος ~ αγάπη. Απελευθερωμένος ~ το άγχος/κάθε εξάρτηση/τις συμβάσεις/ταμπού. Δεν έχω ανάγκη ~ τίποτε. Παραιτήθηκε ~ βουλευτής. Ξέμεινε ~ μετρητά. Έχει εξαιρεθεί ~ κάθε υποχρέωση. Δεν πρόκειται να γλιτώσεις/ξεφύγεις/σωθείς ~ τα χέρια του! 3. καταγωγή ή προέλευση: Κατάγεται ~ τον Βόλο. Δεν είναι ~ 'δω/τα μέρη μας. Βαστάει/κρατάει ~ μεγάλη οικογένεια.|| Γυρνώντας ~ τη δουλειά ... Πότε επιστρέφεις ~ το εξωτερικό; Γράμματα ~ το μέτωπο. Αποσπάσματα/χωρία ~ αρχαία κείμενα. Σκηνή ~ την ταινία. Συμμετοχές ~ όλη τη χώρα. Δώρα ~ φίλους. (+ επίρρ.) Προϊόντα ~ έξω (= ξένα). Έρχομαι ~ μακριά.|| Δεν δέχτηκε/ζήτησε/πήρε χρήματα ~ τον ασθενή. Δανείστηκε ~ συγγενείς. 4. χρονικό ή τοπικό σημείο αφετηρίας, έναρξης, εκκίνησης: ~ αύριο αρχίζω δίαιτα! ~ νωρίς στα βάσανα. Δουλεύει ~ μικρός. Πέρασαν χρόνια ~ τη στιγμή/τότε που …|| Γυμνός ~ τη μέση και πάνω. Το σπίτι της είναι μερικά μέτρα/λεπτά ~ το γραφείο. (μτφ.) Βλέπει τα πράγματα ~ τη δική του γωνία/σκοπιά.|| (από ... μέχρι/ως· για χρονικό ή τοπικό διάστημα, εύρος:) ~ την αρχή ως το τέλος. ~ την ανατολή ως τη δύση. Έχεις προθεσμία ~ τις αρχές του μήνα/το πρωί ίσαμε/μέχρι/ως ... Τον κάνω ~ τριάντα μέχρι τριάντα πέντε. H διαδρομή ξεκινά ~ ... και φτάνει μέχρι/ως … Η θερμοκρασία θα κυμανθεί ~ ... μέχρι ... βαθμούς Κελσίου.|| (εμφατ.) Στην αποθήκη υπάρχουν ~ καρφιά μέχρι πριόνια (= όλα τα απαραίτητα). Γνωρίζει τους πάντες, ~ τον πιο μικρό μέχρι/ως τον πιο μεγάλο. 5. Διέλευση, κατεύθυνση: πέρασμα ~ τούνελ/φαράγγι/χαράδρα. (ΓΕΩΜ.) Η ευθεία διέρχεται ~ τα σημεία Α και Β. Ήρθε ~ άλλο δρόμο. Ο κλέφτης μπήκε ~ το παράθυρο. Περνάω την κλωστή ~ τη βελόνα. Έλα/πέρνα το βράδυ ~ εδώ/το σπίτι. Πώς (κι) ~ 'δω;|| (εμφατ.) Περάσαμε ~ πόλεις και χωριά/όρη και βουνά (= ~ παντού). (... + σε) Πήγαιναν ~ πόρτα σε πόρτα (: για να εκφραστεί ακολουθία).|| (+ γεν.) (λόγ.) Περιοχή προσβάσιμη (μόνο) ~ αέρος/θαλάσσης/ξηράς (πβ. δια μέσου, μέσω). 6. εντοπισμό στον χώρο: (μετά από τοπικά επιρρήματα) έξω/πίσω ~ το σπίτι. (~) μέσα ~ το πουκάμισο. Λάμπα πάνω ~ το τραπέζι. Πέρα ~ τον ορίζοντα. Κοιτούσε μέσα ~ τις γρίλιες.|| Κάθεται ~ μέσα/τη μέσα μεριά. 7. σημείο στήριξης, εξάρτησης: Κρέμασε το φανάρι ~ το γάντζο/(+ επίρρ.) ψηλά. Κρεμάστηκε ~ το λαιμό του. Βάστα/κράτα/πιάσε με ~ το χέρι!|| (μτφ.) Τα πάντα εξαρτώνται ~ σένα! Ανεξάρτητα ~ το αποτέλεσμα ... 8. τον δεύτερο όρο σύγκρισης: ανώτερος/ικανότερος ~ τους άλλους. Πιο έξυπνος ~ όλους. Προτιμάς αυτόν ~ εμένα; (+ επίρρ.) Eίμαι καλύτερα ~ (= παρά) ποτέ. Μου φάνηκε διαφορετικός ~ ό,τι συνήθως. Πβ. συγκριτικά με, σε σχέση με. 9. ποιητικό αίτιο: Το δουλεμπορικό καταδιώχτηκε ~ σκάφος του Λιμενικού. Η αξιολόγηση θα γίνει ~ αρμόδια επιτροπή. Πτυχίο αναγνωρισμένο ~ το κράτος. Σπίτια κατεστραμμένα ~ τη φωτιά.|| (με ρηματικά επίθετα:) Αγαπητή/αποδεκτή ~ όλους. 10. αιτία: τραυματισμός ~ πτώση (ΣΥΝ. εξαιτίας, λόγω). Κουρασμένος ~ το ταξίδι. Κέρδη ~ επενδύσεις. Πήγε ~ πνιγμό (= πνίγηκε). Δάκρυσε ~ συγκίνηση. Πέθανα ~ την ντροπή μου! Κοκκίνισε ~ το κακό του! ~ το γέλιο της κατάλαβε ότι τον ειρωνευόταν.|| (όργανο:) Nεκρός ~ μαχαίρι. 11. ύλη, περιεχόμενο: έπιπλα ~ καρυδιά. Βάζο ~ γυαλί (= γυάλινο). Φόρεμα ~ μετάξι. Κοσμήματα ~ χρυσό.|| Σταγόνες ~ αίμα (= αίματος). Σωρός ~ ξύλα. Βουνό ~ άπλυτα! Ομάδα/παρέα ~ νεαρά άτομα. 12. τρόπο ή μέσο: Έμαθαν τα νέα ~ τους γείτονες/την τηλεόραση. Τα κατάφερα ~ μόνος μου! Ζει ~ τους γονείς του (: τον συντηρούν).|| (+ γεν., λόγ.) Eπικοινωνία ~ τηλεφώνου. Πβ. μέσω. 13. αναφορά: Πώς πας ~ χρήματα/υγεία; Δεν ξέρει/σκαμπάζει (τίποτα) ~ υπολογιστές! Άσχετος ~ αυτοκίνητα. (ειρων.) ~ δουλειά άλλο τίποτα! 14. το σύνολο σε σχέση με μέρος του: ~ τους χίλιους οι εκατό/οι μισοί. Ένας ~ σας θα έρθει. Θα φάω λίγο/έχω ~ όλα. Δοκίμασε ~ το γλυκό. Ένας/κάποιοι/οι περισσότεροι ~ τους παρευρισκόμενους ... Θέλω δύο κιλά ~ αυτά τα μήλα. Δεν ισχύει τίποτε ~ αυτά που λες. Τον πήρε ~ το χέρι.|| (προφ., αφαίρεση:) Δύο ~ πέντε, τρία (: πέντε μείον/πλην δύο κάνουν τρία). 15. επιμερισμό: Έδωσαν/πήραν ~ δέκα ευρώ. Έφαγαν ~ λίγο ο καθένας. 16. (… + σε) μεταβολή: Μετέτρεψαν το δωμάτιο ~ γραφείο σε καθιστικό. ~ το γέλιο στο δάκρυ. Μέσα σε λίγο καιρό έγινε ~ υπάλληλος προϊστάμενος. 17. (κανένας άλλος/καμία άλλη/τίποτα άλλο εκτός ...) εξαίρεση: Δεν έχω κανέναν άλλο (εκτός) ~ εσένα. Δεν υπάρχει καμία άλλη λύση ~ την υποχώρηση. Δεν ξέρει τίποτα άλλο ~ τη δουλειά του. ● ΦΡ.: από κει και πέρα: από το σημείο αυτό και εξής: Άκουσα τις συμβουλές σου, ~ ~ (όμως) άσε με να αποφασίσω μόνος μου., (από) πάππου προς πάππου βλ. πάππος, (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι βλ. μακριά, (αυτό) είναι απ' τ' άγραφα! βλ. άγραφος, απ' άκρη σ' άκρη βλ. άκρη, απ' τα ψηλά στα χαμηλά (και απ' τα πολλά στα λίγα) βλ. ψηλός, απ' την καλή (κι απ' την ανάποδη) βλ. καλή, απ' το κακό στο χειρότερο βλ. κακό, από (καλό) σπίτι βλ. σπίτι, από (μεγάλο) σόι/τζάκι βλ. σόι, από (τα) πριν βλ. πριν, από άλλο ανέκδοτο βλ. ανέκδοτο, από άμβωνος βλ. άμβωνας, από αμέλεια βλ. αμέλεια, από αναβολή σε αναβολή βλ. αναβολή, από άνθρωπο σε άνθρωπο βλ. άνθρωπος, από αρχαιοτάτων χρόνων βλ. αρχαίος, από γεννησιμιού (μου/σου/του) βλ. γεννησιμιό, από δεύτερο χέρι βλ. δεύτερος, από δήμαρχος κλητήρας βλ. δήμαρχος, από δω κι από κει & εδώ κι εκεί & μια εδώ και μια εκεί βλ. εδώ, από δω παν' κι (οι) άλλοι βλ. άλλος, από δω τον είχα, από κει τον είχα βλ. έχω, από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, από ένστικτο βλ. ένστικτο, από ευγένεια/για λόγους ευγένειας βλ. ευγένεια, από Θεού άρξασθε/άρξασθαι βλ. θεός, από κάθε άποψη βλ. άποψη, από καθέδρας βλ. καθέδρα, από καθήκον βλ. καθήκον, από καιρό σε καιρό βλ. καιρός, από καρδιάς βλ. καρδιά, από καταβολής κόσμου βλ. καταβολή, από κει που ήρθε/'ρθε βλ. εκεί, από κοινού βλ. κοινός, από κόκαλο βλ. κόκαλο, από κοντά βλ. κοντά, από κούνια βλ. κούνια, από κτίσεως κόσμου/Ρώμης βλ. κτίση, από λεπτό σε λεπτό βλ. λεπτό, από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα βλ. Μάρτης, από μέρα σε μέρα βλ. μέρα, από μέρους (κάποιου) βλ. μέρος, από μηδενική βάση βλ. μηδενικός, από μηχανής θεός βλ. μηχανή, από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια βλ. αλήθεια, από μνήμης βλ. μνήμη, από μόνος μου/σου/του βλ. μόνος, από μπρος κι από πίσω βλ. εμπρός, από μυλωνάς δεσπότης βλ. μυλωνάς, από παιδί βλ. παιδί, από παλιά βλ. παλιά, από πάνω μέχρι/ως κάτω βλ. πάνω & επάνω, από πατέρα σε γιο βλ. πατέρας, από πού κι ως πού βλ. πού, από πού κρατά(ει)/βαστά(ει) η σκούφια του; βλ. σκούφια, από προσώπου γης/από το πρόσωπο της γης βλ. πρόσωπο, από πρώτο χέρι βλ. πρώτος, από σκοπού βλ. σκοπός, από σπίτι σε σπίτι βλ. σπίτι, από σπόντα βλ. σπόντα, από στήθους βλ. στήθος, από στιγμή σε στιγμή βλ. στιγμή, από στόμα σε στόμα βλ. στόμα, από συνήθεια βλ. συνήθεια, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, από τα γεννοφάσκια (μου/σου/του) βλ. γεννοφάσκια, από τα χείλη/διά χειλέων κάποιου βλ. χείλος, από τη μάνα του βλ. μάνα, από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη βλ. μέρα, από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη βλ. Σκύλλα, από τη στιγμή που βλ. στιγμή, από την άποψη/από ... άποψη/από απόψεως & από άποψης βλ. άποψη, από την αρχή ως/μέχρι το τέλος βλ. αρχή, από την κόλαση στον παράδεισο βλ. κόλαση, από την κορυφή ως τα νύχια βλ. κορυφή, από την παραγωγή στην κατανάλωση βλ. παραγωγή, από την πίσω πόρτα βλ. πόρτα, από την ώρα που βλ. ώρα, από το άλφα ως το ωμέγα βλ. άλφα, από το αποτέλεσμα βλ. αποτέλεσμα, από το γεγονός ότι βλ. γεγονός, από το ένα αυτί μπαίνει (και) από το άλλο βγαίνει βλ. αυτί, από το ένα στο άλλο βλ. άλλος, από το μηδέν βλ. μηδέν, από το στόμα μου το πήρες! βλ. στόμα, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! βλ. στόμα, από το τίποτα βλ. τίποτα, από τον Άννα στον Καϊάφα βλ. Άννας, από τον καιρό του Νώε βλ. Νώε, από τον πρώτο ως τον τελευταίο βλ. πρώτος, από τώρα; βλ. τώρα, από υποχρέωση βλ. υποχρέωση, από χειρόγραφο βλ. χειρόγραφο, από χέρι σε χέρι βλ. χέρι, από ώρα σε ώρα βλ. ώρα, από/απ' τη μεριά (μου/σου ...) βλ. μεριά, από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ, από/κατά σύμπτωση βλ. σύμπτωση, από/με πρόθεση βλ. πρόθεση, αφ' εαυτού/αφεαυτού (μου/του/της) βλ. εαυτός, αφ' υψηλού βλ. υψηλός, γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) βλ. χωριό, εκ μέρους/από μέρους (κάποιου) βλ. μέρος, εκ πεποιθήσεως βλ. πεποίθηση, εκ/από Θεού βλ. θεός, εξ αντανακλάσεως βλ. αντανάκλαση, εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. απόσταση, κατά λάθος βλ. λάθος, κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή βλ. κλωστή, κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου βλ. κρέμομαι, μακριά από μας/απ' εδώ βλ. μακριά, μια ανάσα από/πριν από βλ. ανάσα, πάνω απ' όλα βλ. πάνω & επάνω, πάνω απ' τον ώμο (κάποιου) βλ. ώμος, πάνω από το κεφάλι μου/τα κεφάλια μας βλ. κεφάλι, παρελθέτω/απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο βλ. ποτήριο, περνά από πολλά χέρια βλ. χέρι, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, περνώ από (ψιλό) κόσκινο βλ. κόσκινο, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, χωρισμός από τραπέζης και κοίτης βλ. κοίτη [< αρχ. ἀπό, μεσν. απ΄, αρχ. ἀφ΄]

βρέχω

βρέχωβρέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έβρε-ξα, βρά-χηκα, βρα-χεί, βρέχ-οντας, βρε-γμένος (προφ.) -μένος} 1. ρίχνω σε κάτι νερό, το υγραίνω: ~ τα πόδια/το πρόσωπο/τα χέρια μου. ~χηκαν τα μαλλιά/τα παπούτσια της. Σήκωσε το παντελόνι του, για να μη ~χεί. ~γμένος δρόμος (από τη βροχή). ~γμένο πανί/σφουγγάρι/χώμα. ~γμένα ρούχα. ~γμένος μέχρι/ως το κόκαλο (: μούσκεμα/λούτσα από τη βροχή). Πβ. δια~, κατα~, περι~, μουσκεύω.|| Φέρε μου λίγο νερό να ~ξω το στόμα/τα χείλη μου. ΑΝΤ. στεγνώνω (1) 2. (για παιδί) κατουρώ: ~ξε το κρεβατάκι του. Το μωρό ~χηκε. ~γμένες πάνες.βρέχει 1. ρίχνει βροχή: (απρόσ.) ~ αδιάκοπα/ασταμάτητα. ~, αστράφτει και βροντά. Έξω ~. Φέτος δεν έχει ~ξει σχεδόν καθόλου (βλ. ανομβρία). Άρχισε/σταμάτησε να ~. Έχει να ~ξει αρκετές μέρες. Υπάρχει πιθανότητα να ~ξει κατά τόπους/τοπικά. ~ει σιγά (σιγά)/σιγανά (= σιγο~, ψιλο~).|| (λαϊκό-λογοτ.) ~ ο Θεός/ουρανός. 2. (μτφ.-προφ.) για να δηλωθεί μεγάλη συχνότητα, αλλεπάλληλη διαδοχή: ~ προσφορές! (ειρων.) Κάθεται στο μαγαζί και περιμένει να ~ξει πελάτες. ● Παθ.: βρέχεται (+ από): περιβάλλεται από θάλασσα: Το νησί ~ στα βόρεια από ... Μέρη που δεν ~ονται από θάλασσα (= ηπειρωτικά). ● ΣΥΜΠΛ.: βρεγμένη σανίδα βλ. σανίδα ● ΦΡ.: αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα (παροιμ.): προκειμένου να δηλωθεί η χρησιμότητα των βροχών το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα., αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως/δεν τρως ψάρι (παροιμ.): αν δεν κοπιάσεις πολύ, δεν πετυχαίνεις., βρέξει χιονίσει (προφ.): οπωσδήποτε, ό,τι και να γίνει: Θα έρθω ~ ~., βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες & (σπάν.) ρίχνει καλαπόδια/με το κανάτι (προφ.): ενν. πάρα πολύ. Βλ. νεροποντή. ΣΥΝ. ρίχνει (νερό)/πέφτει νερό με το τουλούμι, θα σου τις βρέξω (απειλητ.): θα σε δείρω: Κάθισε φρόνιμα, γιατί ~ ~ (= θα φας ξύλο)!, ο βρεγμένος (τη) βροχή δεν (τη) φοβάται (παροιμ.): οι δυσκολίες και τα προβλήματα δεν προκαλούν φόβο σε όποιον έχει ζήσει ανάλογες εμπειρίες. ΣΥΝ. μαθημένα/συνηθισμένα τα βουνά στα/από τα χιόνια, ό,τι βρέξει ας κατεβάσει (προφ.): ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει: Εγώ θα του μιλήσω και ~ ~!, πέρα βρέχει & αλλού βρέχει (προφ.): για εντελώς αδιάφορο άνθρωπο: Εγώ σου μιλάω κι εσύ ~ ~! ΣΥΝ. ζαμανφού, (βρέχει) επί δικαίους και αδίκους βλ. δίκαιος, θέλει βρεγμένο το παξιμάδι βλ. παξιμάδι, μη βρέξει και μη στάξει/μη στάξει και μη βρέξει βλ. στάζω, σαν (τη) βρεγμένη γάτα βλ. γάτα, στον καταραμένο τόπο (τον) Μάη μήνα βρέχει βλ. Μάης [< αρχ. βρέχω]

δέων

δέων, ουσα, ον δέ-ων επίθ. {δέ-οντος (θηλ. -ουσας (λογιότ.) -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα)} (λόγ.): κατάλληλος, αναγκαίος: ~ουσα: αντιμετώπιση/απάντηση/επιμέλεια/σημασία/τιμή. Οι ~ουσες αποφάσεις/εγγυήσεις/ενέργειες/εξηγήσεις/κυρώσεις/οδηγίες. Τα ~οντα μέτρα (: ενδεδειγμένα)/προσόντα (: απαραίτητα). Με τον ~οντα σεβασμό. Με/χωρίς τη ~ουσα προσοχή. Με τη ~ουσα ευαισθησία/σοβαρότητα. ΣΥΝ. αρμόζων, πρέπων, προσήκων ● Ουσ.: δέον (το): το αναγκαίο, πρέπον: Γνωρίζω/κάνω το ~ (= το σωστό). Οφείλουμε να πράξουμε το ~. ● ΦΡ.: δέον γενέσθαι (αρχαιοπρ.): που πρέπει να γίνει: Θα ληφθούν αποφάσεις για το τι ~ ~. Οι γνώμες διίστανται σχετικά με το ~ ~ (= το πρακτέο)., κατά το δέον/τα δέοντα: όπως πρέπει, ταιριάζει, είναι σωστό: Αντιμετωπίζω ~ ~ ένα ζήτημα. ΣΥΝ. κατά το πρέπον, τα δέοντα 1. αυτά που πρέπει να γίνουν: Η ελληνική Δικαιοσύνη ενήργησε/έπραξε ~ ~ (: προέβη στις κατάλληλες ενέργειες). Βλ. καθ' υπέρβαση. 2. ως ένδειξη σεβασμού και εκτίμησης, χαιρετίσματα: (παλαιότ.) ~ ~ στη μαμά σας! Πβ. προσρήσεις., υπέρ το δέον & πέραν του δέοντος & (σπάν.) πλέον του δέοντος (εσφαλμ. υπέρ του δέοντος): περισσότερο από όσο πρέπει: Είναι ~ ~ διαχυτικός/επιφυλακτικός/ευαίσθητος. Ανησυχούν ~ ~. ● βλ. δεόντως [< μτχ. εν. του ρ. δέω ‘έχω ανάγκη, χρειάζομαι’, βλ. δει]

εδώ

εδώ[ἐδῶ] ε-δώ επίρρ. & (προφ.) δω κ. 'δω 1. (ως προς αυτόν που μιλά) σε αυτόν τον χώρο, τόπο, σε αυτό το σημείο: ~ μένω. Είναι κανείς ~; Έχει υγρασία ~ κάτω. Τι γίνεται ~ πέρα; Κάπου ~ γύρω θα 'ναι. Ελάτε λίγο πιο ~ (= κοντά· πβ. παραδώ). Δεν είμαι (= δεν κατάγομαι, δεν κατοικώ) από ~. Έρχεται/κοίταζε προς τα ~. Όπως λέμε εμείς ~ στην ... Αν βρεθείς κατά δω ...|| (συνήθ. με ανάλογη κίνηση του χεριού) Να σας συστήσω: από ~ η μητέρα μου, από ~ ο/η ...|| (ως επίθ.) Σύμφωνα με την ~ παράδοση (πβ. τοπική). Η ~ ζωή (= η επίγεια).|| (Όταν δεν γνωρίζουμε ή δεν θέλουμε να αναφέρουμε το όνομα κάποιου) Ο κύριος από ~ ζήτησε ...|| (σε ιστοσελίδα) Για περισσότερες πληροφορίες κάντε κλικ ~.|| (παλαιότ. σε στερεότυπη εισαγωγική έκφραση ραδιοφωνικών συνήθ. εκπομπών) ~ ραδιοφωνικός σταθμός ... (ΙΣΤ.) ~ Πολυτεχνείο.|| (συνήθ. στο τηλέφωνο:) ~ Πέτρος, μπορώ να μιλήσω με ...;|| Το λάθος ~ έγκειται. ~ φτάσαμε, να αμφισβητούμε τα αυτονόητα. ΑΝΤ. αλλού (1), εκεί (1) 2. (προηγείται η δεικτική αντων. αυτός, -ή, -ό) για έμφαση: αυτός ~ ο δίσκος. Αυτή ~ η πόλη. Αυτό ~ το κείμενο. ● ΦΡ.: άκου εδώ: για να δηλωθεί έκπληξη, εκνευρισμός, θυμός ή όταν κάποιος θέλει να μιλήσει σοβαρά: ~ ~ ερώτηση/λογική!|| ~ ~ που σου μιλάω κι άσε τα παιχνίδια!|| ~ ~ φίλε, ..., από εδώ και από εκεί & από δω κι από κει & εδώ κι εκεί & μια εδώ και μια εκεί: πότε στο ένα και πότε στο άλλο μέρος: Ρωτούσε ~ ~ μήπως είχε δει κάποιος το παιδί της. Οι δημοσιογράφοι έτρεχαν ~ ~. Ρούχα πεταμένα ~ ~ (: σκόρπια, σε διάφορα σημεία)., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος & (λόγ.) από τούδε και στο εξής: από τώρα και μετά, από τώρα και στο μέλλον: Σου υπόσχομαι ότι ~ ~ θα τα λέμε πιο συχνά. ΣΥΝ. στο εξής, εδώ είμαι εγώ/εγώ είμαι εδώ (μτφ.): όταν προσφέρεται κάποιος να βοηθήσει: Μην στενοχωριέσαι καθόλου, ~ ~. Ό,τι θέλεις, ~ ~!, εδώ και: για χρονικό διάστημα κατά το οποίο γίνεται κάτι:~~ χιλιάδες χρόνια. ~ ~ (πολύ) καιρό/μήνες ψάχνω για καινούργιο σπίτι., εδώ και τώρα (εμφατ.): για να δηλωθεί ότι πρέπει να ικανοποιηθεί αμέσως ένα αίτημα: λύση ~ ~!, εδώ που τα λέμε (οικ.): για να αναφερθεί κάτι συνήθ. με ειλικρινή ή εξομολογητική διάθεση: ~ ~, δεν έγινε και τίποτε/καλά έκανε/του χρειαζόταν!, εδώ/εκεί που φτάσαμε: για δήλωση μιας κρίσιμης κατάστασης: ~ ~ δεν γίνεται αλλιώς/δεν μας σώζει τίποτα., είμαι ως/μέχρι εδώ & με έχει(ς) φέρει ως/μέχρι εδώ (μτφ.): (μπορεί να συνοδεύεται με ανάλογη κίνηση του χεριού, συνήθ. ως το μέτωπο) έχω αγανακτήσει, νευριάσει, έχω φτάσει στα όρια της υπομονής, ανοχής μου: Άσε με, ~ ~! Μην αρχίζεις τις ειρωνείες, γιατί ~ ~! Πβ. μπουχτίζω., μέχρι/ως εδώ: για την ώρα, μέχρι στιγμής, προς το παρόν: ~ ~ όλα καλά!, ως εδώ (και μη παρέκει) & (σπάν.) ως εκεί (εμφατ. με επιφωνηματική χρήση): για δήλωση αγανάκτησης για κατάσταση, συμπεριφορά που δεν είναι πλέον ανεκτή: Έκανα υπομονή τόσα χρόνια, αλλά ~ ~. Πβ. δεν πάει άλλο, έφτασε ο κόμπος στο χτένι, φτάνει πια., ως εδώ ήταν: για να δηλωθεί ότι κάτι πρέπει να σταματήσει ή ότι έφτασε στο τέλος του: ~ ~, καιρός να σοβαρευτούμε. ~ ~· σκέφτομαι να αποσυρθώ., από δω παν' κι (οι) άλλοι βλ. άλλος, από δω τον είχα, από κει τον είχα βλ. έχω, εδώ (ο) παπάς, εκεί (ο) παπάς, πού είν'/πού 'ν' ο παπάς; βλ. παπάς, εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος βλ. κόλαση, εδώ θα τα χαλάσουμε βλ. χαλώ, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω, εδώ/εκεί πέρα βλ. πέρα, εδώ/εκεί/κάπου γύρω/τριγύρω βλ. τριγύρω, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα 'ρθεις βλ. είμαι, μακριά από μας/απ' εδώ βλ. μακριά, όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα βλ. πληρώνω, το/τα φέρνω από δω, το/τα φέρνω/πηγαίνω από κει βλ. φέρνω, τούτος εδώ/'δω βλ. τούτος [< μεσν. εδώ]

έκτος

έκτος, η, ο [ἕκτος] έ-κτος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 6ος, ΣΤ' ή στ' ή ς', λατ. VI): που αντιπροσωπεύει τον αριθμό έξι (6) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: γύρος/τόμος. ~η: επέτειος. ~ο: κεφάλαιο. (σε φωτογραφία) ~ από δεξιά. Τον ~ο αιώνα π.Χ. Για ~η συνεχόμενη μέρα/φορά. Δέκατη ~η. Το ~ο έτος της ηλικίας. Βγήκε/τερμάτισε ~.|| (ως ουσ.) Ο αγώνας ήταν ο ~ της χρονιάς. ● επίρρ.: έκτον (λόγ.): για να δηλωθεί ότι το αναφερόμενο στοιχείο βρίσκεται στην έκτη θέση σε μια απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: πρώτον, ...· (...)· πέμπτον, ...· ~, ...· έβδομον, ... Βλ. -ον2. ● Ουσ.: έκτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. Ε) ενν. τάξη δημοτικού σχολείου (σύμβ. ΣΤ'). 2. ενν. μέρα του μήνα: την ~η (: 6η) Απριλίου. 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού. 4. ΜΟΥΣ. διάστημα έξι φθόγγων., έκτο (το): καθένα από τα έξι ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ (: 1/6)., έκτος (ο) 1. ενν. όροφος: Μένω στον ~ο. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Ιούνιος: στις 5/6 (: πέντε ~ου). ● ΣΥΜΠΛ.: έκτη αίσθηση βλ. αίσθηση [< αρχ. ἕκτος]

κοίταγμα

κοίταγμακοί-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) {κοιτάγμ-ατα} (προφ.) 1. η ενέργεια του κοιτάζω, ματιά, βλέμμα: βαθύ/διεισδυτικό/έντονο/επίμονο ~. ~ατα γεμάτα σημασία/όλο νόημα. Απλό/προσεκτικό ~ του κειμένου (= εξέταση). ~ στον καθρέφτη/στα μάτια (= ~ κατάματα). Βλ. αγριο~, λοξο~, στραβο~.|| (μτφ.) Θαρραλέο ~ της αλήθειας. 2. φροντίδα: ~ του μωρού. Βλ. έγνοια, μέλημα. [< μεσν. κοίταγμα]

κόμβος

κόμβοςκόμ-βος ουσ. (αρσ.) 1. σταυροδρόμι, σημείο συνάντησης δύο ή περισσότερων γραμμών, συνήθ. μεγάλων οδικών αρτηριών: κυκλικός/κυκλοφοριακός/νέος/συγκοινωνιακός ~. Από τον ~ο ... διέρχονται καθημερινά ... οχήματα. Πβ. διασταύρωση, συμβολή.|| Αεροπορικός/σιδηροδρομικός ~. 2. (μτφ.) μέρος που αποτελεί κέντρο δραστηριότητας ή ενδιαφέροντος συνήθ. σε οικονομικό επίπεδο ή σημείο όπου διασταυρώνονται διαφορετικές απόψεις, ιδέες και πολιτισμοί: πολιτικός ~. ~ ανάπτυξης/πολιτισμού. Λιμάνι/χώρα που αναδεικνύεται σε βιομηχανικό/εμπορικό/ενεργειακό/επικοινωνιακό/τουριστικό ~ο της ευρύτερης περιοχής (= κομβικό σημείο). Πβ. επίκεντρο, εστία. 3. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. διαδικτυακός χώρος με πολλούς δεσμούς: ηλεκτρονικός/ψηφιακός ~. Εκπαιδευτικός ~/~ εκπαιδευτικού υλικού. Ο επίσημος/κεντρικός ~ (μιας εταιρείας). ~ εξυπηρέτησης κοινού/πληροφοριών/υπηρεσιών. Ο ~ του Πανεπιστημίου. Επισκεψιμότητα/χάρτης ~ου. Αναβάθμιση/δημιουργία/διαχείριση ~ου. Καλώς ήρθατε στον ~ο μας! ΣΥΝ. πόρταλ, πύλη (3) 4. ΠΛΗΡΟΦ. κάθε συσκευή συνδεδεμένη σε δίκτυο (δηλ. δρομολογητής, γέφυρα, κέντρο δικτύωσης ή διακομιστής): ασύρματος ~. ~-ρίζα. ~ διανομής. 5. ΓΛΩΣΣ. (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική) σημείο σε δενδροδιάγραμμα, από όπου ξεκινούν ένας ή περισσότεροι κλάδοι και από το οποίο εξαρτώνται άλλα στοιχεία της πρότασης: συντακτικός ~. Βλ. γράφημα, γράφος. 6. ΝΑΥΤ. μονάδα μέτρησης της ταχύτητας πλοίου ή της έντασης ανέμου ίση με ένα ναυτικό μίλι ανά ώρα: Το καράβι κινείται/ταξιδεύει με ... ~ους την ώρα. Βλ. μποφόρ. 7. ΙΑΤΡ. μάζα κυττάρων σφαιρικού σχήματος, που σχετίζεται με την καρδιακή διέγερση: κολποκοιλιακός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ισόπεδος κόμβος: συμβολή, διασταύρωση οδών στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο. Βλ. διάβαση., ανισόπεδος κόμβος βλ. ανισόπεδος [< μτγν. κόμβος 1,2,7: γαλλ. nœud 3,4: αγγλ. node, 1964, 5: αγγλ. node, 1957, 6: αγγλ. knot]

κόσμος

κόσμοςκό-σμος ουσ. (αρσ.) 1. το Σύμπαν και γενικότ. κάθε πλανητικό σύστημα: η γέννηση/η γνώση/η δημιουργία/η καταστροφή/τα μυστήρια/η σύλληψη (= κοσμοθεωρία) του ~ου. Βασικές αρχές που διέπουν τον ~ο. Ο άνθρωπος/εμείς κι ο ~ (πβ. φύση). Φαινόμενο τόσο παλιό όσο και ο ~. Πβ. πλάση.|| Συμπαντικοί ~οι. ~οι και γαλαξίες. Αναζήτηση εξωγήινων ~ων. 2. (ειδικότ.) η Γη με τους κατοίκους της και καθετί πάνω σε αυτή, η υφήλιος: ο γύρος/τα διάφορα μέρη/η ιστορία/η πορεία/οι φυλές του ~ου. Ανακάλυψη/εξερεύνηση/κατάκτηση/χάρτης του ~ου. Ο ~ μέσα από τα μάτια των παιδιών. Του ~ου τα παράξενα/περίεργα! Ο πιο πλούσιος άνθρωπος του ~ου. Νέα από την Ελλάδα και όλο τον ~ο. Εκατομμύρια άνθρωποι στον ~ο ... Ταξίδια ανά τον ~ο. Γνωστός/μοναδικός σε όλο τον ~ο. Ο ~ του αύριο. Αγώνας/ελπίδες/όνειρα για έναν καλύτερο ~ο. Άλλαξε τη ροή του ~ου. Σε έναν ~ο που συνεχώς αλλάζει/προοδεύει. Ζήτημα που αφορά όλο τον ~ο (= παγκόσμιο). Σε τι ~ο ζούμε; Πού πάει ο ~ (: τι εξέλιξη θα έχει); Πβ. ανθρωπότητα, οικουμένη, υδρόγειος. 3. τα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου: Ο ~ λέει/νομίζει ότι ... Χιλιάδες κόσμος/κόσμου. Όλος ο ~ ξεσηκώθηκε/σας είδε/το ξέρει. Έχει βουίξει ο ~ (= ο τόπος). Πάει, τρελάθηκε ο ~! Αναστάτωσε/σήκωσε στο πόδι όλον τον ~ο. Η γνώμη του ~ου (πβ. κοινή γνώμη). Η νοοτροπία του ~ου. (ειρων.) Προβλήματα που έχει ο ~! Ο ~ του σχολείου. Πβ. γειτονιά, κοινωνία, περιβάλλον, περίγυρος.|| (πλήθος ατόμων:) Έχει έρθει/μαζευτεί/συγκεντρωθεί πολύς ~ έξω από ... (πβ. πολυκοσμία). Καλωσόρισε/χαιρέτησε τον ~ο (= τους παρευρισκόμενους). Βγήκε ο ~ στους δρόμους. Κοροϊδεύει τον ~ο. Ευχαρίστησε τον ~ο που ... Κανείς στον ~ο δεν θα με εμποδίσει. Δεν είχαν ~ο τα καταστήματα (: πολλούς πελάτες, μεγάλη κίνηση). Έχω ~ο στο σπίτι (= επισκέπτες/καλεσμένους). Διαλέγει τον ~ο (= τις παρέες) που συναναστρέφεται. Απηύθυνε πρόσκληση στον ~ο (= στους πολίτες) να ... 4. (αφηρ.) κοινωνική ζωή, οργάνωση: Δεν έχει βγει στον ~ο (: είναι άβγαλτος). Δεν έχει πείρα του ~ου. Ζει έξω/μακριά από τον ~ο (= αποκομμένος, απομονωμένος). Είναι μόνος του στον ~ο (: δεν έχει οικογένεια). Σ' έναν ζοφερό ~ο. Γκρεμίστηκε ο ~ της (: αναστατώθηκε η ζωή της). Άφησε τον ~ο (= τα επίγεια, τα εγκόσμια) και πήγε να μονάσει. Βλ. καθημερινότητα. 5. σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά, ως προς την ιστορική περίοδο που έζησαν, τη γεωγραφική περιοχή, το θρήσκευμα, την ιδεολογία, την επαγγελματική ιδιότητα, τα ενδιαφέροντα: ο αρχαίος (ελληνικός)/βυζαντινός/μεσαιωνικός/νεότερος/σύγχρονος ~. Η ακμή και παρακμή του ρωμαϊκού ~ου. Βλ. εποχή.|| Ο ~ της Ανατολής/Δύσης.|| Ο μουσουλμανικός/χριστιανικός ~ (= οι μουσουλμάνοι/χριστιανοί).|| Ο καπιταλιστικός/κομμουνιστικός/σοσιαλιστικός ~.|| Ο αγροτικός/εμπορικός/επιχειρηματικός/καλλιτεχνικός/πολιτικός/φίλαθλος ~. Ο ~ του αθλητισμού/των γραμμάτων και των τεχνών/της επιστήμης/του θεάματος/της μόδας/της μουσικής/της οικονομίας/της πολιτικής. Οι αγώνες/διεκδικήσεις του εργατικού ~ου. 6. σύνολο οργανωμένων στοιχείων, εννοιών, οντοτήτων: ορατός/πραγματικός ~. Ο φυσικός ~ (πβ. φυσικό περιβάλλον). Ο θαυμαστός ~ του βυθού/της θάλασσας (= υδάτινος, υποβρύχιος). Μικροσκοπικός ~ (πβ. μικρόκοσμος· βλ. μακρόκοσμος). Βλ. βιόκοσμος.|| Αόρατος/μαγικός/σκοτεινός ~. Ο ~ των ιδεών/των ονείρων/του παραμυθιού/των πνευμάτων/του υπερφυσικού (πβ. σφαίρα). Ο πνευματικός/συναισθηματικός/ψυχικός ~ του εφήβου/παιδιού. Βιβλία που ανοίγουν παράθυρα/πύλες στον ~ο της γνώσης. Διακριτοί/δυνητικοί/εξωτικοί/μυθικοί/παράλληλοι/πιθανοί/φανταστικοί ~οι. Ένας άλλος/καινούργιος ~ αποκαλύφθηκε/ξεδιπλώθηκε/ξετυλίχθηκε μπροστά στα μάτια τους. Γεφύρωση δύο διαφορετικών ~ων. Ταξίδια σε άγνωστους ~ους. Πλάθω νέους ~ους με τον νου/τη φαντασία.|| Ο εικονικός/τρισδιάστατος/ψηφιακός ~. Ο ~ του διαδικτύου/των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Βλ. κυβερνο~. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος του κόσμου: που είναι πολύ κοινωνικός και έχει πείρα της ζωής. Πβ. κοσμικός, περπατημένος., εσωτερικός κόσμος: το σύνολο των πνευματικών και ηθικών χαρακτηριστικών κάποιου προσώπου: μοναδικός/πλούσιος/φτωχός ~ ~. Ο ~ ~ του παιδιού/του συγγραφέα. Το διάβασμα/οι τέχνες καλλιεργούν τον ~ό ~ο., ο καλός κόσμος: τα υψηλά κοινωνικά στρώματα· η καλή κοινωνία: Οι κυρίες του ~ού ~ου. Κατάφερε να μπει στα σαλόνια του ~ού ~ου. Πβ. αριστοκρατία.|| (ειρων.) Μαζεύτηκε όλος ~ ~! Πβ. η σάρα και η μάρα., Παλαιός Κόσμος: η Ασία, η Αφρική και κυρ. η Ευρώπη., αναπτυσσόμενες χώρες βλ. αναπτύσσω, Νέος Κόσμος βλ. νέος, ο μάταιος κόσμος βλ. μάταιος, πολίτης του κόσμου βλ. πολίτης, Τέταρτος Κόσμος βλ. τέταρτος, Τρίτος Κόσμος βλ. τρίτος, ψυχή του κόσμου βλ. ψυχή ● ΦΡ.: δεν ανήκει σ' αυτόν τον κόσμο/δεν είναι του κόσμου τούτου/είναι από άλλο κόσμο: για κάποιον που είναι ξεχωριστός, μοναδικός ή για κάτι που δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση τις τρέχουσες αντιλήψεις., είναι/ζει στον κόσμο του/στον δικό του κόσμο/σε άλλο κόσμο/στην κοσμάρα του & στον κόσμο του/στην κοσμάρα του (ειρων.): για πρόσωπο που βρίσκεται εκτός πραγματικότητας: Εγώ του μιλάω, κι αυτός στον κόσμο του! Πβ. τον χαβά του., έτσι/αυτός είναι ο κόσμος! (προφ.): ως έκφραση συγκατάβασης, αποδοχής μιας δυσάρεστης συνήθ. κατάστασης: Τι να κάνουμε; ~ ~! Σήμερα σου μιλούν, αύριο δεν θέλουν να σε ξέρουν! ~ ~! Πβ. αυτά έχει/έχουν..., και τι στον κόσμο! (προφ.): για να δηλωθεί επιθυμία να συμβεί κάτι που θεωρείται αδύνατο, απίθανο: Αυτό να δω ~ ~!, κατά κόσμον: προς δήλωση του βαφτιστικού ονόματος και του επιθέτου, συνήθ. ιερέα ή μοναχού: (όταν προηγείται το ιερατικό όνομα:) Αρχιμανδρίτης/ιερομόναχος/μητροπολίτης/πατριάρχης ..., ~ ~ ...|| (κατ' επέκτ., όταν προηγείται το ψευδώνυμο:) Οδυσσέας Ελύτης, ~ ~ Οδυσσέας Αλεπουδέλης.|| (χιουμορ.) Μπίλι ή ~ ~ Βασίλης., κόσμε!: ως κλητική προσφώνηση: Εμπρός/ξύπνα ~! Α, ρε, ~ άκαρδε/ψεύτη! Βοήθεια, ~ (/χριστιανοί)!|| (από μικροπωλητή) Πάρε/περάστε/τρέξε, ~!|| (ειρων.-χιουμορ.) Πέρασε, ~ να δεις τα χαΐρια τους! Τρέμε, ~! Έρχεται ο ..., κόσμος και ντουνιάς (προφ.-εμφατ.): πολύς και κάθε λογής κόσμος: ~ ~ περνάει από εκεί. Ήρθε/μαζεύτηκε ~ ~ Πβ. κόσμος και κοσμάκης., με/για τίποτα στον κόσμο: (με άρνηση-εμφατ.) σε καμία περίπτωση, για κανένα λόγο: Δεν φεύγω/δεν το χάνω ~ ~! ~ ~ μη σταματήσεις/μην τα παρατήσεις! ΣΥΝ. για όλο το χρυσάφι του κόσμου, επ' ουδενί (λόγω), με κανέναν τρόπο, με τίποτα (1), μπροστά σε/στον κόσμο: για πράξεις που γίνονται παρουσία και άλλων ατόμων, δημοσίως: Μη μαλώνετε ~ ~! Δεν αισθάνομαι άνετα, όταν βρίσκομαι/τραγουδάω ~ ~. Πβ. σε κοινή/σε δημόσια θέα., ο έξω κόσμος: το εξωτερικό περιβάλλον: Δεν έχει καμία επαφή με τον ~ ~ο (: ζει απομονωμένος). Είχα ξεχάσει πώς είναι ~ ~ (: είχα καιρό να βγω έξω)., ο κόσμος γύρισε ανάποδα/ήρθε τα πάνω κάτω & (σπάν.) αναποδογύρισε ο κόσμος: προκλήθηκαν συνταρακτικές αλλαγές, έγιναν μεγάλες ανακατατάξεις., ο κόσμος το 'χει τούμπανο/βούκινο κι εμείς κρυφό καμάρι (παροιμ.): για κάτι που οι άμεσα ενδιαφερόμενοι αποκρύπτουν, ενώ στην ουσία το γνωρίζουν όλοι., ο πολύς (ο) κόσμος: οι περισσότεροι άνθρωποι: ~ ~ νομίζει/πιστεύει ότι ... Βιβλίο άγνωστο στον ~ύ ~ο. Στη συνείδηση του ~ύ ~ου ... Τον περισσότερο ~ο δεν τον απασχολούν τέτοια θέματα. Πβ. ευρύ κοινό, μάζα, όχλος. ΣΥΝ. πολλοί (1), όμορφος κόσμος (ηθικός), αγγελικά πλασμένος (συνήθ. ειρων.): για να δηλωθεί ότι μία άσχημη κατάσταση παρουσιάζεται ως ωραία., στην άκρη/στα/ως τα πέρατα του κόσμου/της γης (μτφ.): πάρα πολύ μακριά: ταξίδι ~ ~. Έφτασε ~ ~., στον άλλο κόσμο: στον κάτω κόσμο· γενικότ. για αναφορά στη μεταθανάτια ζωή: Πήγε ~ ~ (= πέθανε). Τον έστειλε ~ ~ (= τον σκότωσε)., τι σου είναι ο κόσμος!: προς δήλωση αποδοκιμασίας, δυσαρέσκειας ή έκπληξης, θαυμασμού. Βλ. τι σου είναι ο άνθρωπος!, το κέντρο του κόσμου: το επίκεντρο: Πόλη που έγινε ~ ~. Νομίζει ότι είναι ~ ~ (βλ. εγωκεντρικός). Πβ. ο ομφαλός της Γης., του κόσμου (εμφατ.) 1. για μεγάλη ποσότητα: Ξόδεψε ~ ~ τα λεφτά! Μας είπε ~ ~ τις αηδίες/τα ψέματα! Έχει ~ ~ τα καλά και παραπονιέται κι από πάνω. 2. της καλής κοινωνίας: Κυρία ~ ~ με εκλεπτυσμένους τρόπους., (τι) μικρός που είναι ο κόσμος/πόσο μικρός είναι ο κόσμος! βλ. μικρός, απαρνούμαι τα εγκόσμια/τον κόσμο βλ. εγκόσμιος, από καταβολής κόσμου βλ. καταβολή, από κτίσεως κόσμου/Ρώμης βλ. κτίση, για όλο το χρυσάφι του κόσμου βλ. χρυσάφι, για τα μάτια του κόσμου βλ. μάτι, δεν χάθηκε/δεν χάλασε/δεν θα χαλάσει (κι) ο κόσμος βλ. χαλώ, εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, έκανε (και) η μύγα κώλο και/κι έχεσε τον κόσμο όλο βλ. κώλος, έρχεται στον κόσμο/στη ζωή βλ. έρχομαι, έφαγα τον κόσμο βλ. τρώω, έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο βλ. φεύγω, ζει και βασιλεύει (και τον κόσμο κυριεύει) βλ. βασιλεύω, ήρθε/έφτασε το τέλος (κάποιου/του κόσμου) βλ. τέλος, κάνω το(ν) γύρο του κόσμου βλ. γύρος, κόσμος και κοσμάκης βλ. κοσμάκης, ο κάτω κόσμος βλ. κάτω, ο κόσμος να χαλάσει βλ. χαλώ, ο κόσμος της νύχτας βλ. νύχτα, ο ομφαλός της Γης βλ. ομφαλός, ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος βλ. πάνω & επάνω, όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος βλ. νοικοκύρης, συντέλεια του κόσμου βλ. συντέλεια, τα επτά θαύματα του κόσμου/της αρχαιότητας βλ. θαύμα, τα ύστερα του κόσμου βλ. ύστερος, τρελαίνει κόσμο βλ. τρελαίνω, φέρνω στη ζωή/στον κόσμο βλ. φέρνω, χαλάει κόσμο βλ. χαλώ, χαλάει ο κόσμος βλ. χαλώ, χαλάει τον κόσμο βλ. χαλώ, χάλασε ο κόσμος βλ. χαλώ, χαλασμός Κυρίου/κόσμου βλ. χαλασμός [< 1,2,3,4: αρχ., μτγν. κόσμος, αγγλ.-γαλλ. cosmos 5,6: γαλλ. monde]

λογική

λογικήλο-γι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ικανότητα αποτελεσματικής επιτέλεσης νοητικών λειτουργιών, όπως αντίληψη, ανάλυση, σκέψη, κρίση, συλλογισμός, σύμφωνα με αρχές, κανόνες, έγκυρα ή πραγματικά στοιχεία, με σκοπό τη σωστή απόκριση, δράση ή λήψη αποφάσεων: απόλυτη/επιστημονική ~. Συναίσθημα ή ~; Οι κανόνες της ~ής. Έλλειψη ~ής (πβ. παραλογισμός, παράλογο). Παιχνίδια/προβλήματα ~ής (βλ. γρίφος, σπαζοκεφαλιά, τεστ νοημοσύνης). Έρωτας χωρίς ~. Τρόπος πειθούς με επίκληση στη ~ (βλ. επιχείρημα, τεκμήριο). Απλή ~ θέλει/χρειάζεται. Ελπίζουμε να επικρατήσει/κυριαρχήσει/πρυτανεύσει/υπερισχύσει η ~ (πβ. σύνεση, σωφροσύνη, φρόνηση). Η κατάσταση ξέφυγε απ' τα όρια της ~ής (πβ. εκτός ελέγχου). Απόφαση που στερείται ~ής (= είναι παράλογη). Εξετάζει τα πάντα κάτω από το πρίσμα της ~ής. Ψήφισα με βάση τη ~. Αντίθετα με/προς τη ~ή. Λύση που αντίκειται/αντιτίθεται στη ~/συγκρούεται με τη ~. Δεν είχε τη στοιχειώδη ~ να καταλάβει ... Μην ψάχνεις για ~ στην υπόθεση αυτή. Έχει χάσει κάθε ίχνος ~ής. Δεν έχει ~ το σχέδιό τους. Δεν υπάρχει καμία ~ στο σχόλιό του. Θεωρία που δεν άντεξε στη βάσανο της ~ής. (μτφ.) Είναι η φωνή της ~ής στην παρέα (: για πρόσ. που σκέφτεται λογικά). Πβ. λογικό, μυαλό, νους, ορθολογισμός, σοφία. Βλ. πίστη. 2. ιδιαίτερος τρόπος σκέψης, αντίληψης της ζωής και των πραγμάτων, συγκεκριμένη άποψη· πνεύμα, φιλοσοφία, σκοπιμότητα: απόλυτη/άτεγκτη/αυστηρή/διεστραμμένη/ισοπεδωτική/καθεστηκυία/παιδική/παραδοσιακή/στείρα/στενή/σύγχρονη ~. Διαμετρικά/φαινομενικά αντίθετες ~ές. ~ της πλάκας. Υιοθέτηση μιας ~ής. Έχει διαφορετική/τη δική του ~ (βλ. υποκειμενικότητα). Απορώ με ποια ~ έκανε ό,τι έκανε (πβ. αιτιολογία, λόγος, σκεπτικό). Πβ. νοοτροπία.|| Η ~ του καπιταλισμού/κέρδους/παραλόγου/πολέμου. Δεν συμφωνώ με τη ~ του τύπου "...". Δεν καταλαβαίνω τη ~ σου. Η ίδια/παρόμοια ~ διέπει το σύνολο του νέου ασφαλιστικού νομοσχεδίου. Το πρόγραμμα φαίνεται δύσκολο μέχρι να μπεις στη ~ή του (: στον τρόπο λειτουργίας του). 3. ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. (με κεφαλ. Λ) κλάδος που μελετά τη μεθοδική σκέψη και ειδικότ. τον παραγωγικό συλλογισμό καθώς και την απόδειξη· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα ή εγχειρίδιο: απαγωγική/διαλεκτική/επαγωγική/παραγωγική ~. ~ των πιθανοτήτων. ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορηματική λογική/κατηγορηματικός λογισμός & κατηγορική λογική/κατηγορικός λογισμός: ΠΛΗΡΟΦ. -ΜΑΘ. κλάδος της συμβολικής λογικής που χρησιμοποιεί ξεχωριστά σύμβολα για τα κατηγορήματα, τα υποκείμενα, τους ποσοδείκτες και τους λογικούς τελεστές: ~ ~ πρώτης τάξεως. Βλ. λογικός προγραμματισμός, νευρωνικό δίκτυο, τεχνητή νοημοσύνη. [< αγγλ. predicate logic, calculus, 1950] , κοινή λογική & κοινός νους: τρόπος σκέψης και αντίληψης των πραγμάτων που χαρακτηρίζει τους περισσότερους ανθρώπους, ο οποίος συνήθ. δεν βασίζεται σε εξειδικευμένες γνώσεις, αλλά στην πρακτική εμπειρία που έχει αποκτηθεί από την καθημερινή ζωή: σύμφωνα με την ~ ~ ... Η ~ ~ λέει/υπαγορεύει ... Προσέγγιση που βασίζεται/στηρίζεται στην ~ ~. Ανακοίνωση που προσβάλλει την ~ ~. [< αγγλ. common sense] , μαθηματική λογική: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. κλάδος της τυπικής λογικής που μελετά τις σχέσεις μεταξύ προτάσεων, χρησιμοποιώντας μαθηματικές μεθόδους και ένα σύστημα συμβόλων και κανόνων εξαγωγής συμπερασμάτων: ~ ~ για υπολογιστές. Διακριτά Μαθηματικά και ~ ~., προτασιακή λογική/προτασιακός λογισμός: ΠΛΗΡΟΦ. -ΜΑΘ. κλάδος της συμβολικής λογικής που χρησιμοποιεί σύμβολα για τις λογικές προτάσεις, οι οποίες δεν αναλύονται περαιτέρω, και πέντε λογικούς τελεστές. [< αγγλ. propositional logic, calculus, 1903] , συμβολική λογική: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. που αναπτύσσει και αναπαριστά λογικές αρχές, χρησιμοποιώντας ένα τυποποιημένο σύστημα συμβόλων, αξιωμάτων και κανόνων εξαγωγής συμπερασμάτων., τετράγωνη λογική: σκέψη που χαρακτηρίζεται από αυστηρό ορθολογισμό, μαθηματική ακρίβεια και συνέπεια βασισμένη σε αντικειμενικά στοιχεία: Έχει ~ ~. Βλ. τετράγωνο μυαλό., τυπική λογική: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. σύστημα μελέτης επαγωγικών συλλογισμών που δίνει έμφαση στην ανάλυση της μορφής και όχι στο περιεχόμενο των εξεταζόμενων προτάσεων. Βλ. μεταλογική. [< αγγλ. formal logic, γαλλ. logique formelle] , ψυχρή λογική: σκέψη ανεπηρέαστη από συναισθηματισμούς ή άλλους υποκειμενικούς παράγοντες, η οποία βασίζεται μόνο στην εξέταση αντικειμενικών στοιχείων: Λειτουργεί περισσότερο με την καρδιά παρά με την ~ ~.|| Η ~ ~ των αριθμών (πβ. ακρίβεια)., ασαφής λογική βλ. ασαφής, η αρχή/η λογική της ήσσονος προσπάθειας βλ. ήσσων & ήττων ● ΦΡ.: με την ίδια/με αυτή τη λογική: με βάση ορισμένη θέση, άποψη ή ιδεολογία: ~ ~ θα μπορούσες να ... Με την ίδια ~ φιλοδοξούμε στο μέλλον ... Σύμφωνα με αυτή τη ~ ..., πέρα/έξω από κάθε λογική & (λόγ.) πέραν πάσης λογικής: για κάτι εντελώς παράλογο: τυφλή βία, ~ ~. Πράγματα τρελά, ανεξήγητα, ~ ~. [< αρχ. λογική, γαλλ. logique, αγγλ. logic]

μεγαλείο

μεγαλείο[μεγαλεῖο] με-γα-λεί-ο ουσ. (ουδ.): μεγαλοπρέπεια, σπουδαιότητα, υπεροχή: το ~ της φύσης. Το ~ των αγωνιστών του ΄21 (πβ. ανδρεία, γενναιότητα, ηρωισμός). Υποκλίνομαι στο ~ της ανθρώπινης ψυχής (= ανωτερότητα, μεγαλοψυχία).|| (κατ' επέκτ.-προφ.) Το ηλιοβασίλεμα ήταν ~ (= θαύμα, όνειρο). ΣΥΝ. αίγλη (1), λαμπρότητα (1) ● μεγαλεία (τα): (συνήθ. ειρων.) δόξα και πλούτη, αξιώματα, τιμές: Δεν θέλω ~α. Ονειρεύεται ~α.|| (για δήλωση θαυμασμού) Για δες ~α! [< γαλλ. grandeurs] ● ΦΡ.: ... σε όλο του(/της ...) το μεγαλείο/... στο μεγαλείο του(/της) & σε όλη του(/της ...) μεγαλοπρέπεια (προφ.): για κάτι, συνηθέστ. αρνητικό, που εκδηλώνεται στο μέγιστο βαθμό: η υποκρισία σε όλο της το ~. Ο ρατσισμός στο ~ του. Βλ. αποκορύφωμα, ζενίθ, μάξιμουμ., περασμένα μεγαλεία (και διηγώντας τα να κλαις): που έχουν πια χαθεί., Ελλάς, το μεγαλείο σου! βλ. Ελλάδα [< μτγν. μεγαλεῖον]

μήλο

μήλο[μῆλο] μή-λο ουσ. (ουδ.): ο εδώδιμος καρπός της μηλιάς που έχει κοκκινωπή, πρασινωπή ή σπανιότ. κιτρινωπή φλούδα, περίπου σφαιρικό σχήμα, λευκή, τραγανή σάρκα και μικρούς σπόρους στο κέντρο του: μικροκαρπία/ποικιλίες ~ων (: ξινόμηλο, στάρκιν, φιρίκι). Καθαρίζω ένα ~. Πβ. ξινόμηλο. Βλ. αχλαδό-, γεώ-μηλο.|| Γλυκό/μαρμελάδα ~. ~ κομπόστα. Πουρές/χυμός ~ου. Τσάι με άρωμα ~ου. Σαλάτα/τάρτα/χοιρινό με ~α.μήλα (τα): παιδικό παιχνίδι με δύο παίκτες σε απόσταση ορισμένων μέτρων οι οποίοι πετούν τη μπάλα ο ένας στον άλλο, με στόχο να χτυπήσουν τους παίκτες που τρέχουν ανάμεσά τους για να τους βγάλουν εκτός παιχνιδιού. ● Υποκ.: μηλαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σάπιο μήλο: θαμπό χρώμα μεταξύ κόκκινου και καφέ., τα μήλα του προσώπου: ζυγωματικά: Βάλε λίγο ρουζ στα ~ ~., το μήλο του Αδάμ βλ. Αδάμ ● ΦΡ.: ένα μήλο την ημέρα το(ν) γιατρό τον κάνει πέρα (παροιμ.): για να επισημανθεί η σημασία του μήλου για την υγεία, χάρη κυρ. στα ιχνοστοιχεία και στα αντιοξειδωτικά που περιέχει., το μήλο κάτω απ' τη μηλιά (θα πέσει): για να δηλωθεί ότι ένα παιδί ακολουθεί το επάγγελμα ή γενικότ. έχει το χαρακτήρα και τα ενδιαφέροντα των γονέων του: ~ ~! Συνεχίζει επάξια την παράδοση του πατέρα του., το μήλο(ν) της έριδος & το μήλο της έριδας: αντικείμενο ή αιτία συνεχούς αντιπαράθεσης, διεκδίκησης: Νησιά που αποτέλεσαν το ~ ~ για πολλούς κατακτητές. [< γαλλ. pomme de discorde] [< αρχ. μῆλον]

μύτη

μύτημύ-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. το μέρος του προσώπου στον άνθρωπο ή σε άλλα θηλαστικά το οποίο προεξέχει πάνω από το στόμα και κάτω από το μέτωπο, χωρίζεται σε δύο ρουθούνια και χρησιμεύει για την αναπνοή και την όσφρηση: γαλλική (: λεπτή και ελαφρώς ανασηκωμένη)/γαμψή/γυριστή/ίσια/κοντή/μακριά/μεγάλη/πλακουτσωτή/πλατιά/σουβλερή/σπασμένη/στραβή/στρογγυλή/χοντρή ~. Ελληνική ή κλασική ~ (: ίσια και λεπτή). Οστά/χόνδρος της ~ης. ~ κόκκινη από το κρύο. Αιμορραγία/επέμβαση/καταρροή/φαγούρα/φακίδες στη ~. Καθαρίζω/ξύνω/ρουφώ/σκαλίζω/σκουπίζω/φυσώ τη ~ μου. Η ~ μου είναι βουλωμένη/μπουκωμένη.|| Το κρασί φέρνει στη ~ αρώματα φρούτων.|| Mιλά με τη ~ (= έχει έρρινη προφορά).|| Πλαστική/ψεύτικη ~. Η ~ του κλόουν. 2. (κατ' επέκτ.) μουσούδι, ρύγχος ή το ράμφος των πουλιών: η ~ του δελφινιού/ξιφία/σκύλου. Βλ. προβοσκίδα.|| ~ αετού. 3. (μτφ.) αιχμηρή κυρ. ή λεπτή άκρη, προεξοχή ή το μπροστινό μέρος μακρόστενου συνήθ. πράγματος: κυρτή ~. Η ~ του αγκιστριού/της βελόνας/του βέλους/του καρφιού/του κονταριού/του μαχαιριού/του παγόβουνου/του σπαθιού. Μαρκαδόρος/πινέλο/στιλό με λοξή/στρογγυλεμένη ~ (πβ. ακίδα). Πένα με χρυσή ~. Έσπασε η/ξύνω τη ~ του μολυβιού. Έκοψε τα μαλλιά της ~ες/άφησε λίγες ~ες να πέφτουν στο πρόσωπο (βλ. αφέλειες).|| Η ~ του ακρωτηρίου.|| Η ~ του αεροπλάνου/του πλοίου (πβ. πλώρη)/του σωληναρίου. Σουτ με τη ~ του παπουτσιού (βλ. μύτος). 4. δυνατή όσφρηση: Το κυνηγόσκυλο έχει καλή ~. 5. (μτφ.) η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος ενστικτωδώς κάτι, διαίσθηση: Έχει (γερή) ~. 6. άρωμα κρασιού: πλούσια/πολύπλοκη/φινετσάτη ~. Έντονη ~ από μπαχαρικά/φρούτα του δάσους. ● Υποκ.: μυτίτσα (η), μυτούλα (η) ● Μεγεθ.: μυτάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πτερύγιο της μύτης βλ. πτερύγιο ● ΦΡ.: ανοίγει/ματώνει η μύτη μου (προφ.): αιμορραγεί., βγάζω (κάτι) από τη μύτη κάποιου/μου βγαίνει (κάτι) από τη μύτη (προφ.): για κάτι που έχει δυσάρεστη έκβαση, ενώ αρχικά ήταν ή προοριζόταν να είναι ευχάριστο: Τελικά ήρθε στην εκδρομή, αλλά μας το έβγαλε από τη ~ με την γκρίνια του. Πβ. μου βγαίνει (κάτι) ξινό., δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι & (σπάν.) δεν μάτωσε μύτη 1. δεν προκλήθηκαν βίαια επεισόδια: Ήρεμα εξελίχθηκε ο χθεσινός αγώνας· ~ ~. Οι διαδηλωτές αποχώρησαν, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Πβ. αναίμακτα. 2. (μτφ.) δεν υπήρξε αντίδραση, εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους θιγομένους: Κατεδαφίστηκαν όλες οι κατακτήσεις των εργαζομένων και ~ ~., δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του (μτφ.): είναι κοντόφθαλμος, στενόμυαλος: Δεν μπορεί να δει ~ ~. [< πβ. γερμ. nicht weiter sehen als seine Nase [reicht], γαλλ. ne pas voir plus loin que le bout de son nez] , δεν βλέπω (ούτε) τη μύτη μου: δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα: Χωρίς τα γυαλιά/με τόσο πυκνό σκοτάδι δεν έβλεπε ούτε τη ~ της., έχει ψηλά τη μύτη (μτφ.-προφ.): έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, είναι αλαζόνας: ~ ~ του και δεν μας καταδέχεται. Πβ. σηκώνει (τη) μύτη, σνομπ, ψηλομύτης, ψώνιο., η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει (παροιμ.): είναι υπερόπτης και ακατάδεκτος, ψηλομύτης ή τεμπέλης., κάτω από τη/μπροστά στη μύτη μου: για κάτι ολοφάνερο που γίνεται ή υπάρχει, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι: Απέδρασε/πέρασαν κάτω από τη ~ των δεσμοφυλάκων. Η κλοπή έγινε κάτω από τη ~ των υπευθύνων. Η λύση τόσο καιρό βρισκόταν μπροστά στη ~ μας. Πβ. μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου., με τρώει η μύτη μου: έχω φαγούρα στη μύτη., μου σπάει/τρυπάει τη μύτη/τα ρουθούνια (προφ.): για φαγητό κυρ. που μυρίζει έντονα και ευχάριστα., μπαίνω/χώνομαι στη μύτη/στο ρουθούνι (κάποιου) (προφ.): γίνομαι ενοχλητικός., μύτη με μύτη: πολύ κοντά σε κάποιον ή κάτι. Πβ. έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον, πρόσωπο με πρόσωπο., να μου τρυπήσεις τη μύτη: για να δηλωθεί με βεβαιότητα ότι δεν πρόκειται να συμβεί κάτι: Αν κάνει τα μισά από όσα υποσχέθηκε, να μου τρυπήσετε τη ~. Βλ. να μη με λένε., πέφτει η μύτη/η μούρη μου (μτφ.-ειρων.): μειώνεται, θίγεται ο εγωισμός μου: Δεν παραδέχεται τα λάθη του, για να μην πέσει η μύτη του. , πέφτουν μύτες (προφ.): κάνει πάρα πολύ κρύο., πιάνω/κρατώ τη μύτη μου: πιάνω τη μύτη μου με τα δάχτυλα ή και δεν αναπνέω, συνήθ. για να αποφύγω δυσοσμία: Πάρε βαθιά αναπνοή και κράτα τη ~ σου κλειστή., σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη: τον κάνω ό,τι θέλω: Μου φαίνεται ότι σε σέρνει ~. Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου, έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου., σκάω μύτη (προφ.): εμφανίζομαι, ξεπροβάλλω: Ξαφνικά ~ει ~ ένα πιτσιρίκι.|| Έσκασε ~ ο ήλιος. ΣΥΝ. ξεμυτίζω, στη μύτη του κουταλιού: για μικρή ποσότητα (όση χωρά στην άκρη του): Προσθέτουμε ελάχιστο αλάτι/κανέλα ~ ~. (σπάν.) Μια μύτη ζάχαρη (= πολύ λίγη)., στις μύτες (των ποδιών): στις άκρες των ποδιών ή των παπουτσιών, με ανασηκωμένες τις φτέρνες: Πατώ/περπατώ/στέκομαι ~ ~. Μπήκε στο δωμάτιο ~ ~ (για να μη γίνει αντιληπτός). Πβ. (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων., το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι και οι ευφυείς άνθρωποι συχνά πέφτουν σε προφανείς παγίδες, την πατούν., τρέχει η μύτη μου 1. έχω καταρροή: Η ~ του τρέχει συνέχεια. 2. ματώνει: Kάθισε μέχρι που σταμάτησε να ~ ~ του., χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού & βάζω τη μύτη/την ουρά μου κάπου/παντού (προφ.): ασχολούμαι με ζητήματα που δεν με αφορούν: ~ει ~ του στα προσωπικά/στις υποθέσεις των άλλων. Μη ~εις ~ σου παντού. Πβ. ανακατεύομαι, επεμβαίνω, χώνομαι. ΣΥΝ. μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια, φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν [πβ. γερμ. seine Nase in etwas/in allen [hinein] stecken] , (με/χωρίς) σηκωμένη μύτη βλ. σηκωμένος, βγάζει καπνούς από τη μύτη/τ' αυτιά βλ. καπνός, κλείνει η μύτη μου βλ. κλείνω, όλα τα γουρούνια έχουνε την ίδια μούρη/μια μύτη έχουνε βλ. γουρούνι, σηκώνει (τη) μύτη βλ. σηκώνω [< μεσν. μύτη < πβ. αρχ. μύτις ‘εσωτερικό των μαλακίων, μελάνι της σουπιάς’]

οδοστρωτήρας

οδοστρωτήρας[ὁδοστρωτήρας] ο-δο-στρω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό όχημα με μεγάλους μεταλλικούς κυλίνδρους στη θέση των τροχών το οποίο χρησιμοποιείται στην οδοποιία: αυτοκινούμενος/δονητικός/στατικός ~. ~ με αλυσίδα. Βλ. -τήρας. 2. (μτφ.) αυτός που έχει την απόλυτη κυριαρχία ή καταστρέφει ολοσχερώς κάτι: μεταρρύθμιση-~ (πβ. σκούπα). Ο ~ της εξέλιξης. Ο ~ του κέρδους και της εκμετάλλευσης.|| (για πρόσ.) Μπούκαρε στο σαλόνι σαν ~ και τα έσπασε όλα. Πβ. σαν ταύρος σε υαλοπωλείο. ● ΦΡ.: κάποιος/κάτι περνάει/σαρώνει σαν οδοστρωτήρας: εξαιτίας της μεγάλης του δύναμης εκμηδενίζει αδιακρίτως τα πάντα: (σε ομαδικό άθλημα) Η εθνική μας πέρασε ~ πάνω από την αντίπαλη ομάδα. [< γαλλ. rouleau]

πέρα

πέραπέ-ρα επίρρ. 1. (+ από) υπερβαίνοντας ένα συγκεκριμένο τοπικό, χρονικό, ποσοτικό ή νοητό όριο: ~ από τα βουνά/τη θάλασσα/τον ορίζοντα/τα σύνορα.|| Θα μου πάρει ~ από μια βδομάδα. ΣΥΝ. πάνω.|| ~ από το ποσό της προσφοράς. ΣΥΝ. περισσότερο.|| ~ από κάθε προκατάληψη/σκέψη. Πάνω και ~ από κάθε προσδοκία. ~ από (= ξεπερνώντας) εμπόδια και δυσκολίες. Κάτι τέτοιο είναι ~ από (= έξω από) τις αντοχές/τις δυνατότητές μου.|| Από ένα σημείο και ~, ...|| (ως επίθ.) Στην ~ γειτονιά. 2. μακριά: Τους έβλεπε να έρχονται από ~.|| (εμφατ.) Κάνε πιο ~ (= παρα~). Πήγαινε πιο ~.|| (λαϊκό) (Ί)σα ~ ρε (= άντε χάσου)! 3. (+ από) απέναντι: Πέρασαν ~ από το ποτάμι. ΣΥΝ. αντίπερα 4. (+ από) εκτός από: ~ από τη μουσική, έχει και άλλα ενδιαφέροντα.|| Να μη μάθει κανένας τίποτα ~ από μένα και σένα.|| ~ από (= αν εξαιρέσουμε) τις υπερβολές, η αλήθεια είναι ότι ... ~ από αυτό, νομίζω ότι ... (πβ. εκτός/πέραν αυτού/τούτου). ● ΦΡ.: εδώ/εκεί πέρα (επιτατ.): σε σχέση με το σημείο που βρίσκεται αυτός που μιλά: Έλα εδώ ~! Φύγε από 'δω ~!|| Τι γίνεται εκεί ~; Άντε/άι από κει ~ (= χάσου)! , κάνω κάποιον/κάτι πέρα: παραγκωνίζω, παραμερίζω: Έκανε ~ την οικογένειά/τους φίλους του (= τους απομάκρυνε).|| Έκανε ~ (= άφησε κατά μέρος) τους εγωισμούς/την ντροπή.|| Κάνε ~ (= στην άκρη) να περάσω. Κάνε (πιο) ~ (= μέριασε) τα ποτήρια, για να βάλω τα πιάτα., πέρα για/ως πέρα 1. τελείως, εντελώς, ολωσδιόλου: εντύπωση ~ ~ λανθασμένη. Αντιδράσεις ~ ~ δικαιολογημένες. Είναι ~ ~ αληθινό. Δικαιώθηκε ~ ~. 2. από τη μια πλευρά ως την άλλη, απ' άκρη σ' άκρη: Το βλέμμα της τον διαπέρασε ~ ~.|| Καλημέρα ~ ~! (= πολύ καλημέρα σας!)., πέρα-δώθε: προς τα εδώ και προς τα εκεί· πάνω κάτω: Έτρεχαν ~ ~. Πβ. δώθε-κείθε.|| (ως ουσ.) Βαρέθηκα τα (συνεχή) ~ ~ (= τα πήγαινε-έλα)., τα βγάζω/τα φέρνω πέρα (προφ.): τα καταφέρνω: Δεν τα ~ει ~ με τα μαθήματα/οικονομικά. Με δυσκολία/με το ζόρι τα ~ει ~. Έμαθε να τα ~ει ~ μόνος του. Πβ. αντεπεξέρχομαι, πορεύομαι.|| Δεν τα βγάζεις (εύκολα) πέρα μαζί του., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, από κει και πέρα βλ. από, δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του βλ. μύτη, ένα μήλο την ημέρα το(ν) γιατρό τον κάνει πέρα βλ. μήλο, πέρα από κάθε αμφιβολία βλ. αμφιβολία, πέρα από κάθε προσδοκία βλ. προσδοκία, πέρα από κάθε φαντασία βλ. φαντασία, πέρα βρέχει βλ. βρέχω, πέρα/έξω από κάθε αμφισβήτηση βλ. αμφισβήτηση, πέρα/έξω από κάθε λογική βλ. λογική ● βλ. πέραν [< αρχ. πέραν]

πέραν

πέρανπέ-ραν επίρρ. (λόγ., συνήθ. + γεν.) 1. εκτός: ~ των άλλων/του ότι ... 2. ξεπερνώντας: ~ του νομίμου/των ορίων. ~ πάσης υποψίας. ● ΦΡ.: εκτός/πέραν αυτού/τούτου βλ. εκτός, υπέρ το δέον & πέραν του δέοντος βλ. δέων ● βλ. πέρα [< αρχ. πέραν]

περατζάδα

περατζάδαπε-ρα-τζά-δα ουσ. (θηλ.) & περαντζάδα (λαϊκό) 1. βόλτα, περίπατος: απογευματινή/βραδινή ~. Κάνουν ~ στα μαγαζιά/στην παραλία/στην πλατεία. Βλ. -άδα. 2. σύντομο πέρασμα: Έκαναν μια ~ από την εκδήλωση. 3. (συνεκδ.) χώρος από τον οποίο περνά πολύς κόσμος (συνήθ. κάνοντας περίπατο): η ~ του λιμανιού/του χωριού. Πβ. πέρασμα. Βλ. στράτα. [< μεσν. περα(ν)τζάδα 'θαλάσσια διαδρομή']

περνώ

περνώ[περνῶ] περ-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περν-άς ..., -ώντας | περνούσε κ. πέρναγε, πέρ-ασα, περν-ιέμαι, περά-στηκε, -σμένος} & περνάω 1. κινούμαι μπροστά, πάνω, κάτω ή δίπλα από ένα σταθερό σημείο, αφήνοντάς το πίσω· μετακινούμαι προς συγκεκριμένη κατεύθυνση· φτάνω σε κάποιο μέρος και συνεχίζω την πορεία μου: ~ κάθε μέρα έξω από το σπίτι του. ~άει πολύς κόσμος από εδώ. ~ασε από μπροστά μου και δεν μου μίλησε. Η σφαίρα ~ασε ξυστά από το κεφάλι του. Κάνε στην άκρη να ~άσω.|| Μόλις ~ασε το λεωφορείο.|| (μτφ.) Όλη του η ζωή ~ασε (σαν ταινία) μπροστά από τα μάτια του. Βλ. ξανα~. 2. βρίσκομαι σε μια κατάσταση για κάποιο χρονικό διάστημα· διάγω, ζω: ~ αξέχαστα/ευχάριστα/μοναδικά/όμορφα/τέλεια/υπέροχα/χάλια. ~ αρκετό χρόνο μόνος μου/με τα παιδιά μου. ~άει δύσκολες ώρες. ~ασα όλο το πρωινό διαβάζοντας. ~ασε εδώ τη νύχτα (= διανυκτέρευσε, κοιμήθηκε εδώ). Πώς (τα) ~άσατε στις διακοπές/τις γιορτές; (ευχετ.) Να ~άς/~άσεις καλά! Βλ. κακο~, καλο~.|| ~ασε (= είχε) ευτυχισμένα παιδικά χρόνια/δύσκολη εφηβεία/στιγμές αγωνίας. Θέλω να ~άσω (= να μοιραστώ) τη ζωή μου μαζί σου! 3. διασχίζω, διέρχομαι: ~ τη γέφυρα/τον δρόμο (περπατώντας)/το ποτάμι (κολυμπώντας). ~ασαν απέναντι/μέσα από το δάσος.|| Υλικά που επιτρέπουν να ~άσει το ηλεκτρικό ρεύμα (: καλοί αγωγοί).|| (μτφ.) Το έργο ~ασε από πολλά στάδια. 4. έρχομαι ή πηγαίνω: Θα ~άσω να σε δω. ~ασα από τον δικηγόρο/την τράπεζα. Ας ~άσουμε στο σαλόνι! Να ~άσει ο επόμενος!|| (βγαίνω:) ~ασε έξω! Η κεφαλιά ~ασε άουτ.|| (μπαίνω:) Πες του να ~άσει! ~άστε μέσα! Αποχώρησε τραυματισμένος και στη θέση του ~ασε ο ... 5. επιτυγχάνω (σε εξέταση ή αγώνα): ~ασα! ~ασε με την πρώτη. (ΑΘΛ.) ~ασε στον επόμενο γύρο/στην κορυφή/στον τελικό (= προκρίθηκε).|| Δεν ~ασε (σ)τις πανελλαδικές/(σ)το τεστ. Δεν ~ασε τη βάση. Μετά βίας/με το ζόρι ~ασε την τάξη (= προάχθηκε, προβιβάστηκε). Μάθημα που ~ιέται δύσκολα/εύκολα.|| (για εξεταστή:) Τους ~ασε όλους (ΑΝΤ. απορρίπτω, αφήνω, κόβω). 6. (για υποψήφιο) γίνομαι δεκτός, εισάγομαι: Πού/σε ποια Σχολή ~ασες; Δεν ~ασε (στην) Αθήνα/εκεί που ήθελε/πουθενά/στο Πανεπιστήμιο. 7. υπερισχύω, υπερτερώ· υπερβαίνω: Τους ~άει όλους στην εξυπνάδα!|| Με ~ά (= είναι μεγαλύτερος) τρία χρόνια. Έχει ~άσει τα σαράντα.|| Οργάνωση που ~άει τα ... μέλη (: απαριθμεί πάνω από). ~ασε τα ... χλμ. την ώρα. Έχει ~άσει το μέτρο/τα όρια. Πβ. ξε~. 8. υφίσταμαι: Δεν φαντάζεσαι τι ~. ~άσαμε πολλά μαζί. Έχω ~άσει τα μύρια όσα/τα πάνδεινα.|| Ο κλάδος μας ~άει κρίση.|| Ποιες αρρώστιες ~άσατε μικρός; 9. υποβάλλομαι ή υποβάλλω κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη διαδικασία, δοκιμασία: ~ από δίκη (= δικάζομαι)/εκπαίδευση (= εκπαιδεύομαι)/πειθαρχικό (συμβούλιο)/συνέντευξη. ~άσαμε (από) τον έλεγχο διαβατηρίων/το τελωνείο. Το αυτοκίνητο ~ασε από ΚΤΕΟ.|| Τους ~ασαν από ανάκριση (= τους ανέκριναν)/ιατρικές εξετάσεις (= τους εξέτασαν). 10. μεταβιβάζω, μεταφέρω ή μεταβιβάζομαι, μεταφέρομαι: ~ασε από αριστερά την μπάλα στον συμπαίκτη του. Προσπάθησε να ~άσει όπλο στη φυλακή. Τα αρχεία ~άστηκαν στο φλασάκι.|| Η φωτογραφία ~ασε από χέρι σε χέρι. Όταν πέθανε, η περιουσία του ~ασε στα παιδιά του (= την κληρονόμησαν). Μικρόβιο που ~άει από τα ζώα στον άνθρωπο (= κολλάει, μεταδίδεται). Κειμήλια που ~ούν από γενιά σε γενιά. 11. εκλαμβάνω, θεωρώ: Δεν είναι τόσο ηλίθιος όσο τον ~άς.|| (+ για) Για τι με ~άς, για (κανένα) κορόιδο; Τι το ~άσατε εδώ μέσα/πέρα; Παιδική χαρά;|| Με συγχωρείτε, σας ~ασα για άλλη (= σας μπέρδεψα). 12. καταχωρώ, καταγράφω: ~ τις βαθμολογίες. Δεν μου ~άστηκε ο βαθμός. Αγορές που έχουν ~αστεί στο βιβλίο εξόδων/στα έξοδα. 13. (μτφ.) μεταβαίνω: ~ασε (= βγήκε) στην αντεπίθεση. Θα ~άσω τώρα στη δεύτερη ενότητα/στο τελευταίο θέμα. Είναι καιρός να ~άσουμε από τα λόγια στα έργα. Αν δεν μπορείτε να λύσετε μια άσκηση, ~άστε στην επόμενη. Θέμα που ~ασε σε δεύτερη μοίρα/πρώτο πλάνο. 14. βάφω, (επι)καλύπτω με υλικό ή σπανιότ. καθαρίζω μια επιφάνεια: ~άμε το ξύλο με βερνίκι. Τα κάγκελα θα ~αστούν και τρίτο χέρι/χρώμα.|| ~ασα το δωμάτιο με την ηλεκτρική σκούπα/τα τζάμια με καθαριστικό. Το πάτωμα ~άστηκε με παρκετίνη. 15. βάζω κάτι γύρω από κάτι άλλο· γενικότ. τοποθετώ: ~ασε το μετάλλιο στο λαιμό του/το σχοινί γύρω από τη μέση του. ~ασε το χέρι του στους ώμους της.|| Του ~ασαν χειροπέδες (= του έβαλαν, του φόρεσαν). 16. προσπερνώ: (Με) ~ασε από αριστερά. Μας ~ασε (= ξεπέρασε) στο τρέξιμο. Με ~ασε σα(ν) σταματημένο. 17. διαπερνώ: Οι ακτίνες του ήλιου ~ούν μέσα από το παράθυρο. Οι σφαίρες ~ασαν (= τρύπησαν) τα τζάμια του αυτοκινήτου.|| ~άμε το κρέας σε καλαμάκια (πβ. διατρυπώ).|| (για υγρά:) Η βροχή ~ασε το παλτό μου. 18. (μετα)κινώ κάτι μέσα από ένα άνοιγμα, το βάζω από τη μία πλευρά του και το βγάζω από την άλλη: ~ την κλωστή στη βελόνα/τα κορδόνια στα παπούτσια. 19. χρησιμοποιώ μαγειρικό σκεύος ή άλλο μηχάνημα, για να επεξεργαστώ μαγειρικά υλικά: ~άμε το αλεύρι από τη σήτα/τη σάλτσα από το μπλέντερ. 20. (προφ.) διαβάζω: Δεν προλαβαίνω να ~άσω ξανά τις σημειώσεις. 21. (προφ.) παραλείπω (στοιχείο μιας ακολουθίας): ~ασες (= πήδηξες) μια γραμμή, καθώς διάβαζες.περνά & περνάει 1. παύει να υπάρχει, τελειώνει, γίνεται παρελθόν· (ειδικότ. για χρόνο) κυλά: Τα νιάτα ~ούν. Τα συμπτώματα ~άνε (= εξαφανίζονται) μετά από λίγες μέρες. Ο κίνδυνος/το χειρότερο ~ασε. Μόδα είναι, θα ~άσει. Κρίση ήταν και ~ασε. ~ασε η σειρά μου. Πάει, ~ασε, ό,τι έγινε, έγινε. Δεν θα ~άσει έτσι αυτό! Μην αφήσεις την ευκαιρία να ~άσει (= να πάει χαμένη).|| Πόσο γρήγορα/πώς ~ η ώρα! Δεν ~άνε οι μέρες με τίποτα! ~άνε τα χρόνια (: γερνάμε, μεγαλώνουμε). Όσο ~ούσαν τα λεπτά, η αγωνία μεγάλωνε. ~ασε κιόλας ένας μήνας! Τη χρονιά που ~ασε (: την περασμένη). ~ασε (= πάει) καιρός από τότε που ... Έχουν ~άσει δέκα ώρες από την εξαφάνισή του. Να ~άσει κι αυτή η βδομάδα! Πβ. παρέρχεται. 2. γίνεται αποδεκτός, εγκρίνεται, ψηφίζεται: ~ασε ο νόμος/η τροπολογία για ... Δεν ~ασαν τα μέτρα/οι προτάσεις.|| Οι απειλές σου δεν ~ούν (εδώ/σε μένα) (= δεν έχουν αποτέλεσμα, δεν πιάνουν)! Δεν θα ~άσει ο τσαμπουκάς!|| Δεν ~ (= μετράει) ο λόγος μας.|| Το εισιτήριο/το νόμισμα αυτό δεν ~ πια (= δεν είναι έγκυρο, δεν ισχύει). ● Παθ.: περνιέμαι (προφ.): (+ για) θεωρούμαι: Βαρέθηκα να ~ για θύμα.|| (ειρων.) ~ιέσαι για άντρας με αυτά που κάνεις; ~ιέται για ειδικός. Τώρα αυτή ~ιέται για σοβαρή εφημερίδα; ● ΦΡ.: (δεν) περνάει η μπογιά (κάποιου) (προφ.): (δεν) είναι ικανός για κάτι ή επιθυμητός, κυρ. με βάση την ηλικία ή την ομορφιά: ~ ~ της ακόμη στον χώρο του μόντελινγκ. Δεν ~ ~ του εδώ/πια. Πβ. έχει (μεγάλη) πέραση., αυτό δεν θα περάσει έτσι! & δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι: ως απειλή ή προειδοποίηση ότι δεν πρόκειται να ξεχαστεί κάτι άδικο ή προσβλητικό που έγινε ή ειπώθηκε, ότι θα υπάρξει ανταπάντηση ή αντεκδίκηση. Πβ. θα μου το πληρώσεις!, για να περάσει/περνάει η ώρα: για κάτι που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία: Λέμε και κανένα ανέκδοτο/αστείο (πού και πού), ~ ~.|| Παιχνίδια για να περνάει ~., μου περνά (από το μυαλό/τον νου): συλλαμβάνω μια ιδέα, σκέφτομαι κάτι ή υποψιάζομαι: Προς στιγμή, μου ~ασε η σκέψη να ... Μου ~ασε η υποψία μήπως/ότι ...|| Ποτέ δεν μου ~ασε ~ αυτή η πιθανότητα., μου περνάει (κάτι): σταματώ να νιώθω κάτι, συνήθ. δυσάρεστο ή ενοχλητικό: Μου ~ασε το κέφι (= δεν έχω πια)/η πείνα (= δεν πεινάω). -Είσαι ακόμα θυμωμένος; -Μπα, μου ~ασε.|| Μόνο με αντιβίωση θα ~άσει το κρύωμα. Ακόμα να μου ~άσει ο πονοκέφαλος., μου περνάει/περνάει το δικό μου: γίνεται ή πετυχαίνω αυτό που θέλω: Δεν θα σου ~άσει αυτή τη φορά! Δεν πρόκειται να τους ~άσει! Θέλει πάντα να περνάει το δικό του., πέρασε τον Ατλαντικό: για κάτι που μεταδίδεται από την Ευρώπη στις ΗΠΑ ή/και αντίστροφα: η κρίση/η φήμη του ~ ~., περνάει στα χέρια κάποιου: έρχεται στην κατοχή του, αποκτά τον έλεγχο, την ευθύνη: Η εξουσία/η εταιρεία/η περιουσία πέρασε ~ ~ του.|| Η υπόθεση έχει ~άσει ~ της Δικαιοσύνης., περνώ/φεύγω μπροστά: προηγούμαι: Το τελευταίο δεκάλεπτο η ομάδα πέρασε ~ και πήρε τη νίκη., (τα) περνάω καλά/άσχημα βλ. καλά, (την) περνάω ζάχαρη βλ. ζάχαρη, άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, βγαίνω/περνώ στην παρανομία βλ. παρανομία, δεν χωράει (να περάσει) απ' την πόρτα βλ. πόρτα, διέβη/πέρασε τον Ρουβίκωνα βλ. Ρουβίκων, έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια βλ. ζόρι, ζω/τη βγάζω/περνώ σπαρτιάτικα βλ. σπαρτιατικός, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, κάτι περνάει στα ψιλά (γράμματα) βλ. ψιλά, με περνά ένα κεφάλι βλ. κεφάλι, μπόρα είναι (και) θα περάσει βλ. μπόρα, ο έρωτας περνά από το στομάχι βλ. στομάχι, ο χρόνος δεν πέρασε από πάνω του βλ. χρόνος, όσο περνάει από το χέρι μου βλ. χέρι, πέρασε και/αλλά δεν ακούμπησε βλ. ακουμπώ, περνά απαρατήρητος βλ. απαρατήρητος, περνά από πολλά χέρια βλ. χέρι, περνά από τα χέρια κάποιου βλ. χέρι, περνά από το χέρι μου βλ. χέρι, περνά/μένει/μπαίνει στην ιστορία βλ. ιστορία, περνάω κάτι (στο) ντούκου βλ. ντούκου, περνάω μια βόλτα βλ. βόλτα, περνάω το μήνυμα βλ. μήνυμα, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, περνώ (κάτω/μέσα) από καυδιανά δίκρανα βλ. καυδιανός, περνώ από (ψιλό) κόσκινο βλ. κόσκινο, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, περνώ από τα χέρια κάποιου βλ. χέρι, περνώ κάποιον (από) γενεές δεκατέσσερις βλ. γενεά, περνώ κάποιον από λεπίδι/πέφτει λεπίδι βλ. λεπίδι, περνώ με κόκκινο βλ. κόκκινος, περνώ το κατώφλι βλ. κατώφλι, σαν να μην πέρασε μια μέρα βλ. μέρα, τα πάω/περνάω ζάχαρη με κάποιον βλ. ζάχαρη, την περνάω/την βγάζω κοτσάνι βλ. κοτσάνι ● βλ. περασμένος [< μεσν. περνώ]

προσδοκία

προσδοκίαπροσ-δο-κί-α ουσ. (θηλ.) {προσδοκιών}: προσμονή για κάτι που θέλουμε να συμβεί, θετική εκτίμηση, αισιόδοξη πρόβλεψη μελλοντικής κατάστασης· συνεκδ. καθετί που αποτελεί αντικείμενο επιθυμίας: ~ αλλαγής. ~ για μείωση των επιτοκίων. Μεγαλύτερη ~ ζωής (= το προσδόκιμο ζωής). Η συμμετοχή των πολιτών στις κάλπες ξεπέρασε κάθε ~. Η ανάπτυξη είναι ανώτερη/κατώτερη των ~ών. Διακρατική συνεργασία με την ~ να ... Διαψευσμένες/μεγάλες/μειωμένες/υπέρμετρες/υψηλές/χαμηλές ~ες. Διάψευση/επιβεβαίωση ~ών. Η παράσταση αποδείχθηκε αντάξια/κατώτερη των ~ών του κοινού. ● ΦΡ.: παρά (πάσαν) προσδοκία(ν) (λόγ.): αντίθετα με ό,τι περιμένει κάποιος., πάνω/πέρα από κάθε προσδοκία & πέραν κάθε προσδοκίας: για κάτι που ξεπερνά κάθε αισιόδοξη πρόβλεψη· απροσδόκητα, αναπάντεχα: Σημειώνει επιτυχία ~ ~. Ετοιμάζουν ένα οπτικό υπερθέαμα ~ ~. Η ανταπόκριση του κοινού ήταν άμεση και ~ ~. Πβ. πέρα από κάθε φαντασία. [< αρχ. προσδοκία]

στράτα

στράτα

στρά-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό-λογοτ.) δρόμος και κατ' επέκτ. πορεία, ταξίδι: μεγάλη/παλιά ~. Περιπλάνηση στις ~ες του κόσμου. Πήρα ~ (= κίνησα). Πβ. ρούγα.|| (ΛΑΟΓΡ.) Τραγούδια της ~ας (βλ. τραγούδια της τάβλας). (ως ευχή:) Καλή ~ να 'χεις!|| Κάνει ~ (: για νήπιο που μαθαίνει να περπατά).|| (μτφ.) Κακιά/μαύρη ~. 2. κατασκευή με ροδάκια και κάθισμα που βοηθά τα μωρά να μάθουν να περπατούν. Βλ. τρεχαλίτσα. ΣΥΝ. περιπατητής (2), περπατούρα (1) ● Υποκ.: στρατούλα (η) ● ΦΡ.: στράτα-στρατούλα: φράση, συνήθ. εκφωνούμενη ρυθμικά, για ενθάρρυνση του νηπίου που μαθαίνει να περπατά και κατ' επέκτ. για κάτι που γίνεται σταδιακά, βήμα-βήμα: Έλα/πάμε ~ ~! [< 1: μτγν. στράτα < λατ. strata (via) ‘μεγάλος λιθόστρωτος δρόμος’]

φαντασία

φαντασίαφα-ντα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ικανότητα του νου να σχηματίζει εικόνες ή να συλλαμβάνει ιδέες, κυρ. για πράγματα για τα οποία δεν είχε προηγούμενη ή άμεση εμπειρία: αστείρευτη/αχαλίνωτη/ερωτική/ζωηρή/καλπάζουσα/μεγάλη/νοσηρή (= αρρωστημένη)/πλούσια/φτωχή ~. Η ανθρώπινη/λαϊκή/παιδική ~. Η δύναμη της ~ας. Απελευθέρωση της ~ας. Δημιούργημα/προϊόν της ~ας (βλ. φαντασίωση). Ταξίδια με τη ~. Αναπτύσσω/εξάπτω/χαλιναγωγώ τη ~ (κάποιου). Άσε τη ~ σου να οργιάσει. Ορισμένες φορές η πραγματικότητα ξεπερνά τη ~. Δεν θέλει/δεν χρειάζεται και μεγάλη/πολλή ~ (= σκέψη) για να καταλάβεις ότι ... Η ~ σου δεν έχει όρια (= φαντάζεσαι πράγματα ανυπόστατα). 2. (ειδικότ.) δημιουργική ικανότητα, έμπνευση: τέχνη και ~. Με στιλ και ~. Σου λείπει η ~. Στερείται ~ας. Βάλτε ~ (στην κουζίνα)! Πβ. ευρηματικ-, εφευρετικ-ότητα. 3. ΜΟΥΣ. σύνθεση ελεύθερης μορφής: μικρή ~ για πιάνο και ορχήστρα. ● ΣΥΜΠΛ.: αποκύημα/γέννημα της φαντασίας βλ. αποκύημα, επιστημονική φαντασία βλ. επιστημονικός ● ΦΡ.: (κάτι) ανήκει/κινείται στη σφαίρα της φαντασίας: δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Αυτά που λέει ~ουν/~ούνται ~ ~., κατά φαντασία(ν) (ειρων.): που έχει επινοηθεί, που δεν ισχύει πραγματικά: ~ ~ ιστορία. ~ ~ έγκυος., κατά φαντασία(ν) ασθενής (ειρων.): για κάποιον που νομίζει ότι είναι άρρωστος. Βλ. υποχόνδριος. [< γαλλ. le malade imaginaire] , πέρα από κάθε φαντασία & (λόγ.) πέραν κάθε φαντασίας: για κάτι ασύλληπτο: τραγωδία ~ ~. Οι απαιτήσεις τους είναι ~ ~ (= εξωφρενικές). [< αρχ. φαντασία, γαλλ. fantaisie, αγγλ. fantasy 3: γερμ. Fantasie, ιταλ.-αγγλ. fantasia]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.