Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • πίσσα πίσ-σα ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μελανό παχύρρευστο υλικό που προέρχεται από την ξηρή απόσταξη οργανικών ουσιών, κυρ. λιθανθράκων, πετρελαίου ή ξύλου, και χρησιμοποιείται συνήθ. σε ασφαλτοστρώσεις και ως μονωτικό υλικό: Έριξαν ~ (ενν. σε δρόμο). Πλοίο γέμισε (με) ~ τη θάλασσα.|| Χαμηλή περιεκτικότητα (τσιγάρων) σε ~. Βλ. λιθανθρακό-, ξυλό-πισσα, πισσάσφαλτος. 2. (μτφ.-επιτατ.) κάτι κατάμαυρο, πολύ σκοτεινό: (ως επίθ.) ~ (= πολύ βαθύ) σκοτάδι. Πβ. κατράμι. ● ΦΡ.: πίσσα και πούπουλα (μτφ.): τιμωρία για παραδειγματισμό, διαπόμπευση. [< 1: αρχ. πίσσα]
  • πισσάρισμα πισ-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): κάλυψη, επίστρωση επιφάνειας με πίσσα: Πιστόλι αέρος για ~. Βλ. -ισμα.
  • πισσάσφαλτος πισ-σά-σφαλ-τος ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. φυσική ή κατεργασμένη καθαρή άσφαλτος: ~ πετρελαίου. [< μτγν. πισσάσφαλτος]

Καμουφλάρω

Καμουφλάρω

(προφ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από ρήματα∙ δηλώνει ενέργεια ή το αποτέλεσμά της: αμπαλάρ~ (αμπαλάρω, βλ. αμπαλάζ)/καμουφλάρ~ (καμουφλάρω, βλ. καμουφλάζ)/ρετουσάρ~ (ρετουσάρω, βλ. ρετούς)/φρενάρ~ (φρενάρω).|| Κατρακύλ~ (κατρακυλώ).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.