Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • παίζω παί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπαι-ξα, παί-ξει, παί-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, παίζ-οντας, -όμενος, παι-γμένος} 1. επιδίδομαι σε κάτι που με διασκεδάζει, με ψυχαγωγεί ή σε συγκεκριμένο παιχνίδι, συνήθ. με σκοπό τη νίκη· ειδικότ. παίρνω μέρος σε τυχερό παιχνίδι: ~ με τις κούκλες/τους φίλους μου/τα χρώματα. Τα παιδιά ~ουν στον δρόμο. ~ και μαθαίνω. Πβ. παιχνιδίζει.|| ~ ποδόσφαιρο/σκάκι. ~ει ηλεκτρονικά/ονλάιν παιχνίδια. Τι ~ετε; ~ουμε κρυφτό/κυνηγητό/μήλα/μπιλιάρδο/παντομίμα/ρακέτες. ~εις! (: είναι η σειρά σου να ~ξεις). ~ουν τα λευκά/τα μαύρα (ενν. ο παίχτης με τα αντίστοιχα πιόνια στο σκάκι). Παίξαμε τρεις παρτίδες τάβλι. Η ζαριά δεν μπορεί να ~χτεί. Πώς ~εται το μπέιζμπολ (: ποιοι είναι οι κανόνες του); ~χτηκε καλό βόλεϊ και από τις δύο ομάδες. ~εται η παράταση. Δεν ~χθηκαν οι καθυστερήσεις.|| Γιατί δεν με ~ετε (: δεν με δέχεστε στο παιχνίδι, στην παρέα);|| ~ει στον ιππόδρομο/στο καζίνο. ~ λόττο/ρουλέτα/χαρτιά (πβ. χαρτο~). Ούτε πίνει ούτε ~ει (= δεν τζογάρει). 2. συμμετέχω σε ομαδικό άθλημα ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά, αγωνίζομαι: ~ει στην Εθνική/στο μουντομπάσκετ. ~ει βασικός/τραυματισμένος. Σε ποια θέση ~εις; ~ουμε στην έδρα μας/στον τελικό. ~ουμε εναντίον .../φιλικό. ~ουμε για τη νίκη. Έχει ~ξει δίπλα σε μεγάλους παίχτες/σε διάφορες ομάδες. Δεν ~ξε σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Παίξανε αμυντικά/έξυπνα/επιθετικά/με έναν παίκτη λιγότερο/μέτρια/νευρικά στο α' ημίχρονο/πειθαρχημένα/σκληρά/χωρίς άγχος/ώριμα. Στην επίθεση ~ξαν καλύτερα. Η ομάδα δεν ~ξε (ενν. καλά). 3. ερμηνεύω, υποδύομαι έναν ρόλο· ανεβάζω έργο στη σκηνή: Τα παιδιά έπαιζαν (= παρίσταναν, προσποιούνταν, υποκρίνονταν) τους μεγάλους.|| (για ηθοποιούς) ~ει (= υποδύεται) τον κακό. ~ουν (με αλφαβητική σειρά): ... ~ξε στον κινηματογράφο/σε κλασικές ταινίες. Έχουν ~ξει μαζί στην τηλεόραση.|| Στο δημοτικό θέατρο ~ει "...". Η παράσταση ~όταν για δύο σεζόν. (προφ.) Τα θέατρα δεν ~ουν τις Δευτέρες (= αργούν). 4. χειρίζομαι επιδέξια, γνωρίζω κάποιο μουσικό όργανο· (για μουσικό) εκτελώ μουσική σύνθεση: ~ βιολί/πιάνο από τα δώδεκα. Γράφει στίχους, μουσική και ~ει κιθάρα. Θα ~ξει ζωντανά. Το λαούτο ~εται με πένα.|| ~ σε συναυλίες/στη φιλαρμονική. Μου αρέσει η μουσική που ~ουν. Θα ~ξουν παλιές τους επιτυχίες. 5. εκθέτω σε κίνδυνο, ρισκάρω: ~εις με τη ζωή/την υγεία σου. Η εταιρεία ~ει το όνομα και τη φήμη της.|| (για κάτι αβέβαιο, που βρίσκεται σε κρίσιμη φάση:) ~εται το μέλλον/η τύχη της οικονομίας/του τόπου/χιλιάδων φοιτητών. ~εται η πρόκριση/το πρωτάθλημα/η πρωτιά. ~ονται μεγάλα συμφέροντα/εκατομμύρια ευρώ. Από εκεί και πέρα όλα ~ονται (: όλα είναι πιθανά). Πβ. διακινδυνεύω, διακυβεύω. 6. ποντάρω, στοιχηματίζω: ~ει χιλιάδες ευρώ στο προπό/ό,τι έχει και δεν έχει/τεράστια ποσά. ~ξα ... ευρώ υπέρ της ... Τα ~ξε όλα στα ζάρια.|| Ποντάρισμα που έχει ~χτεί δεν ακυρώνεται. Σε κάθε γύρο μπορούν να ~χτούν μέχρι τρεις μάρκες. 7. αστειεύομαι, κάνω πλάκα: Εμείς μιλάμε σοβαρά κι εσύ ~εις. Ξέρεις καλά ότι δεν ~ με τέτοια θέματα. Δεν μπορείς να ~ξεις μαζί του. Πβ. κοροϊδεύω. 8. κουνώ, πειράζω κάτι, συχνά από αμηχανία: Έπαιζε με τα γάντια/το κολιέ/τα μαλλιά της. ~ει το κομπολόι του.παίζει 1. λειτουργεί: Το βίντεο/η τηλεόραση δεν ~ (= χάλασε). Το αρχείο δεν ~ κανονικά (ενν. στον υπολογιστή). 2. προβάλλει, μεταδίδει: Τι ~ η τηλεόραση; Η σειρά θα ~χτεί σε περισσότερες από δέκα χώρες. Τι ~εται στις αίθουσες/στο σινεμά αυτή την εβδομάδα; (μτφ.) ~χτηκε το τελευταίο επεισόδιο της σχέσης τους.|| (για το ραδιόφωνο) Ο σταθμός ~ ροκ. Τα τραγούδια του ~ονται ακόμη. Θα ~χτούν δυόμισι λεπτά από το κομμάτι. 3. ακούγεται, ηχεί: Το ραδιόφωνο ~ πολύ δυνατά, χαμήλωσέ το! Έπαιζε η μουσική κι εμείς χορεύαμε. 4. έχει χαλαρώσει και κουνιέται: Η βίδα ~. Οι μπροστινοί τροχοί ~ουν ανησυχητικά. 5. (μτφ.-προφ.) γίνεται, συμβαίνει, συνήθ. παρασκηνιακά: Δεν ξέρω τι ~ με αυτή την υπόθεση. Κάτι ~εται εδώ! ~ονται πολλές κομπίνες. Μάλλον δεν κατάλαβες τι ~χτηκε. ΣΥΝ. τρέχει (1) 6. (νεαν. αργκό) είναι πιθανό: ~ να έρθει αύριο. ~ το εξής σενάριο ... Όλα ~ονται. Πβ. ενδέχεται. 7. (μτφ.-προφ.) βρίσκεται στην επικαιρότητα, ακούγεται: Το θέμα/το όνομά του ~ πολύ τελευταία στα μίντια. 8. (μτφ.-προφ.) κυμαίνεται: Η τιμή πώλησης του πετρελαίου ~ από ... ως ... δολάρια το βαρέλι. ● ΦΡ.: δεν είναι παίξε-γέλασε (προφ.): για να τονιστεί η σοβαρότητα, η σπουδαιότητα μιας κατάστασης: Η ανατροφή ενός παιδιού/η ζωή/η θάλασσα ~ ~., δεν παίζομαι (νεαν. αργκό-εμφατ.): είμαι αξεπέραστος, ασυναγώνιστος σε κάτι: Όταν έχεις κέφια, ~ ~εσαι με τίποτα! Η μαγειρική της ~ ~εται. Στα εντός έδρας ~ ~ονται., δεν παίζω! (προφ.): παραίτηση από συμμετοχή σε παιχνίδι· (κατ' επέκτ.) ήπια έκφραση δυσαρέσκειας, απογοήτευσης ή ασυμφωνίας: ~ ~! Είσαι ζαβολιάρης!|| Α, ~ ~, δεν έχει φαΐ σήμερα;, έπαιξα κι έχασα (μτφ.): προσπάθησα για κάτι, το διακινδύνευσα, αλλά χωρίς επιτυχία., μου την έπαιξε (αργκό): με εξαπάτησε, με κορόιδεψε: ~ ~ ο παλιάνθρωπος!, όχι, παίζουμε! (προφ.): για έκφραση ικανοποίησης: Μια χαρά τα κατάφερες, ~ ~., παίζει ρόλο & παίζει τον ρόλο του (μτφ.): συνιστά βασικό παράγοντα στη διαμόρφωση κατάστασης ή αποτελέσματος: Η διατροφή ~ καθοριστικό/καταλυτικό/σημαίνοντα ~ στην υγεία. Η ηλικία δεν ~ κανέναν ~ στον έρωτα. Η τύχη ~ει κι αυτή τον ~ της στις επιχειρήσεις., παίζεις με τον πόνο μου (οικ.): με πειράζεις, με προκαλείς· μου δημιουργείς ψεύτικες ελπίδες: Μην ~ ~ μας! Δεν ντρέπονται να παίζουν ~ των ανθρώπων;, παίζω με τη φωτιά (μτφ.): ριψοκινδυνεύω: Σε προειδοποιώ ότι ~εις ~. Έπαιξε ~ και κάηκε., παίζω ξύλο/μπουνιές/σφαλιάρες (προφ.) 1. έρχομαι στα χέρια, παλεύω με κάποιον: Παραλίγο να παίξουμε ~. 2. (μτφ.) έχω οικειότητα με κάποιον., παίζω σαν τη γάτα με το ποντίκι/όπως η γάτα με το ποντίκι (παροιμ.): για αργή και βασανιστική εξολόθρευση του πιο αδύναμου σε άνιση αναμέτρηση: Έπαιζε με το θύμα του ~ ~. [< γαλλ. jouer au chat et à la souris /comme un chat avec une souris] , παίζω στο χρηματιστήριο: επενδύω σε μετοχές: Έπαιξε όλες τις οικονομίες του ~., παίζω το παιχνίδι μου (μτφ.-προφ.): ενεργώ με συγκεκριμένο σχέδιο: Ο καθένας ~ει ~ του., παίζω τον ρόλο του ...: συμπεριφέρομαι σαν να είμαι ...: Τους άφησα να τα βρουν μόνοι τους, εγώ δεν ~ ~ του διαιτητή. Βαρέθηκα να ~ ~ του μπαμπούλα., τα παιδία παίζει (λόγ.-ειρων.): για να δηλωθεί έλλειψη σοβαρότητας., τα παίζω (αργκό) 1. σαστίζω, μπλοκάρω, τα χάνω: Τα έχεις παίξει τελείως, χαλάρωσε! Τα έχεις παίξει και δεν ξέρεις τι λες! Τα είχα παίξει από τον φόβο μου. 2. εξαντλούμαι: Τα΄παιξα από τη δίψα/τη ζέστη/την κούραση. Πβ. κρεπάρω. 3. (για μηχάνημα ή μηχανισμό) χαλώ: Τα 'παιξε ο ανεμιστήρας/η τηλεόραση/ο υπολογιστής. ΣΥΝ. καίω φλάντζα, το παίζω (προφ.): προσποιούμαι ότι έχω ορισμένη ιδιότητα, παριστάνω κάποιον: ~ ~ει αδιάφορος/ανεξάρτητος/άνετος/βλάκας/δύσκολος/έξυπνος/μάγκας/σκληρός. (ειρων.) Τι μας ~ ~ει, δηλαδή, ήρωας;, κάνει τον Κινέζο βλ. Κινέζος, Κινέζα, κατεβαίνει/παίζει με τα δεύτερα βλ. δεύτερος, παίζει (το) κρυφτούλι/(το) κρυφτό βλ. κρυφτούλι, παίζει διπλό παιχνίδι βλ. παιχνίδι, παίζει με τα νεύρα μου βλ. νεύρα, παίζει παιχνίδια βλ. παιχνίδι, παίζει σε δύο/σε διπλό/σε πολλά ταμπλό βλ. ταμπλό, παίζει το μάτι του βλ. μάτι, παίζει το πουλί του βλ. πουλί, παίζει το τελευταίο του χαρτί βλ. χαρτί, παίζει τον παπά βλ. παπάς, παίζει/πετάει το μάτι μου βλ. μάτι, παίζουμε την κολοκυθιά βλ. κολοκυθιά, παίζω άμυνα βλ. άμυνα, παίζω άσχημο παιχνίδι σε κάποιον βλ. παιχνίδι, παίζω εν ου παικτοίς βλ. παικτός, παίζω καθαρό παιχνίδι/καθαρά βλ. καθαρός, παίζω κάποιον μονότερμα βλ. μονότερμα, παίζω κάτι κορόνα (ή) γράμματα βλ. γράμμα, παίζω κάτι στα ζάρια βλ. ζάρι, παίζω κωμωδία βλ. κωμωδία, παίζω με τα αισθήματα κάποιου βλ. αίσθημα, παίζω με τις λέξεις βλ. λέξη, παίζω μονά-ζυγά βλ. μονός, παίζω μπάλα βλ. μπάλα, παίζω στα δάχτυλα βλ. δάχτυλο, παίζω τα ρέστα μου βλ. ρέστα, παίζω το παιχνίδι του βλ. παιχνίδι, παίζω το χαρτί του ... βλ. χαρτί, τα παίζω όλα (για όλα) βλ. όλος, το παίζει ιστορία βλ. ιστορία, το παίζει μούρη βλ. μούρη, το παίζω παλαβός & κάνω τον παλαβό βλ. παλαβός, το παίζω υπεράνω βλ. υπεράνω [< αρχ. παίζω, γαλλ. jouer, αγγλ. play]

αίσθημα

αίσθημα[αἴσθημα] αί-σθη-μα ουσ. (ουδ.) {αισθήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. συναίσθημα: αγνό/αληθινό/γνήσιο/διάχυτο/έντονο/ερωτικό/μητρικό/ρομαντικό/τρυφερό ~. ~ αγάπης/αλληλεγγύης/ανασφάλειας/ανησυχίας/απόρριψης/αποτυχίας/ευφορίας/θλίψης/ικανοποίησης/κενού/μίσους/πανικού/πληρότητας/φόβου/χαράς. Αδελφικά/ακραία/αμοιβαία/ανάμεικτα/ανώτερα/βίαια/γενναιόδωρα/ευγενικά/καλοπροαίρετα/κατώτερα/λεπτά/φιλικά ~ατα. Άνθρωπος με ~ατα (= ευαισθησίες). Αρμονία/εναλλαγή ~άτων. Συναυλία με ~ (πβ. ένταση, συγκίνηση). Απαλύνω/βιώνω/εκδηλώνω/εκτονώνω/εκφράζω/καλλιεργώ ένα ~. Εμπνέουν ~ατα εμπιστοσύνης στους συνεργάτες τους. Μας συνδέει (ένα) δυνατό ~. Δεν άλλαξαν/δεν κρύβω τα ~ατά μου για σένα. Πλήγωσε/πρόδωσε τα ~ατά της. Γενικευμένο ~ αγανάκτησης. 2. εντύπωση που δημιουργείται στη συνείδηση μέσω των αισθήσεων: ακουστικό/γευστικό/οπτικό ~ (βλ. μετ~). ~ ασφυξίας/βάρους (στο στήθος)/δίψας/δυσφορίας/ευεξίας/καύσου (= κάψιμο)/κοπώσεως/κορεσμού/ναυτίας/ξηρότητας/παλμών (: η συναίσθηση των χτύπων της καρδιάς)/πείνας/πίεσης/πόνου/φαγούρας. Βλ. προ~. 3. συνείδηση που διαμορφώνεται σχετικά με κάτι, συναίσθηση, φρόνημα: δημοκρατικό/εθνικό/θρησκευτικό/κοινωνικό/λαϊκό/συλλογικό ~. ~ δικαιοσύνης/ενοχής/της ιδιοκτησίας/του καθήκοντος/ντροπής/τιμής/χρέους. Υψηλό ~ ευθύνης. Προσβολή του δημοσίου ~ατος (= της δημοσίας αιδούς, πβ. κοινό/δημόσιο αίσθημα). Διαπνέεται από ανθρωπιστικά/αντιπολεμικά/φιλειρηνικά ~ατα (= ιδεώδη). 4. (προφ.-οικ.) έρωτας, ερωτική σχέση και συνεκδ. ερωτικός σύντροφος: επιπόλαιο/σοβαρό/φλογερό ~. Γάμος από/χωρίς ~.|| (αργκό) Να σου συστήσω το ~. Πβ. αμόρε, γκόμενος, γκόμενα, φίλος, φίλη. ● Υποκ. αισθηματάκι (το) στη σημ. 4. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσικό αίσθημα: η αντίληψη μιας γλωσσικής κοινότητας για την ορθή χρήση της γλώσσας: Έχει έντονα ανεπτυγμένο το ~ ~ (= γλωσσικό αισθητήριο)., το κοινό/το δημόσιο αίσθημα: το σύνολο των αντιλήψεων και πεποιθήσεων ενός κοινωνικού συνόλου, κυρ. σχετικά με ζητήματα ηθικής φύσεως: το ~ ~ δικαιοσύνης (πβ. το αίσθημα δικαίου/το περί δικαίου αίσθημα). Προκλητική για το ~ ~ συμπεριφορά. Πβ. χρηστά ήθη., σύμπλεγμα/κόμπλεξ/αίσθημα ανωτερότητας/κατωτερότητας (/μειονεξίας) βλ. σύμπλεγμα ● ΦΡ.: παίζω με τα αισθήματα κάποιου (μτφ.): αντιμετωπίζω επιπόλαια ή εκμεταλλεύομαι τα συναισθήματά του: Δεν τον αγαπούσε πραγματικά, έπαιζε ~ ~ά του., το αίσθημα δικαίου/το περί δικαίου αίσθημα: η επικρατούσα άποψη μιας κοινωνίας σχετικά με το δίκαιο, το σωστό: κοινό αίσθημα δικαίου (ή ~ ~ της κοινής γνώμης). Ικανοποιείται ~ ~. Τα λάθη και οι παραλείψεις των Αρχών πλήττουν ~ ~ του λαού., τρέφω αισθήματα (για κάποιον): νιώθω κάτι (για κάποιον): Έτρεφε (ερωτικά/φιλικά) ~ για κείνη. ~ουν ~ θαυμασμού για τον μεγάλο ηγέτη. [< 1,3,4: γαλλ. sentiment, αγγλ. feeling, sense 2: αρχ. αἴσθημα]

άμυνα

άμυνα[ἄμυνα] ά-μυ-να ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ύνης | -ες στη σημ. 3} 1. προστασία από κίνδυνο, βλάβη, ζημιά, επίθεση, ή οτιδήποτε δυσάρεστο, αρνητικό: αντισεισμική ~. Το πλύσιμο των χεριών: πρώτη γραμμή ~ας εναντίον/κατά των μικροβίων. Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι η φυσική ~ του οργανισμού μας (πβ. αντίσταση). Βλ. αυτο~.|| ~ απέναντι στην τρομοκρατία. 2. ΣΤΡΑΤ. προστασία από επίθεση εχθρού με στρατιωτικά μέσα· σύνολο στρατιωτικών μέσων, μέτρων ή ενεργειών για την προστασία μιας χώρας από πιθανούς εχθρούς: (αντι)αεροπορική (= αερ~)/αντιπυραυλική/ένοπλη/στρατιωτική ~ (ΣΥΝ. αντίσταση· ΑΝΤ. επίθεση, προσβολή). ~ έναντι/κατά βλημάτων/εχθρικών επιδρομών. Οχυρωματικές φυσικές θέσεις ~ας.|| (στον εν., συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α:) Υπουργείο (Εθνικής) ~ας (& λόγ. ~ύνης). Οι (ενν. κρατικές) δαπάνες για την ~. Η Επιτροπή ~ας της Βουλής. Πβ. Ένοπλες Δυνάμεις. 3. ΑΘΛ. φύλαξη, επιτήρηση των αντίπαλων παικτών, για να μην πετύχουν τον στόχο τους· συγκεκριμένη ενέργεια κατά τη διάρκεια αγώνα ή γενικότ. αγωνιστική τακτική με τον ίδιο σκοπό· παίκτες που αναλαμβάνουν τέτοιο ρόλο και το νοητό τείχος που σχηματίζουν· ο χώρος ή το τμήμα του γηπέδου όπου κινούνται αυτοί οι παίκτες: αντίπαλη/ευάλωτη/περιφερειακή/συμπαγής/χαλαρή ~. Οι γηπεδούχοι βελτίωσαν την ~ά τους. Οι επιτιθέμενοι δεν μπόρεσαν να διασπάσουν την ~ των αντιπάλων.|| (επίσ.) ~ εδάφους (στο βόλεϊ)/χώρου (= ζώνη ~ας). Σφιχτές ~ες και κατενάτσιο.|| (στο βόλεϊ:) Παίκτης που έβγαλε/έκανε τρεις ~ες (: έφερε σε πέρας τρεις αμυντικές ενέργειες).|| Πιεστική/πολυπρόσωπη/σκληρή ~. Έξυπνα/καλά/σωστά στημένη ~ μιας ομάδας.|| Κενά/πίεση στην ~. Το κέντρο/τα άκρα της ~ας. Γραμμή ~ας (= αμυντική γραμμή).|| (στο ποδόσφαιρο:) Διατηρήσαμε το μηδέν στην ~ (: δεν δεχτήκαμε γκολ). ΑΝΤ. επίθεση (4) ● ΣΥΜΠΛ.: (νόμιμη) άμυνα/κατάσταση (νόμιμης) άμυνας: ΝΟΜ. νόμιμη άσκηση βίας εναντίον προσώπου που απειλεί την ακεραιότητα κάποιου άλλου: Ο αστυνομικός πυροβόλησε ευρισκόμενος σε ~ ~. Παράταξη που βρέθηκε/ήταν σε ~ ~ εξαιτίας επιθέσεων. Πβ. αυτοάμυνα., μηχανισμοί άμυνας/αμυντικοί μηχανισμοί {σπανιότ. στον εν.} 1. ΨΥΧΟΛ. ασυνείδητη στρατηγική (λ.χ. απώθηση, εξιδανίκευση, ονειροπόληση, ταύτιση) που προστατεύει ένα άτομο από μη αποδεκτές ή επίπονες ιδέες, σκέψεις, παρορμήσεις, αισθήματα, όπως ντροπή, απώλεια αυτοεκτίμησης, φόβο: ψυχικοί/ψυχολογικοί ~ ~. Οι ~ ~ του Εγώ. Ενεργοποίηση των ~ών άμυνας. Αναπτύσσω/αποκτώ ~ούς ~ούς. 2. αντίδραση οργανισμού με σκοπό την προστασία του (π.χ. από παθογόνο μικροοργανισμό): ανοσιακός/φυσικός/φυσιολογικός ~ός ~.|| (κατ' επέκτ.) Ενίσχυση των ~ών ~ας της Ευρώπης έναντι των επιδημιών. [< αγγλ. defence mechanisms, 1913] , πολιτική άμυνα: ΠΟΛΙΤ. σειρά προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων και ενεργειών των πολιτικών δυνάμεων μιας χώρας με σκοπό την προστασία του πληθυσμού και την εξάλειψη ή τον περιορισμό των επιπτώσεων διαφόρων δεινών, όπως εχθροπραξίες, θεομηνίες: ~ ~ κατά των πυρκαγιών. ~ ~ και ασφάλεια/περιβαλλοντικά ατυχήματα. [< αγγλ. civil defense, 1939] , άμυνα ζώνης & ζώνη άμυνας & (αμυντική) ζώνη βλ. ζώνη, ανοιχτή άμυνα βλ. ανοιχτός, κλειστή άμυνα βλ. κλειστός ● ΦΡ.: άμυνα (από) γρανίτη/μπετόν & άμυνα γρανίτης: (κυρ. στο ποδόσφαιρο) για σκληρή και πετυχημένη, αποτελεσματική αμυντική λειτουργία: (Η ομάδα) δεν δέχεται γκολ με τίποτα, έχει ~ ~., άμυνα χωνί/σουρωτήρι (αργκό): (στο ποδόσφαιρο) που δέχεται πολλά γκολ., η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση: η άμεση επιθετική αντίδραση είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος προστασίας., παίζω άμυνα (προφ.): ΑΘΛ. αμύνομαι: Παίκτες που ~ουν ~ και πρεσάρουν. [< αρχ. ἄμυνα, γαλλ. défense, αγγλ. defence]

γράμμα

γράμμαγράμ-μα ουσ. (ουδ.) {γράμμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κάθε σύμβολο του συστήματος γραφής μιας γλώσσας που παριστάνει έναν ή περισσότερους φθόγγους: άτονο/τονισμένο ~. Κεφαλαία (= μεγάλα)/πεζά (= μικρά, βλ. μικρογράμματος) ~ατα. Τα ~ατα του αλφάβητου (βλ. σύμφωνο, φωνήεν). Αντιστοίχιση/σειρά/σύμπλεγμα (πβ. δίψηφο)/συνδυασμός ~άτων. Το αρχικό ~ ονόματος (πβ. μονόγραμμα). Κωδικός που αποτελείται από ~ατα και αριθμούς (πβ. αλφαριθμητικός). Πβ. γράφημα. Βλ. σημαίνον.|| (συνήθ. στην ΤΥΠΟΓΡ.) Πρώτο ~ (= αρχίγραμμα). Έντονα/μαύρα/όρθια/πλάγια/υπογραμμισμένα ~ατα (= στοιχεία, χαρακτήρες). Αυτοκόλλητα ~ατα (βλ. λετρασέτ). Μέγεθος/μορφοποίηση/τύπος ~άτων (βλ. γραμματοσειρά). Διάστημα μεταξύ των ~άτων.|| (γραφικός χαρακτήρας:) ~ατα με ουρές (= καλλιγραφικά). Δεν βγάζω/δεν καταλαβαίνω τα ~ατά σου (βλ. κολλυβογράμματα). Κάνει ωραία/στρογγυλά ~ατα.|| Τα ~ατα μιας ταινίας/μιας τηλεοπτικής εκπομπής (: τίτλοι ή υπότιτλοι· βλ. ζενερίκ). Βλ. εικονό-, ιδεό-, ολό-γραμμα. 2. επιστολή: ανώνυμο/απειλητικό/αποχαιρετιστήριο/ενημερωτικό/ερωτικό/ευχαριστήριο/προσωπικό/συγκινητικό/συγχαρητήριο/συλλυπητήριο/χειρόγραφο ~. Aπλό/επείγον/συστημένο ~. ~ από/για/προς/σε κάποιον. Aποστολέας/παραλήπτης του ~ατος. Γράφω/διαβάζω/δίνω/έχω/παίρνω/στέλνω/ταχυδρομώ (ένα) ~. Απαντώ σε ένα ~. Ρίχνω το ~ στο γραμματοκιβώτιο.γράμματα (τα) 1. η λογοτεχνία και κατ' επέκτ. οι ανθρωπιστικές κυρ. επιστήμες: κλασικά (: αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, γραμματολογία)/νεοελληνικά ~. Άνθιση/πόλη των ~άτων. Η γιορτή των ~άτων (: των τριών Ιεραρχών). Η εμφάνιση/προσφορά ενός συγγραφέα στα ~. Διακρίθηκε στον χώρο των ~άτων. 2. γραφή και ανάγνωση και κατ' επέκτ. γνώσεις, σπουδές: Δεν ξέρει (πολλά) ~ (= είναι αγράμματος, αναλφάβητος).|| Τα πρώτα ~ (: στοιχειώδης εκπαίδευση). Έχει έφεση/κλίση στα ~. ● Υποκ.: γραμματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: Γράμματα και Τέχνες: πνευματικός πολιτισμός: βραβείο/κέντρο/λέσχη/σύνδεσμος/σχολή ~άτων και ~ών. Εθνικό αριστείο/Τάξη ~άτων και ~ών της Ακαδημίας Αθηνών. Προσωπικότητα των ~άτων και των ~ών., κενό/νεκρό γράμμα (μτφ.): (συνήθ. για αρχή, θεσμό, νόμο) που δεν εφαρμόζεται στην πράξη: Αρκετές από τις διακηρύξεις για τα δικαιώματα του παιδιού παραμένουν ~ ~. Βλ. ανενεργός. [< γαλλ. lettre morte] , το γράμμα/ (και) το πνεύμα του νόμου (μτφ.): η διατύπωση και όχι η ουσία του: Απόφαση σύμφωνη με ~ ~. Είναι προσκολλημένος στο ~ ~. Ακολουθώ/επιβάλλω/παρακάμπτω/τηρώ ~ ~., άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι βλ. άνθρωπος, ανοιχτή επιστολή βλ. επιστολή, εγκύκλιος παιδεία/εγκύκλιες σπουδές/εγκύκλια γράμματα βλ. εγκύκλιος, Ιερά Γράμματα βλ. ιερός, ψιλά γράμματα βλ. ψιλός ● ΦΡ.: (γράφω κάτι/κάτι γράφεται) με χρυσά γράμματα (στην ιστορία) & με ολόχρυσα γράμματα: για πρόσωπο ή γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό που αξίζει να μείνει στη μνήμη: Το όνομά του γράφτηκε με ~ ~ στις δέλτους/σελίδες της ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Πβ. χρυσές σελίδες., βουλωμένο γράμμα διαβάζεις (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος έχει διαίσθηση, αντιλαμβάνεται κάτι, χωρίς να έχει τα απαραίτητα στοιχεία: Καλά πώς το κατάλαβες; ~ ~! Βλ. ψυχανεμίζομαι., δεν (τα) παίρνει τα γράμματα & τα παίρνει τα γράμματα (προφ.): είναι κακός/καλός μαθητής στο σχολείο., κατά γράμμα: πιστά, με συνέπεια και ακρίβεια: Ακολούθησε ~ ~ τις οδηγίες/τις συμβουλές/τις υποδείξεις μου. Εκτελώ ~ ~ μια διαταγή/μια εντολή. Ερμηνεύω/εφαρμόζω ~ ~ τον νόμο/μια συμφωνία. Το πρόγραμμα της προπόνησης πρέπει να τηρείται ~ ~ (= σχολαστικά). Η λέξη ... σημαίνει ~ ~ ... Πβ. επακριβώς.|| (ως επίθ.) ~ ~ μετάφραση (= κατά λέξη, ακριβής. Πβ. αυτολεξεί)., κορόνα (ή) γράμματα: διαδικασία κατά την οποία κάποιος ρίχνει ψηλά ένα κέρμα, για να αποφασίσει τυχαία ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές δυνατότητες· το αντίστοιχο τυχερό παιχνίδι: Να το παίξουμε/να ρίξουμε ~ ~, για να αποφασίσουμε ποια ταινία θα δούμε., παίζω κάτι κορόνα (ή) γράμματα: αφήνω ή επιλέγω κάτι στην τύχη, ρισκάρω: ~ ~ τη ζωή μου/την καριέρα μου/το κεφάλι μου/το μέλλον μου. Πβ. ριψοκινδυνεύω., (τώρα στα γεράματα), μάθε γέρο γράμματα βλ. γεράματα, μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις βλ. δάσκαλος, δασκάλα [< αρχ. γράμμα]

δάχτυλο

δάχτυλοδά-χτυ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύλου} & δάκτυλο 1. καθεμία από τις αρθρωτές οστέινες απολήξεις των άνω και κάτω άκρων του ανθρώπου και των ζώων: λεπτά/μακριά/χοντρά ~α. Τα πέντε ~α του χεριού (βλ. αντίχειρας, δείκτης, μέσος, παράμεσος, μικρός). Η μητέρα κούνησε απειλητικά το ~, γιατί κάναμε αταξία. Μετράει με τα ~α. Αγγίζω κάτι με τις άκρες των ~ων (ΣΥΝ. ακρο~).|| (συνεκδ.) Γάντια με κομμένα/χωρίς ~α (: που δεν καλύπτουν τα δάχτυλα). 2. (συνεκδ.) μέτρο ύψους ή ποσότητας ίσης με το πάχος ενός δαχτύλου: ένα ~ λικέρ/ουίσκι. Τα βιβλία είχαν ένα ~ σκόνη (: πάρα πολύ). Το παντελόνι θέλει ένα ~ κόντεμα (: λιγάκι). ● ΦΡ.: (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων: χωρίς να κάνω θόρυβο, προσεκτικά. Πβ. στις μύτες (των ποδιών)., βάζω (κάπου) το δάχτυλό/το δαχτυλάκι μου (μτφ.): παρεμβαίνω, αναμειγνύομαι, έχω συμμετοχή σε κάτι, συνήθ. κρυφά ή ύπουλα: Κάποιος φαίνεται ότι έβαλε ~ του και ακυρώθηκε η συμφωνία. Βλ. ξένος δάκτυλος., δεν κουνά/δεν σηκώνει ούτε το δαχτυλάκι του/ούτε το μικρό του δαχτυλάκι (μτφ.): δεν καταβάλλει την παραμικρή προσπάθεια: Θέλει να του έρθουν όλα βολικά, χωρίς να κουνήσει ~., δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο (εμφατ.): (για πρόσ.) δεν μπορείς να συγκριθείς μαζί του, γιατί είναι πολύ καλύτερος από σένα., κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): προσπαθώ να κρύψω κάτι φανερό και γνωστό, υπεκφεύγω: Δεν μασάω τα λόγια μου ούτε ~ ~. Πβ. εθελοτυφλώ., με το δάχτυλο στη σκανδάλη (μτφ.): είμαι έτοιμος να πυροβολήσω και (ιδ. κατ' επέκτ.) να αμυνθώ, να αντιδράσω σε πιθανή απειλή: Βρίσκονται ~ ~., μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού): πολύ λίγοι, ελάχιστοι: Οι πραγματικοί φίλοι ~ ~. [< γαλλ. on peut les compter sur les doigts (d'une main)] , όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα (μτφ.): για δήλωση διαφοράς ή ανισότητας, κυρ. για ανθρώπους., όποιο δάχτυλο κι αν κόψεις, πονάει (παροιμ.): οι γονείς στενοχωριούνται εξίσου, όταν συμβεί κάτι κακό σε οποιοδήποτε από τα παιδιά τους., παίζω στα δάχτυλα (μτφ.-προφ.) 1. γνωρίζω πολύ καλά, έχω ευχέρεια σε κάτι: Παίζει τους νόμους/όλα τα είδη μουσικής ~. Βλ. αυθεντία, εξπέρ. 2. μεταχειρίζομαι κάποιον με επιδεξιότητα, ώστε να κάνει ό,τι θέλω: Πώς του επιτρέπετε να σας παίζει ~; Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου. Βλ. χειραγωγώ., τον δείχνουν με το δάχτυλο (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): είναι δακτυλοδεικτούμενος., βάζω το δάχτυλο στο μέλι βλ. μέλι, γλιστρά (μέσα) από τα δάχτυλά/από τα χέρια μου βλ. γλιστρώ, θα/να μυρίσω τα δάχτυλά μου/τα νύχια μου; βλ. μυρίζω, να γλείφεις (και) τα δάχτυλά σου! βλ. γλείφω, σταυρώνω τα δάχτυλά μου βλ. σταυρώνω [< μεσν. δάχτυλο(ν), γαλλ. doigt, αγγλ. finger]

δεύτερος

δεύτερος, η, ο δεύ-τε-ρος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ./ουδ. δευτ-έρου, (λόγ.) θηλ. δευτέρα} (σύμβ. 2ος, Β' ή β', ΙI) 1. που αντιπροσωπεύει τον αριθμό δύο (2) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: αγώνας/γάμος/γύρος/κύκλος/μήνας/τόμος. ~η: ανάγνωση/βαθμίδα/δοκιμή/δόση/εβδομάδα/έκδοση/ενότητα/κατοικία/σελίδα/τάξη/φάση. ~ο: δεκαπενθήμερο/επεισόδιο/επίπεδο/ερώτημα/έτος/ημίχρονο/θέμα/μέρος/παιδί/παράδειγµα/πτυχίο/σκέλος/τεύχος/τμήμα/φύλλο.|| Φίλιππος ο ~ (B'). Ο ~ (Β’) Παγκόσμιος Πόλεμος. 2. που βρίσκεται αμέσως μετά τον πρώτο σε μια ιεραρχική κλίμακα: ~ος: αντιπρόεδρος/νικητής/ρόλος. ~η: ομάδα/φωνή. ~ο: βραβείο/ρεκόρ. Έμεινε/ήρθε/κατετάγη/τερμάτισε ~. ~ στην κατάταξη. Η ~η θέση της βαθμολογίας/της κατηγορίας/του ομίλου/του πρωταθλήματος.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~η: κλίση. ~ο: πρόσωπο.|| (κατ' επέκτ.) Προϊόντα ~ης ποιότητας (= ευτελή, κατώτερα, φτηνιάρικα). 3. (επι)πρόσθετος, εναλλακτικός, συμπληρωματικός: ~ος: δρόµος/λογαριασμός/τρόπος. ~η: γνώμη/επιλογή/ονομασία/προσπάθεια. ~ο: αντίγραφο/εισόδημα. Πβ. επιπλέον. 4. που συνδέεται με δεύτερο βαθμό συγγένειας: ~ος: θείος. ~η: ξαδέλφη. Συγγενής ~έρου βαθμού. 5. (για κάποιον, κάτι) συγκρίσιμο με κάτι άλλο, παρόμοιο: Έγινε/ήταν (σαν)/στάθηκε ~ πατέρας για μένα. Χώρα που έγινε η ~η πατρίδα του. Πβ. καινούργιος, νέος. Βλ. άλλος. ● Ουσ.: δευτέρα (η) 1. (κ. με κεφαλ. Δ) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Β΄). 2. ενν. ταχύτητα οχήματος: Πάτα συμπλέκτη και βάλε ~. 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού: 2 στη ~ (22 = 2 Χ 2). Υψώνουμε τον αριθμό εις τη/στη ~. ΣΥΝ. τετράγωνο (2) [< γαλλ. la seconde] , δεύτερος (ο) 1. ενν. όροφος: Ανεβαίνω/μένω στον ~ο. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Φεβρουάριος: στις 3/2 (: τρεις ~έρου). 3. ΝΑΥΤ. ο δεύτερος στην ιεραρχία μηχανικός σε επιβατηγό ή εμπορικό πλοίο. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη θέση: οικονομική θέση, κυρ. σε πλοίο, τρένο: εισιτήριο/επιβάτες ~ης ~ης. Βλ. πρώτη θέση., δεύτερη φύση (μτφ.-εμφατ.): για στοιχείο άμεσα συνδεδεμένο με κάποιον ή πολύ οικείο σε αυτόν: Όταν συνηθίζεις κάτι, σου γίνεται ~ ~. [< γαλλ. seconde nature] , δεύτερο χέρι: για επανάληψη βαψίματος, πλυσίματος, ξεπλύματος· το ίδιο χρώμα του δεύτερου βαψίματος: (Ξε)πλένω τα ρούχα ~ ~.|| Πέρασα και το ~ ~ στον τοίχο., Δευτέρα Παρουσία βλ. παρουσία, δεύτερη Ανάσταση/Εσπερινός της Αγάπης/Αγάπη βλ. ανάσταση, δεύτερη γλώσσα βλ. γλώσσα, δεύτερη νιότη/νεότητα/εφηβεία βλ. νιότη, δεύτερη σκέψη βλ. σκέψη, δεύτερο (λεπτό) βλ. λεπτό, δεύτερο αντάρτικο βλ. αντάρτικο, πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ')/τελευταίας διαλογής βλ. διαλογή, πρώτο/δεύτερο βιολί βλ. βιολί, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, σε πρώτο/δεύτερο πλάνο βλ. πλάνο, σχολείο δεύτερης ευκαιρίας βλ. σχολείο, το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: από δεύτερο χέρι 1. για μεταχειρισμένα προϊόντα: βιβλία/ρούχα/συσκευές/υλικά ~ ~. Αγοράζω/ψωνίζω ~ ~. Πβ. χρησιμοποιημένος. 2. με διαμεσολάβηση, έμμεσα, χωρίς άμεση πρόσβαση στις αρχικές πηγές: διηγήσεις ~ ~. Πληροφορίες ~ ~. Βλ. από πρώτο χέρι. [< γαλλ. de seconde main] , για δεύτερη φορά: ξανά: πρωταθλητής ~ ~. ~ ~ μέσα σε έναν μήνα., κάθε δεύτερη μέρα/κάθε δεύτερο χρόνο: μέρα παρά μέρα, χρόνο παρά χρόνο: Τους επισκέπτομαι ~ ~ μέρα., κατά δεύτερο λόγο/κατά δεύτερον: για να δηλωθεί ότι κάτι κατέχει τη θέση που βρίσκεται αμέσως μετά την πρώτη., κατεβαίνει/παίζει με τα δεύτερα (προφ.): (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) για ομάδα που αγωνίζεται με πολλούς αναπληρωματικούς ή νεαρούς και άπειρους παίκτες., το έν(α) δεύτερο: το ήμισυ ενός συνόλου (σύμβ. 1/2): ~ ~ του πληθυσμού/του συνόλου/της τιμής., χωρίς δεύτερη σκέψη (εμφατ.): αμέσως, χωρίς ενδοιασμό: Ανταποκρίθηκε ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Χωρίς ~η ματιά/προειδοποίηση., δεν υπάρχει άλλος/δεύτερος σαν (και/κι) αυτόν βλ. υπάρχω, έξις, δευτέρα φύσις βλ. φύση, κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, σε δεύτερη μοίρα βλ. μοίρα, τελευταίος (/δεύτερος/τρίτος) και καταϊδρωμένος βλ. καταϊδρωμένος, χωρίς δεύτερη κουβέντα/συζήτηση βλ. κουβέντα [< 1,2,3,4: αρχ. δεύτερος 5: γαλλ. second]

ζάρι

ζάριζά-ρι ουσ. (ουδ.) : μικρός κύβος του οποίου η κάθε έδρα έχει από μία μέχρι έξι συνήθ. βούλες· χρησιμοποιείται σε τυχερά ή επιτραπέζια παιχνίδια: Οι παίχτες πετούν/ρίχνουν τα ~ια.ζάρια (τα): (συνεκδ.) τυχερό παιχνίδι που παίζεται με τους ομώνυμους κύβους: Παίζει ~ στο καζίνο. Πβ. κυβεία. ΣΥΝ. μπαρμπούτι ● ΦΡ.: παίζω κάτι στα ζάρια 1. στοιχηματίζω περιουσιακό κυρ. αγαθό στο αντίστοιχο παιχνίδι: Έπαιξε όλες του τις οικονομίες ~ ~. 2. (μτφ.) θέτω σε κίνδυνο, ρισκάρω: Η επιχείρηση παίζει ~ ~ την τύχη των εργαζομένων. [< μεσν. ζάρι(ν)]

ιστορία

ιστορία[ἱστορία] ι-στο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. {σπάν. στον πληθ.} το σύνολο των γεγονότων, ιδ. αυτών που θεωρούνται αξιομνημόνευτα και συνθέτουν την εξελικτική πορεία λαού, πολιτισμού, ευρύτερης περιοχής· η γνώση και η διήγησή τους: γενική/παγκόσμια/τοπική ~. Προφορική ~ (: δίνει βάρος στην ανασυγκρότηση της μνήμης, δημόσιας και ιδιωτικής). Αρχαία/μεσαιωνική/νεότερη/σύγχρονη ~. Κοινωνική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/πολιτιστική ~. Η ελληνική ~. Η ~ της ανθρωπότητας. Τα διδάγματα/τα πρόσωπα/ο ρους της ~ας. Η ~ διδάσκει. Η σωστή πλευρά της ~ας. Βλ. ιστοριογραφία, μικροϊστορία.|| (ΘΡΗΣΚ.) Η Ιερά ~.|| Στα κείμενά του περιπλέκεται η ~ με τον μύθο. || Χώρα με μακρά, πλούσια ιστορία. Πβ. προϊστορία. 2. ΙΣΤ. {κ. με κεφαλ. το αρχικό Ι} η επιστήμη που μελετά το παρελθόν με βάση έγκυρες μαρτυρίες· το σχετικό βιβλίο και μάθημα: μέθοδοι/πηγές της ~ας. Καθηγητής της βυζαντινής ~ας (πβ. ιστορικός). Βλ. αρχαιολογία.|| Αγόρασα την ~ της ...|| Τι βαθμό πήρες στην ~; 3. {σπάν. στον πληθ.} επιστημονική παρουσίαση ιστορικών συμβάντων ή εξελίξεων σε έναν τομέα με χρονολογική σειρά: ~ της ελληνικής γλώσσας. Η γεωλογική ~ του νησιού.|| (με κεφαλ. το αρχικό Ι) ~ των Επιστημών/της Λογοτεχνίας/της Τέχνης. 4. προφορική ή γραπτή αφήγηση πραγματικών ή φανταστικών συμβάντων: αστεία/αστυνομική/ερωτική/πλαστή/ρομαντική ~. ~ αγάπης/τρόμου. Η πλοκή της ~ας. Γράφω/διηγούμαι μια αληθινή ~. Πού να σου λέω τώρα, είναι ολόκληρη ~. Η ~ εκτυλίσσεται στο ... Ατέλειωτες ~ες καθημερινής τρέλας. ~ες για γέλια και για κλάματα. Έχω ακούσει ένα σωρό ~ες για το ... Πβ. θρύλος, παραμύθι. Βλ. χρονικό.|| Η ~ μιας ταινίας (= υπόθεση, πβ. στόρι, βλ. σενάριο). 5. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) δυσάρεστη περιπέτεια, πρόβλημα: Είχε ~ες με την αστυνομία/τον γείτονα/την εφορία/μια κοπελίτσα (πβ. έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα). Τελευταία μου κάνει ~ες (: μου δημιουργεί δυσκολίες). Όλη αυτή η ~ μου κόστισε ακριβά. Είναι ολόκληρη ~ να φτιάξεις το αυτοκίνητο (πβ. ταλαιπωρία). Τόσα χρόνια η γνωστή/ίδια ~. 6. ιστορικοί χρόνοι. Βλ. προϊστορία. ● Υποκ.: ιστοριούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορία επιτυχίας: για πρόσωπο ή εταιρεία με λαμπρά επιτεύγματα που αποφέρουν κέρδη και φήμη. [< αγγλ. success story], παλιά ιστορία: γεγονός παλιό ή/και ξεχασμένο., το τέλος της ιστορίας: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που υποστηρίζει ότι με την επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του παγκόσμιου καπιταλισμού η διαλεκτική που έθρεψε τους πολέμους και τις επαναστάσεις σταματά ελλείψει αντιπάλων. [< αγγλ. The End of History, 1989] , διηγήματα/ιστορία/ταινία μυστηρίου βλ. μυστήριο, πονεμένη ιστορία βλ. πονεμένος, το χρονοντούλαπο της Ιστορίας βλ. χρονοντούλαπο, φυσική ιστορία βλ. φυσικός ● ΦΡ.: ανήκει στην ιστορία/αποτελεί ιστορία 1. (μτφ., για πρόσ., γεγονός, κατάσταση) είναι ξεχασμένος, ξεπερασμένος, δεν προκαλεί πια το ενδιαφέρον: Το παιχνίδι/τουρνουά ~ ~. Ό,τι έγινε ~ ~. 2. (για πρόσ., μνημείο, γεγονός) είναι μέρος του ιστορικού παρελθόντος: Κτίριο που ανήκει στην ~ της πόλης. Ανήκουν στην ~ του τόπου., ανοίγω ιστορίες (προφ.): δημιουργώ προβλήματα, εμπλέκομαι σε μια υπόθεση, αρχίζω δοσοληψίες με κάποιον: Μην ~εις ~, άσε να ξεχαστεί το πράγμα! Δεν θέλω να ~ξω ~ μαζί του., αυτό είναι μια άλλη ιστορία (προφ.): λέγεται όταν κάποιος δεν θέλει να μιλήσει για ένα θέμα, το οποίο αναφέρει παρεμπιπτόντως: Μετά, βέβαια, θα μετανιώσει, αλλά ~ ~ (= δεν θα το συζητήσουμε τώρα). [< αγγλ. that ΄s another story] , γράφει/έγραψε/θα γράψει ιστορία & (σπάν.) εποποιία/έπος (μτφ.): για διάκριση σε κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο: Έγραψε ~ στην οικονομική πολιτική/στον παγκόσμιο αθλητισμό. Προσωπικότητα διεθνούς ακτινοβολίας που με το έργο της γράφει ~. Έγραψε τη δική του εποποιία ως προπονητής. Πβ. μεγαλουργώ.|| Η παράσταση θα γράψει ~. ΣΥΝ. άφησε/θα αφήσει εποχή, έτσι για την ιστορία (προφ.): απλώς και μόνο για να ειπωθεί κάτι: ~ ~, να αναφέρω/θυμίσω ότι ..., η ιστορία επαναλαμβάνεται: για γεγονότα ή πράξεις που εμφανίζονται ξανά, συνήθ. με μικρές παραλλαγές ή αποκλίσεις: Δυστυχώς/να λοιπόν που ~ ~ (ως τραγωδία/φάρσα). Πβ. (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί., η ιστορία θα κρίνει: θα αποδειχθεί στο μέλλον: ~ ~, αν έκανε σωστά ή λάθος. Πβ. θα δείξει., η ιστορία της ζωής μου: τα περιστατικά του βίου μου: Γράφω/διηγούμαι/λέω την ~ ~ (πβ. αυτοβιογραφούμαι).|| (μτφ.-ειρων.) Ο κάθε παλαβός έρχεται και λέει την ~ ~ του (: φλυαρεί για άσχετα πράγματα)., περνά/μένει/μπαίνει στην ιστορία {συνήθ. στον αόρ.} (μτφ.) 1. καθιερώνεται στην ιστορία, συνήθ. με συγκεκριμένη ιδιότητα: Πέρασε ~ ως η πρώτη Ελληνίδα που ... Οι περισσότερες ταινίες του έμειναν ~ του κινηματογράφου. Το έργο του έχει μείνει αθάνατο και το όνομά του μπήκε ~. Πβ. άφησε εποχή. 2. για κάτι που ανήκει στο παρελθόν ή σπανιότ. για σημαντικό πρόσωπο που πέθανε: Η δραχμή πέρασε ~., τα υπόλοιπα είναι ιστορία (προφ.): τα γεγονότα που ακολουθούν είναι γνωστά ή προβλέψιμα, συνεπώς δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα άλλο: Τους είπα την ιδέα μου, τους άρεσε και ~ ~., το παίζει ιστορία (αργκό): έχει υπεροπτική ή επιδεικτικά αδιάφορη συμπεριφορά προς τους άλλους: ~ ~ με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Έχει καβαλήσει το καλάμι και μας ~ ~. ΣΥΝ. κάνει/παριστάνει τον καμπόσο, ιστορίες για αγρίους βλ. άγριος, στις δέλτους της ιστορίας βλ. δέλτος, το ... της υπόθεσης/του πράγματος/της ιστορίας βλ. υπόθεση [< αρχ. ἱστορία 4,5: γαλλ. histoire, γερμ. Historie, αγγλ. history]

καθαρός

καθαρός, ή, ό κα-θα-ρός επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. -ά} 1. που δεν έχει ίχνος ξένου και επιβαρυντικού ή βλαβερού στοιχείου: ~ά: ρούχα/σεντόνια (: χωρίς λεκέδες, πλυμένα). ~ά: μαλλιά/χέρια. (εμφατ.) Έκανε μπάνιο και είναι ~. Πβ. κατα-, ολο-, πεντα-κάθαρος, παστρικός. ΑΝΤ. άπλυτος.|| ~ό: πρόσωπο (: χωρίς σπυράκια, στίγματα).|| ~ή: τουαλέτα (βλ. απολύμανση). ~ό και τακτοποιημένο σπίτι. Βλ. υγιεινή.|| (χωρίς σκουπίδια:) ~ή: πόλη. ~ές: ακτές/θάλασσες/παραλίες. ΑΝΤ. ακάθαρτος, βρόμικος.|| ~ή: ατμόσφαιρα (: χωρίς ρύπους). ~ό: περιβάλλον. ΑΝΤ. μολυσμένος.|| ~ή: αναπνοή (ΑΝΤ. δύσοσμη).|| (προφ., χωρίς παθολογικά ευρήματα:) Η ακτινογραφία/μαγνητική τομογραφία βγήκε ~ή. Οι εξετάσεις του είναι ~ές. 2. (κατ' επέκτ.) που διατηρεί τον εαυτό του ή το περιβάλλον του στην αντίστοιχη κατάσταση· (ΟΙΚΟΛ.) που δεν μολύνει, δεν ρυπαίνει: ~ή: γυναίκα (πβ. νοικοκυρά). ~ό: ζώο/παιδί. ΑΝΤ. βρομιάρης.|| ~ή: τεχνολογία. ~ές: πηγές ενέργειας (= ανανεώσιμες/εναλλακτικές). ~ά: αυτοκίνητα (= υβριδικά). Πβ. πράσινος. 3. (μτφ.) διαυγής: ~ός: καιρός (= αίθριος)/ουρανός (πβ. ανέφελος, ασυννέφιαστος, ξάστερος). ~ό: νερό (= διάφανο)/φως/χρώμα.|| (για πνευματική διαύγεια:) Δες το με πιο ~ή σκέψη/~ό μάτι/νου! ΣΥΝ. καθάριος (1) 4. (κατ' επέκτ.) ευδιάκριτος, ευκρινής: ~ή: εικόνα/όραση. ~ές: φωτογραφίες. ΑΝΤ. θαμπός, θολός.|| ~ός: ήχος. ~ή: άρθρωση/φωνή.|| ~ό: γραπτό/τετράδιο (: χωρίς μουτζούρες, διορθώσεις). ~ά: γράμματα (= ευανάγνωστα). 5. (κατ' επέκτ.) αμιγής, ατόφιος, γνήσιος: ~ό: ασήμι/χρυσάφι.|| ~ή: βενζίνη. ~ό: λάδι/πετρέλαιο. ΣΥΝ. ανόθευτος.|| ~ό: μαλλί (: παρθένο)/οινόπνευμα.|| ~ά: προϊόντα (: βιολογικά, χωρίς συντηρητικά).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: μισθός. ~ή: αξία/απόδοση/αύξηση/εισροή/θέση (έναρξης περιόδου)/τιμή. ~ό: εισόδημα/επιτόκιο/κόστος/όφελος/ποσό. ~ές: αποδοχές/δαπάνες. ~ά: έσοδα. ΣΥΝ. νέτος. ΑΝΤ. ακαθάριστος, μικτός.|| ~ός: όγκος. ~ή: επιφάνεια (: χώρου σε τ.μ., χωρίς διαδρόμους και τοίχους). ~ό: εμβαδόν.|| (μτφ.) ~ή: ευτυχία. ~ό: ροκ.|| ~ (= καθαρόαιμος) γερμανικός ποιμενικός. 6. (μτφ.) αγνός, ακέραιος, άμεμπτος, τίμιος: Είναι ~ στην ψυχή. Πβ. αδιάφθορος, ακηλίδωτος, άσπιλος, ηθικός.|| ~ή: καρδιά. ~ές: προθέσεις. ~ά: κίνητρα. Έχω τη συνείδησή μου ~ή (: δεν έχω τύψεις).|| ~ό: ποινικό μητρώο (= λευκό· ΑΝΤ. βεβαρυμένο). ~οί: λογαριασμοί. ~ές: δουλειές (= παστρικές). ΑΝΤ. βρόμικος (2) 7. (μτφ.) ξεκάθαρος, σαφής: ~ός: λόγος. ~ή: άρνηση. ~ές: απαντήσεις/εξηγήσεις/κουβέντες. ΑΝΤ. ασαφής, διφορούμενος, μπερδεμένος, συγκεχυμένος.|| ~ός: εκβιασμός. ~ή: προειδοποίηση. Πβ. απερίφραστος, απροκάλυπτος, ευθύς.|| ~ό: περίγραμμα. Λιτές και ~ές γραμμές. ΣΥΝ. απλός, μινιμαλιστικός. ΑΝΤ. ακαθόριστος, πολύπλοκος, σύνθετος. 8. αδιαμφισβήτητος: ~ή: νίκη/πρωτιά.|| ~ό: γκολ/πέναλτι. Να κερδίσουμε με ~ό σκορ (: χωρίς να δεχτεί η ομάδα γκολ).|| (επιτατ.) ~ή: αδικία/ανοησία/απάτη/σύμπτωση/τρέλα (πβ. σκέτος). Επέζησε από ~ή τύχη! 9. (επιστ.) ο οποίος στηρίζεται στη λογική, είναι δηλ. ανεξάρτητος από την εμπειρία και τις αισθητικές εντυπώσεις· που δεν στοχεύει στην πρακτική εφαρμογή: (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: λόγος. ~ή: βούληση/γνώση. Πβ. απριόρι.|| ~ή: επιστήμη/έρευνα/θεωρία. ~ά: μαθηματικά. Πβ. θεωρητικός. ΑΝΤ. εφαρμοσμένος.|| ~ή: τέχνη. Βλ. η τέχνη για την τέχνη. 10. (αργκό) που δεν παίρνει (πια) ναρκωτικά ή αναβολικά: Έμεινε ~ για ... μήνες.|| ~οί: αθλητές (ΑΝΤ. ντοπαρισμένοι). ● Ουσ.: καθαρό (το): (σχολικός όρ.) τετράδιο όπου καθαρογράφονται πρόχειρες σημειώσεις· το καλό. Βλ. πρόχειρο. ● Υποκ.: καθαρούλης , α, -ικο/-ι, καθαρούτσικος , η, ο ● επίρρ.: καθαρά 1. με σαφήνεια, ξεκάθαρα: Αναγράφεται/αναφέρεται/διακρίνεται/φαίνεται ~ ότι ... Μίλα αργά και ~!|| Δεν ακούω/βλέπω ~.|| Μου είπε ~ (= ευθέως, στα ίσα, χωρίς περιστροφές) ότι ... Πβ. ευκρινώς. 2. απόλυτα, μόνο: παραίτηση για ~ προσωπικούς λόγους. Είναι ~ δική μου υπόθεση (= αποκλειστικά)! 3. χωρίς κρατήσεις: Βγάζει/ζητάει χίλια ευρώ ~. ΑΝΤ. μικτά 4. τίμια: Νίκησε ~ και δίκαια. ● ΣΥΜΠΛ.: καθαρό βάρος: το βάρος προϊόντος μετά την αφαίρεση του απόβαρου της συσκευασίας. Πβ. μάζα. ΑΝΤ. μικτό/ακαθάριστο βάρος, Καθαρά/Καθαρή Δευτέρα βλ. Δευτέρα, καθαρό εγχώριο προϊόν βλ. προϊόν, καθαρό εθνικό προϊόν βλ. προϊόν, καθαρό κέρδος βλ. κέρδος ● ΦΡ.: (έχω) καθαρά χέρια (μτφ.): (είμαι) έντιμος., βγαίνω καθαρός (προφ.): κρίνομαι αθώος., παίζω καθαρό παιχνίδι/καθαρά (προφ.): κάνω τίμιες συναλλαγές, δεν προσπαθώ να εξαπατήσω., για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια βλ. αλήθεια, καθαρά και ξάστερα βλ. ξάστερος, καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται βλ. αστραπή, με το μέτωπο/κούτελο καθαρό/ψηλά βλ. μέτωπο [< αρχ. καθαρός, γαλλ. net, pur]

κολοκυθιά

κολοκυθιάκο-λο-κυ-θιά ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. αγγειόσπερμο, αναρριχητικό φυτό (επιστ. ονομασ. Cucurbita L.) με έλικες, παλαμοειδή φύλλα, μεγάλα κίτρινα άνθη και εδώδιμους, μακρόστενους συνήθ. πρασινωπούς καρπούς: ~ η κοινή. Ανθοί ~ιάς (= κολοκυθοανθοί). ΣΥΝ. κολοκύνθη 2. (παλαιότ.) ομαδικό παιδικό παιχνίδι στο οποίο ο παίκτης που θα ακούσει ερώτηση στην οποία να αναφέρεται ο αριθμός του, θα πρέπει να απαντήσει και να πει τον αριθμό ενός άλλου παίκτη. Βλ. αγαλματάκια, κρυφτό, μήλα. ● ΦΡ.: παίζουμε την κολοκυθιά (μτφ.-ειρων.): για να δηλωθεί δυσαρέσκεια, όταν λέμε (ή κάνουμε) τα ίδια και τα ίδια, συζητάμε χωρίς να καταλήγουμε πουθενά: Οι αρμόδιοι παίζουν την ~ με το πρόβλημα (= ρίχνουν το μπαλάκι ο ένας στον άλλο). Την ~ θα παίξουμε τώρα; [< μεσν. κολοκυθέα]

κρυφτούλι

κρυφτούλικρυ-φτού-λι ουσ. (ουδ.) (υποκ.): συνήθ. στη ● ΦΡ.: παίζει (το) κρυφτούλι/(το) κρυφτό (μτφ.-προφ.): προσπαθεί να αποφύγει κάποιον ή να αποκρύψει κάτι, υπεκφεύγει: Προσπαθώ να του μιλήσω, αλλά (μου) ~ ~. ~ουν ~ με το σκάνδαλο (πβ. αποσιωπώ). [< μεσν. κρυφτούλι]

κωμωδία

κωμωδίακω-μω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο που προκαλεί ευθυμία και γέλιο και έχει τυπικά αίσιο τέλος· το αντίστοιχο είδος: αισθηματική/ανάλαφρη/ανατρεπτική/γλυκόπικρη/δραματική (= κομεντί)/ερωτική/κλασική/μουσική (βλ. μιούζικαλ)/ξεκαρδιστική/πολιτική/ρομαντική/σατιρική/σπαρταριστή ~.|| ~ δρόμου (βλ. θέατρο του δρόμου)/ηθών (: που σατιρίζει τη συμπεριφορά ανθρώπων που ανήκουν στην ίδια ή σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις)/παρεξηγήσεων/χαρακτήρων. ~-μπαλέτο/σάτιρα. ~ του μπουρλέσκ. Βλ. βοντβίλ, δράμα, επιθεώρηση, κομέντια ντελ άρτε, μελό, μελόδραμα, μπουλβάρ, τραγι~, φαρσο~.|| (ΦΙΛΟΛ., ένα από τα τρία είδη της δραματικής ποίησης) Αρχαία/μέση/νέα ~. Οι ~ες του Αριστοφάνη/του Μενάνδρου. Βλ. σατιρικό δράμα, τραγωδία. 2. (μτφ.) γελοίο γεγονός, φαιδρή κατάσταση: Αρκετά κράτησε αυτή η ~ με την εκλογή προέδρου! Πβ. παρωδία.|| (κατ' επέκτ.) Η ομάδα στο πρώτο ημίχρονο ήταν σκέτη ~! ● Υποκ.: κωμωδιούλα (η): στη σημ.1. ● ΣΥΜΠΛ.: κωμωδία καταστάσεων: κινηματογραφική ταινία, τηλεοπτική ή ραδιοφωνική σειρά στην οποία οι ηθοποιοί, υποδυόμενοι συνήθ. ανθρώπους που ζουν ή εργάζονται στον ίδιο χώρο, εμπλέκονται σε διασκεδαστικές καταστάσεις που θα μπορούσαν να υπάρξουν στην καθημερινή ζωή. [< αγγλ. situation comedy, 1932, γαλλ. comédie de situation] , μαύρη κωμωδία: αυτή που χαρακτηρίζεται από μακάβριο χιούμορ, προβάλλοντας τη διασκεδαστική πλευρά σοβαρών καταστάσεων, όπως θάνατος, αρρώστια. Βλ. μαύρο/μπλακ χιούμορ. [< γαλλ. comédie noire, αγγλ. black comedy, 1900] ● ΦΡ.: παίζω κωμωδία 1. υποδύομαι ρόλο σε κωμικό έργο, ειδικεύομαι στο είδος αυτό. 2. (μτφ.) προσποιούμαι, υποκρίνομαι: Μην πιστεύεις αυτά που λέει, ~ει ~. [< 1: αρχ. κωμῳδία, γαλλ. comédie, αγγλ. comedy - comédie musicale, 1930 2: γαλλ. comédie]

λέξη

λέξηλέ-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. ΓΛΩΣΣ. μονάδα του λόγου, γλωσσικό σημείο που έχει μορφή και περιεχόμενο (σημασία): λεξικές (ή πλήρεις) και γραμματικές (ή λειτουργικές ή κενές) ~εις. Απλές και μη απλές (: σύνθετες ή παράγωγες) ~εις (βλ. επίθ-, μόρφ-ημα, θέμα). Φωνολογικές ~εις. Οι τύποι μιας ~ης.|| (ΓΡΑΜΜ.) Άκλιτες ή κλιτές ~εις.|| (ΛΕΞΙΚΟΓΡ.) Απαρχαιωμένες/αρχαίες ελληνικές/νέες (= νεολογισμοί)/σπάνιες ~εις. Η ετυμολογία/ο ορισμός μιας ~ης. Καταχώριση ~εων σε λεξικό. Βλ. λεξιλόγιο.|| Δυσνόητη/κακόηχη/συνθηματική (βλ. πάσγουορντ) ~. Άγνωστες/βασικές/καθημερινές/ξένες/χυδαίες ~εις. Η μελωδία των ~ων. Τα γράμματα/η έννοια/η μετάφραση μιας ~ης. Πώς γράφεται/τι σημαίνει η ~ ...; Από πού βγαίνει/προέρχεται η ~ ...; ~ που αρχίζει από/με φωνήεν. Δεν μου 'ρχεται η κατάλληλη ~. Αναζήτηση με ~εις-κλειδιά (: σε βάσεις δεδομένων). || ~εις-συνθήματα (: αλλαγή, επανίδρυση, κάθαρση). 2. κάτι που λέγεται ή γράφεται, σύντομη κουβέντα: Δεν ακούω ~ (για αυτό το ζήτημα)! Δεν μπόρεσε να αρθρώσει/βγάλει ~ (: να μιλήσει). ~ δεν έγραψε στο διαγώνισμα (: έδωσε λευκή κόλλα). Δεν έχουν ανταλλάξει ~ από το πρωί. Θέλω να σου πω δυο ~εις (= λόγια). Ξεστόμισε/χρησιμοποίησε βαριές ~εις (πβ. εκφράσεις). 3. ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός των δυαδικών ψηφίων που μπορούν να αποθηκευτούν σε έναν καταχωρητή της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας υπολογιστή και ο οποίος αποτελεί πολλαπλάσιο του οκτώ. ● Υποκ.: λεξίδιο (το) {συνήθ. στον πληθ.}: Βλ. -ίδιο., λεξούλα (η): Το μωρό είπε τις πρώτες του ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: λέξη-ταμπού βλ. ταμπού, μήκος λέξης βλ. μήκος, πρωτότυπη λέξη βλ. πρωτότυπος ● ΦΡ.: δεν λέω/δεν βγάζω λέξη (προφ.) 1. δεν λέω τίποτα, δεν μιλώ καθόλου: Δεν έβγαλε ~ από το στόμα του.|| (συχνά απειλητ.) Μην πεις ~ σε κανέναν! Μείνε εδώ ήσυχος και μη βγάλεις ~. Πβ. δεν βγάζω άχνα, σωπαίνω. 2. μόνο στο "δεν βγάζω λέξη": δεν καταλαβαίνω τίποτα: ~ ~ από το κείμενο., δεν μου βγαίνει λέξη (προφ.): δεν μπορώ να εκφραστώ προφορικά ή γραπτά, δεν έχω έμπνευση., δεν παίρνω λέξη πίσω (προφ.): δεν αναιρώ ή δεν μετανιώνω για προηγούμενη δήλωσή μου. ΑΝΤ. το παίρνω πίσω., επί λέξει (λόγ.) & κατά λέξη/(λόγ.) λέξιν: με τα ίδια ακριβώς λόγια: Στην παραίτησή του αναφέρει ~ ~ τα εξής ... Δήλωσε/μου είπε ~ ~ τα ακόλουθα ...|| (ως επίθ.) ~ ~ μετάφραση (= κατά γράμμα, πβ. πιστή, βλ. ελεύθερη). ΣΥΝ. αυτολεξεί, λέξη προς λέξη (1), έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα: παίρνω την οριστική απόφαση, καθορίζω το τέλος, το αποτέλεσμα: Δεν έχω πει ακόμη ~ μου ~. Ο λαός θα πει ~ ~ στις εκλογές. Θέλει να έχει ~ ~ σε όλα. [< γαλλ. avoir le dernier mot ] , λέξη προς λέξη 1. επί λέξει. 2. με κάθε λεπτομέρεια: Τα αφηγήθηκα/είπα όλα ~ ~. [< γαλλ. mot à mot] , με μια λέξη & με δυο λέξεις: με λίγα λόγια, πολύ σύντομα, συνοπτικά: Ανακεφαλαιώνω/περιγράφω/συνοψίζω/χαρακτηρίζω κάτι ~ ~. ~ ~, μου είπε ότι εγώ φταίω. [< γαλλ. en un mot] , ούτε λέξη 1. (+ για) κανένας λόγος, καμία αναφορά: (Δεν είπε) ~ ~ για άδεια. 2. απολύτως τίποτα: Δεν πιστεύω ~ ~ απ' όσα είπες.|| Δεν γνωρίζει ~ ~ (= καθόλου) Γαλλικά., παίζω με τις λέξεις & (σπάν.) παίζω με τα λόγια: κάνω περίεργους συνδυασμούς λέξεων, εκμεταλλεύομαι την πολυσημία τους, για να δημιουργήσω ασάφεια, να οδηγήσω κάποιον σε παρερμηνεία: Στα ποιήματά του ~ει ~.|| Μην ~εις ~! [< γαλλ. jouer sur les mots] , πίσω από τις λέξεις & κάτω από τις λέξεις (μτφ.): αναφορά στο βαθύτερο νόημα φράσης, ενέργειας: Τι κρύβεται ~ ~; Η ουσία ~ ~. Μάθε να διαβάζεις ~ ~ (= ανάμεσα στις/πίσω από τις γραμμές)., δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα βλ. κουβέντα, η τελευταία λέξη βλ. τελευταίος, με όλη τη σημασία της λέξης βλ. σημασία, μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις βλ. εικόνα, παιχνίδι με τις λέξεις βλ. παιχνίδι [< μεσν. λέξη < αρχ. λέξις, γαλλ. mot 3: αγγλ. word, 1946]

μάτι

μάτιμά-τι ουσ. (ουδ.) {ματ-ιού | -ιών} 1. ΑΝΑΤ. το αισθητήριο όργανο της όρασης: γαλάζια (= γαλανά· πβ. μπλε)/καστανά/μαύρα/πράσινα ~ια. Αμυγδαλωτά/βουρκωμένα/κατακόκκινα/μεγάλα/ορθάνοιχτα/σχιστά ~ια. Μαυρισμένο ~ (από μπουνιά). Ανοιγοκλείσιμο/κινήσεις του ~ιού. Βάφει τα ~ια της. Κρέμα/μακιγιάζ/μολύβι/σκιές ~ιών. Το περίγραμμα των ~ιών. Με δεμένα (τα) ~ια. Μαύροι κύκλοι/σακούλες κάτω από τα ~ια. Έχασε την όρασή του από το αριστερό/δεξί ~. Μπήκε ένα σκουπιδάκι στο ~. Τσούζουν τα ~ια μου από τον καπνό. Σιγά, θα μου βγάλεις κανένα ~/το ~ με την ομπρέλα! Κοίτα με στα ~ια. Κουράστηκαν τα ~ια μου. Τρέχουν δάκρυα από τα ~ια. Τα ~ια βγήκαν κόκκινα στη φωτογραφία.|| Σύνθετα ~ια μέλισσας/μύγας. Προεξέχοντα ~ια.|| (ΑΝΑΤ.) Αγγεία/βλέφαρα/βολβός/βυθός/ίριδα/κανθός/κόγχη/κόρη/μύες/φακός/(αμφιβληστροειδής/κερατοειδής) χιτώνας του ~ιού. Πίεση στα ~ια. Γυάλινο ~. Βιονικό/τεχνητό ~ για τυφλούς. Μόλυνση/φλεγμονή του ~ιού. Βλ. αστιγματισμός, γλαύκωμα, δαλτονισμός, καταρράκτης, στραβισμός, αμβλυ-, αμετρ-, μυ-, πρεσβυ-, υπερμετρ-ωπία, α-, δυσ-χρωματοψία, βλεφαρ-, επιπεφυκ-, κερατ-ίτιδα, ωχρά/ωχρή κηλίδα. ΣΥΝ. οφθαλμός (1) 2. η ιδιότητα, η ικανότητα της όρασης: αόρατο στο ~. Έχει γερό/δυνατό ~ (: βλέπει πολύ καλά). Έχει χάσει τα ~ια του (: έχει τυφλωθεί). Τι βλέπουν τα ~ια μου! Χαρά των ~ιών (: ευχάριστο να το βλέπει κάποιος). Μέχρι εκεί που φτάνει το ~ (: μέχρι εκεί που μπορεί να δει κάποιος).|| (μτφ.) Τα βλέπει όλα, λες κι έχει ~ια στην πλάτη. 3. το βλέμμα και γενικότ. η έκφραση του προσώπου, όταν κοιτάζει κάποιος κάτι: γλυκά/ζεστά/λαμπερά/τσακίρικα/ψυχρά ~ια. Τα αδιάκριτα ~ια των περαστικών. Η εντυπωσιακή εμφάνιση τραβάει το ~. Έχει τα ~ια του πατέρα της (πβ. ματιά). Η γλώσσα των ~ιών. Συνεννοούμαι με τα ~ια. Γουρλώνω/κατεβάζω/σηκώνω/στρέφω/χαμηλώνω τα ~ια. Έχω τα ~ια μου καρφωμένα στη γη/κάτω. Δεν ξεκολλούσε τα ~ια του από πάνω της. Τον κοίταξε κατευθείαν στα/(ίσια) μέσα στα ~ια (ενν. με ειλικρίνεια). Τον παρακολουθούσα με την άκρη του ~ιού μου. Γύρισα τα ~ια μου αλλού. Πού έχεις τα ~ια σου (: πού κοιτάς); Τα ~ια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος στα ~ια του. 4. (μτφ.) ο τρόπος αντιμετώπισης μιας κατάστασης: με το/μέσα από το ~ του αναγνώστη/ειδικού/επιστήμονα/θεατή. Η ζωή μέσα από τα ~ια ενός παιδιού. Η εικόνα της χώρας στα ~ια των ξένων. Αντιμετωπίζω/βλέπω/εξετάζω τα πράγματα με έμπειρο/θετικό/κριτικό ~. Βλέπει το μέλλον με καλύτερο ~. Βλέπουν τον κόσμο με τα ίδια ~ια. Ήταν η καλύτερη ταινία στα ~ια (: κατά την εκτίμηση) όλων. Πβ. οπτική γωνία, σκοπιά.|| Mε το ~/τα ~ια (: ενδιαφέρον) στραμμένο/α στο μέλλον.|| Το άγρυπνο ~ (: επίβλεψη) της Αστυνομίας/του Νόμου. 5. καθετί που μοιάζει με μάτι: ηλεκτρονικό ~. Το ~ της πόρτας (= ματάκι)/της φωτογραφικής μηχανής. Το ~ του τυφώνα (: το κέντρο). ~ διχτυού (: καθεμία από τις τρύπες, πβ. θηλιά). (παλαιότ.) ~ της θάλασσας (= δίνη). Αβγά ~ια (: τηγανισμένα ώστε ο κρόκος να ξεχωρίζει από το ασπράδι). Περνάω την κλωστή από το ~ (: τρύπα στην κορυφή) της βελόνας.|| (εστία κουζίνας:) Ηλεκτρικό/μεγάλο/μεσαίο/μικρό ~. Ανάβω/σβήνω το ~. Ξέχασα ανοιχτό το ~. 6. (λαϊκό) κακό μάτι· σπανιότ. ματόχαντρο: σκόρδο/(μπλε) χάντρα για το ~. Πιστεύει στο ~.|| Φόρα ένα ~! 7. ΒΟΤ. (κοινό) οφθαλμός. Πβ. κόμπος, ρόζος. Βλ. βλαστός, φύτρα. ΣΥΝ. μπουμπούκι (2) ● Μεγεθ.: ματάρες (οι): (ως οικ. προσφών.) ~ μου όμορφες! ● ΣΥΜΠΛ.: κακό μάτι: βλέμμα που θεωρείται ότι μπορεί να προκαλέσει βλάβη σε κάποιον: Έχει ~ ~! Πρόσεχε το ~ ~! Βλ. βασκανία, μάτιασμα., μάτια γάτας: ανακλαστήρες οδοστρώματος: διαχωρισμός των κατευθύνσεων/οριοθέτηση των λεωφορειόδρομων με ~ ~ (κίτρινου χρώματος). [< αγγλ. cat's-eyes, 1940] , μάτι της τίγρης/του τίγρη βλ. τίγρη, μάτι του κυκλώνα βλ. κυκλώνας, μάτια κουμπότρυπες βλ. κουμπότρυπα, τρίτο μάτι βλ. τρίτος ● ΦΡ.: (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι & με λοξό μάτι (μτφ.): με αντιπάθεια, κακία, μίσος ή καχύποπτα: Δεν με χωνεύει καθόλου και με κοιτάει ~ ~. Με πήρε απ' την αρχή με στραβό ~., (πρόσεχε/έχε κάποιον/κάτι) σαν τα μάτια σου: για κάτι που το θεωρούμε πολύτιμο: Προσέχει/έχει/φυλάει το καινούργιο αμάξι ~ ~ του., ... και τα μάτια σου! (εμφατ.): πρόσεχε πολύ, έχε το νου σου: Το παιδί ~ ~!, άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας (παροιμ.): για ποιοτική διαφοροποίηση φαινομενικά όμοιων πραγμάτων: Πολλοί αντέγραψαν το αρχικό σχέδιο, όμως ~ ~., βάζω/έχω (κάποιον/κάτι) στο μάτι: εποφθαλμιώ· σταμπάρω, επιβουλεύομαι: ~ ~ το πορτοφόλι/τα χρήματα κάποιου. Έχει βάλει ~ (= στοχεύει) την πρώτη θέση. Έχω βάλει ~ ένα φόρεμα (: θέλω να το αποκτήσω· πβ. μπανίζω).|| Τον έχουν βάλει ~ και δεν τον αφήνουν σε ησυχία., βγάζει μάτι/χτυπάει στο μάτι: προκαλεί πολύ μεγάλη εντύπωση: Οι ανορθόγραφες λέξεις/τα κόκκινα παπούτσια βγάζουν ~/χτυπάνε ~., βγάζω τα μάτια (σε κάτι) (σπάν.-προφ.): του καταστρέφω τον μηχανισμό., βγάζω τα μάτια μου (μτφ.) 1. κουράζονται τα μάτια μου με κάτι: Έβγαλα ~ να καταλάβω τι γράφει. 2. τσακώνομαι πολύ έντονα: Αν τους αφήσεις μόνους, θα βγάλουν ~ τους. 3. (αργκό) κάνω σεξ., βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι: έχω ευνοϊκή/δυσμενή διάθεση απέναντι σε πρόσωπο ή κατάσταση: Αν δεν το δεις με καλό μάτι, δεν θα πετύχεις. Από την αρχή με πήρε με κακό μάτι. Βλ. καλο-, κακο-βλέπω., για τα μάτια του κόσμου (προφ.): για κάτι που γίνεται για τα προσχήματα, ώστε να αποφευχθεί η κοινωνική επίκριση: φιλανθρωπίες ~ ~. Πβ. ξεκάρφωμα. Βλ. για την τιμή των όπλων, κατ' επίφαση. ΣΥΝ. για το θεαθήναι, για τους τύπους, για τα ωραία/τα μαύρα μάτια (κάποιου): για την ομορφιά του και γενικότ. για το χατίρι του: Τσακώθηκαν ~ ~ της μάτια (ή για τα μάτια μιας γυναίκας).|| (συνήθ. ειρων.) Δεν είναι μαζί σου ~ ~ σου μάτια, αλλά για τα λεφτά σου., δεν αφήνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου: δεν παύω να παρακολουθώ, να επιτηρώ: Στιγμή δεν τους άφησε ~ της., δεν έχω μάτια (γι' άλλον): δεν ενδιαφέρομαι, δεν προσέχω κάποιον άλλο: Ορκίζεται ότι με αγαπάει και πως δεν έχει ~ γι΄ άλλη. Είναι τόσο ερωτευμένοι, που δεν έχουν ~ παρά μόνο ο ένας για τον άλλον., δεν έχω μάτια να δω 1. (κάποιον): τον ντρέπομαι: Μετά την παρεξήγηση δεν είχε ~ να τον δει. 2. (κάτι): δεν μπορώ να καταλάβω, συνήθ. γιατί είμαι στενόμυαλος, κοντόφθαλμος: Δεν έχουν ~ να δουν τι συμβαίνει;, δεν κλείνω μάτι (εμφατ.): δεν μπορώ να κοιμηθώ: Δεν έκλεισα ~ όλη (τη) νύχτα από τον βήχα/τη στεναχώρια., δεν τον/το πιάνει το μάτι σου: δεν αντιλαμβάνεσαι από την αρχή την πραγματική του αξία, τον χαρακτήρα, την κατάστασή του: Είναι ένα μικρό μαγαζάκι που δεν το ~ ~., ένα τρίτο μάτι: μια άλλη άποψη που θεωρείται συνήθ. αντικειμενική· (κυρ. γενικότ.) κάποιος άλλος: ~ ~ μπορεί να εντοπίσει στο κείμενο λάθη που ξέφυγαν., έπεσε στα μάτια (κάποιου) (μτφ.) 1. έπαψε να έχει την εκτίμησή του: Με την προκλητική του συμπεριφορά έπεσε ~ μας. Πβ. ξεπέφτω. ΑΝΤ. ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου 2. είδα, βρήκα τυχαία: Ψάχνοντας ~ ~ μου το βιβλίο αυτό., έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα/τέσσερα: έχω τεταμένη την προσοχή μου, προσέχω πάρα πολύ: (συνήθ. ως προτροπή) Τα μάτια σου ~, κακομοίρη μου (= πρόσεχε)! Πρέπει συνεχώς να ~ ~, μην τυχόν και μου τη φέρουν., θα σου βγάλω τα μάτια: ως απειλητική έκφραση: ~ ~, αν με κοροϊδέψεις!, καλύτερα/κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα (παροιμ.): για να τονιστεί το πόσο κακό είναι να αποκτήσει κάποιος κακή φήμη., καλώς τα μάτια μου τα δυο (οικ.-συχνά ειρων.): ως καλωσόρισμα., κάνω τα γλυκά μάτια (σε κάποιον): προσπαθώ να τον προσελκύσω, συνήθ. ερωτικά: Της έκανε ~ και την έριξε (πβ. φλερτάρω). Του κάνει ~, για να τον καλοπιάσει. [< γαλλ. faire les yeux doux] , κάνω τα στραβά μάτια: κάνω πως δεν αντιλαμβάνομαι κάτι αρνητικό, παραβλέπω: Όλο του φωνάζεις, κάνε και λίγο τα ~ ~!, κόβει το μάτι (του) & έχει μάτι (μτφ.): έχει (μεγάλη) αντίληψη, είναι έξυπνος, παρατηρητικός: Βλέπω, ~ ~ σου! Δεν μπορείς να πεις, ~ ~ μου/έχω ~!, μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται (παροιμ.): για ανθρώπους, συνήθ. φίλους ή συγγενείς, που ξεχνούν ο ένας τον άλλον όταν δεν συναντιούνται συχνά, που παύουν να έχουν τα ίδια έντονα συναισθήματα όταν βρίσκονται μακριά., μάτια/ματάκια μου: (ως οικ. προσφών.) Τι κάνεις ~ ~;, μαύρα μάτια κάναμε (να σε δούμε) (προφ.): για να δηλωθεί ότι έχουμε πολύ καιρό να δούμε κάποιον ή κάτι: Άντε βρε παιδί μου, ~ ~! ~ ~ να δούμε ποιοτική εκπομπή!, με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια: για διαφορετική προσέγγιση, αντιμετώπιση ενός θέματος: Μετά τον τραυματισμό είδε τον κόσμο με άλλα ~. Ηρέμησε και θα δεις τα πράγματα με διαφορετικό μάτι. Πβ. ματιά., με πιάνει το μάτι: ματιάζομαι εύκολα: Φοράει σταυρό, για να μην τον ~ ~., με το μάτι: χωρίς ακριβή μέτρηση, ζύγιση, κατά προσέγγιση: Υπολογίζω ~ ~ (την ποσότητα). Ρίχνω αλάτι στο φαγητό ~ ~., μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου (επιτατ.): για κάτι που συμβαίνει ή βρίσκεται μπροστά μου: Το ατύχημα διαδραματίστηκε/έγινε μπροστά ~ ~ (πβ. ενώπιον). Το πορτοφόλι ήταν μπρος/μες ~ ~ κι εγώ δεν το έβλεπα.|| (μτφ.) Μας κοροϊδεύει μπροστά ~ ~ μας!|| Μπροστά στα μάτια των περαστικών (= μπροστά στον κόσμο)., να χαρείς τα μάτια σου (οικ.): σε περιπτώσεις που ζητείται ευγενικά από κάποιον να κάνει κάτι: Έλα λίγο εδώ, ~ ~!, παίζει το μάτι του & το μάτι του παίζει (μτφ.): παρατηρεί με ερωτικό κυρ. ενδιαφέρον τους άλλους, ερωτοτροπεί: Αν και ~ ~ του, της είναι πιστός. ~ ~ της από 'δω και από 'κει/δεξιά-αριστερά., παίζει/πετάει το μάτι μου: σε περιπτώσεις που γίνονται αυτόνομες συσπάσεις των μυών του ματιού, συνήθ. από άγχος και νευρικότητα. Πβ. τρεμοπαίζει., παίρνει το μάτι μου (κάποιον/κάτι): βλέπω κάποιον/κάτι τυχαία, φευγαλέα ή από μακριά: Εκεί που καθόμουνα, πήρε ~ μια γνωστή φυσιογνωμία. Κάπου το(ν) πήρε ~., παίρνω/κάνω μάτι: κοιτάζω κρυφά, κυρ. ηδονοβλεπτικά: Τον έπιασα να ~ει ~ την ώρα που ντυνόμουν. Πβ. μπανίζω., πέφτει το μάτι/η ματιά/το βλέμμα μου (κάπου) & το μάτι/βλέμμα πήγε (κάπου) (οικ.): βλέπω κάτι/κάποιον τυχαία: Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα, το μάτι μου έπεσε σε ένα ενδιαφέρον άρθρο. Κοιτούσε το πλήθος και το βλέμμα του έπεσε πάνω της., του μπαίνω στο μάτι: γίνομαι στόχος κάποιου: Τους μπήκα ~, επειδή δεν συμφώνησα μαζί τους. Η περιουσία του μπήκε ~ των απατεώνων., χάνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου: παύω να έχω οπτική επαφή με αυτό(ν): Ένα λεπτό να τον χάσω ~ και την έκανε τη ζημιά. Μπήκε βιαστικά στο βαγόνι και τον έχασα ~.|| Δεν τη ~ει ~ του (: την παρακολουθεί συνεχώς)., ... να δουν τα μάτια σου! βλ. βλέπω, α/ου να (μου) χαθείς & χάσου από μπροστά μου/από τα μάτια μου & άι χάσου! βλ. χάνω, ακολουθώ κάποιον/κάτι με το βλέμμα/με τα μάτια βλ. ακολουθώ, ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου βλ. ανεβαίνω, ανοίγω τα μάτια (κάποιου) βλ. ανοίγω, ανοίγω τα μάτια μου βλ. ανοίγω, βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια βλ. βλέπω, γδύνω με τα μάτια βλ. γδύνω, γυαλίζει το μάτι του βλ. γυαλίζω, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, δεν μου γεμίζει το μάτι βλ. γεμίζω, δεν παίρνω τα μάτια μου από (πάνω) ... βλ. παίρνω, δεν πιστεύω στα μάτια/στ' αυτιά μου βλ. πιστεύω, είδα (κάποιον/κάτι) με τα ίδια μου τα μάτια/με τα μάτια μου βλ. βλέπω, είδα τον χάρο με τα μάτια μου βλ. χάρος, έχει φοβηθεί το μάτι μου βλ. φοβάμαι, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου βλ. βλέπω, έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά βλ. ανοιχτός, θολώνει το μάτι μου βλ. θολώνω, καρφί στο μάτι βλ. καρφί, κλείνουν τα μάτια μου βλ. κλείνω, κλείνω τα μάτια (κάποιου) βλ. κλείνω, κλείνω τα μάτια (μου) βλ. κλείνω, κλείνω το μάτι (σε κάποιον) βλ. κλείνω, κόρακας κοράκου μάτι δε(ν) βγάζει βλ. κόρακας, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, με γελούν τα αυτιά/τα μάτια μου βλ. γελώ, με γυμνό μάτι/οφθαλμό βλ. γυμνός, με κλειστά (τα) μάτια βλ. κλειστός, με την τσίμπλα στο μάτι βλ. τσίμπλα, μου πετάχτηκαν/μας πέταξε τα μάτια έξω βλ. πετώ, όποιος έχει μάτια, βλέπει βλ. βλέπω, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, πήζει το μάτι βλ. πήζω, πήρε των ομματιών του/τα μάτια του βλ. ομμάτιον, πονάει δόντι, βγάζει μάτι βλ. δόντι, ρίχνω στάχτη στα μάτια βλ. στάχτη, στέγνωσαν/στέρεψαν τα μάτια/τα δάκρυά μου βλ. στεγνώνω, στο μάτι/στη δίνη του κυκλώνα βλ. κυκλώνας, τα μάτια βασίλεψαν/βασιλεμένα μάτια βλ. βασιλεύω, της Παναγιάς τα μάτια βλ. Παναγία, τι έχουν να δουν/τι άλλο θα δουν τα μάτια/τα ματάκια μας βλ. βλέπω, το βλέμμα/μάτι μου σταμάτησε (σε ...) βλ. σταματώ, το γινάτι βγάζει μάτι βλ. γινάτι, το μάτι μου γαρίδα βλ. γαρίδα, το μάτι σου τ΄αλλήθωρο (που τρέχει στον κατήφορο) βλ. αλλήθωρος, τον κοροϊδεύει μες στα μούτρα του/μπροστά στα μάτια του/κατάμουτρα βλ. μούτρο, τον/την κοιτάει στα μάτια βλ. κοιτάζω, τρίβω τα μάτια μου βλ. τρίβω, τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα βλ. τρώω, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο βλ. τρώω [< μεσν. μάτιν, γαλλ. œil, yeux, αγγλ. eye]

μονός

μονός, ή, ό μο-νός επίθ. 1. που αποτελείται από ένα μέρος, στοιχείο: ~ός: δίσκος. ~ή: γραμμή/θήκη/ταρίφα. ~ό: διάστημα. Πβ. απλός. 2. (για αριθμό) που δεν δίνει ακέραιο πηλίκο όταν διαιρεθεί με το δύο: ~ό: ψηφίο. Tο άθροισμα δύο ~ών αριθμών είναι ζυγό. Πβ. περιττός. ΑΝΤ. ζυγός (1) 3. που αναλογεί σε ένα άτομο: ~ό: δωμάτιο (= μονόκλινο)/κρεβάτι/σεντόνι/στρώμα. Βλ. διπλός. ● Ουσ.: μονά (τα) 1. μονοί αριθμοί. 2. αυτοκίνητα με μονό αριθμό κυκλοφορίας στις πινακίδες τους: Σήμερα κυκλοφορούν τα ~. Βλ. ζυγά., μονό (το): ΑΘΛ. αγώνας (κυρ. ποδοσφαίρου ή μπάσκετ) που παίζεται μόνο στη μία πλευρά του γηπέδου. ● ΣΥΜΠΛ.: μονής κατεύθυνσης: με ένα ρεύμα κυκλοφορίας: δρόμος ~ ~ (= μονόδρομος). ΑΝΤ. διπλής κατεύθυνσης/(λόγ.) κατευθύνσεως (1) ● ΦΡ.: μονά-ζυγά (μτφ.): ονομασία παιχνιδιού κατά το οποίο ο παίκτης καλείται να μαντέψει αν τα ομοειδή αντικείμενα που κρύβει ο συμπαίκτης στην παλάμη του είναι μονά ή ζυγά., παίζω μονά-ζυγά (μτφ.): ρισκάρω, διακινδυνεύω: Παίζει την επιχείρησή του ~ ~., τα θέλει όλα δικά του βλ. δικός [< 1,3: αγγλ. single 2: μεσν. μονός]

μονότερμα

μονότερμαμο-νό-τερ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ποδοσφαιρικό παιχνίδι που παίζεται μπροστά σε ένα μόνο τέρμα. ΑΝΤ. δίτερμα ● ΦΡ.: παίζω κάποιον μονότερμα 1. ΑΘΛ. (για ποδοσφαιρική κυρ. ομάδα) κάνω επίθεση στον αγωνιστικό χώρο και περιορίζω τους αντιπάλους στον χώρο της άμυνας. 2. (μτφ.) υπερέχω και φέρνω σε δύσκολη θέση κάποιον., παίρνω/πιάνω κάποιον μονότερμα: μιλώ ασταμάτητα, χωρίς να αφήνω κάποιον άλλον να εκφραστεί.

μούρη

μούρημού-ρη ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πρόσωπο: κατέβασε μια ~ (μέχρι το πάτωμα). ΣΥΝ. μούτρο (1), μουτσούνα (2), φάτσα (1) 2. (συνεκδ.) για άνθρωπο πονηρό, κατεργάρη: Είναι μεγάλη ~! 3. (μτφ.) το μπροστινό τμήμα κάποιου πράγματος: Χτύπησε το αυτοκίνητο στη ~. ● Υποκ.: μουρίτσα (η) ● Μεγεθ.: μουράκλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτη μούρη (αργκό): για κάποιον που βρίσκεται στην πρώτη θέση ή σε μπροστινή σειρά και γενικότ. που ξεχωρίζει: ~ ~ στα κανάλια/στα μπουζούκια/στο πλάνο. ● ΦΡ.: είναι και η πρώτη μούρη! (αργκό): του έχουν μεγάλη εκτίμηση, τον υπολογίζουν., έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον (προφ.): τον συναντώ τυχαία και αναπάντεχα: Βρέθηκε/έπεσε/ήρθε ~ ~ με τους διαρρήκτες. ΣΥΝ. κουτουλώ (3), πέφτω πάνω σε κάποιον/κάτι (1), πουλάω μούρη/μόστρα (αργκό): επιδεικνύομαι. ΣΥΝ. κάνω φιγούρα/κάνω τη φιγούρα μου, το παίζει μούρη (αργκό): παριστάνει τον σπουδαίο, επιδεικνύεται., όλα τα γουρούνια έχουνε την ίδια μούρη/μια μύτη έχουνε βλ. γουρούνι, πέφτει η μύτη/η μούρη μου βλ. μύτη, σκάω μούρη βλ. σκάω, του έκανε τα μούτρα/τη μούρη κρέας βλ. κρέας, τρίβω κάτι στα μούτρα/στη μούρη κάποιου βλ. τρίβω, τρώω στη μάπα/στη μούρη βλ. μάπα, τρώω χώμα βλ. χώμα, χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού βλ. μύτη [< μεσν. μούρη]

μπάλα

μπάλαμπά-λα ουσ. (θηλ.) 1. σφαίρα συμπαγής ή συνηθέστ. από ελαστικό υλικό, με αέρα στο εσωτερικό της, που χρησιμοποιείται σε διάφορα παιχνίδια: δερμάτινη/πλαστική ~. ~ βόλεϊ/γυμναστικής/μπάσκετ/μπιλιάρδου/μπόουλινγκ/ποδοσφαίρου/ράγκμπι. Αποδέκτης/διεκδίκηση/έλεγχος/εναλλαγή/καλή κυκλοφορία/κάτοχος/κίνηση/μεταφορά/περιστροφή/πορεία/ταχύτητα/τροχιά της ~ας. Τρόμπα ~ας. Δραστηριότητες με ~ες. Αποκρούω/κερδίζω/κλοτσώ/κοντράρω/μπλοκάρω/πετώ/πιάνω/ρίχνω/σκάω (: τη ρίχνω έτσι ώστε να αναπηδήσει)/σουτάρω/φουσκώνω/χάνω τη(ν) ~. Γυρίζω τη(ν) ~ στον τερματοφύλακα (= κάνω πάσα προς τα πίσω). Διώχνω τη(ν) ~ σε κόρνερ. Έκλεψε τη(ν) ~ από τους αμυντικούς. Έστειλε τη(ν) ~ στα δίχτυα (: σκόραρε). Χάθηκε η ~ (: όταν γίνεται συνδυασμός των παικτών μιας ομάδας με ακρίβεια, ταχύτητα και πολλές εναλλαγές της μπάλας χωρίς την παρεμβολή αντιπάλου). Η ~ άλλαξε πορεία/βγήκε εκτός αγωνιστικού χώρου/κατέληξε άουτ/πήρε ύψος/χτύπησε στο δοκάρι. Η ~ γυρίζει (= κυκλοφορεί)/έσκασε (: τρύπησε και ξεφούσκωσε). (ΑΘΛ.) Πρόγραμμα ρυθμικής γυμναστικής με ~ (βλ. ανσάμπλ, κορδέλα, κορύνα, στεφάνι, σχοινάκι). ΣΥΝ. τόπι (1) 2. (συνεκδ.) ποδόσφαιρο: άσος/αστέρια/θεός/μάγος της ~ας. Οι λάτρεις/φίλοι της ~ας. Βλέπω/παίζω ~. Έχει ~ απόψε. Ευχαριστηθήκαμε/χορτάσαμε ~ στο πρωτάθλημα. Βλ. στρογγυλή θεά. 3. (μτφ.) κάθε αντικείμενο σφαιρικού ή παρόμοιου σχήματος: διακοσμητικές ~ες. ~ βαμβάκι. ~ από χιόνι (πβ. χιονόμπαλα). Μία ~ ζύμης/παγωτό. Οι ~ες του χριστουγεννιάτικου δέντρου. ~ες μπαμπού/σανού.|| (παλαιότ.) ~ με αλυσίδα για κατάδικους. 4. (παλαιότ.) οβίδα κανονιού: σιδερένια ~. Βλ. βλήμα. ● Υποκ.: μπαλίτσα (η): στις σημ. 1,3. ● ΣΥΜΠΛ.: σπυριάρα μπάλα βλ. σπυριάρης ● ΦΡ.: δεν βρήκε τη(ν) μπάλα (προφ., για ποδοσφαιριστή): δεν μπόρεσε να πιάσει σουτ ή κεφαλιά· (ειδικότ., για τερματοφύλακα) δεν κατάφερε να την αποκρούσει., θέλει μια μπάλα μόνος του (προφ.): (κυρ. για ποδοσφαιριστή κ. σπανιότ. για μπασκετμπολίστα) είναι υπερβολικά ατομιστής., με παίρνει η μπάλα & η μπόρα (προφ.-μτφ.): ενοχοποιούμαι, επηρεάζομαι από ανεξέλεγκτη κατάσταση χωρίς να φέρω ευθύνη: Θύμωσε με τον γιο του και μας πήρε όλους ~. Τον πήρε κι αυτόν ~ μαζί με όλη την ομάδα., με την μπάλα στα πόδια: (στο ποδόσφαιρο) στο χαμηλό παιχνίδι: γρήγορος/(πολύ) καλός ~ ~. Τρέχει ~ ~ (: διατηρώντας τον έλεγχό της, με άψογο κοντρόλ)., όποιον πάρει η μπάλα & η μπόρα: για πράξη που γίνεται χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες: Πετάει κατηγορίες στον αέρα κι ~ ~. Πβ. κι όποιον πάρει ο χάρος., παίζω μπάλα 1. παίζω ποδόσφαιρο. 2. (αργκό) χειρίζομαι μια κατάσταση επιτυχώς: Έλα, παίξε ~! Είναι η μοναδική ευκαιρία να διακριθείς. ~ει ~ μόνος του (: χωρίς ανταγωνισμό)., παίρνω κάτι μπάλα (προφ.): κυκλοφορώ παντού ή (για κάτι αρνητικό) επηρεάζω, παρασύρω μαζί μου τα πάντα: Η είδηση πήρε ~ τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης.|| Τα προβλήματα μας πήραν ~ και δεν προλάβαμε ν' αντιδράσουμε., πούλησε τη(ν) μπάλα (στην αθλητική αργκό): (για παίκτη που) έκανε λάθος πάσα ή έχασε εύκολα την μπάλα από αντίπαλο., χάνω τη(ν) μπάλα/το τόπι: χάνω τον έλεγχο, δεν ξέρω τι μου γίνεται: Με όλα αυτά που του συμβαίνουν καθημερινά, έχει χάσει ~. Πβ. παθαίνω ταράκουλο/τραμπάκουλο., γεμίζω τη μπάλα βλ. γεμίζω ● βλ. μπαλάκι [< μεσν. μπάλα, αγγλ. ball, γαλλ. balle – παλαιότ. ορθογρ. μπάλλα]

νεύρα

νεύρα[νεῦρα] νεύ-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): οι ψυχολογικές αντιδράσεις ενός ατόμου, ιδ. αυτές που φανερώνουν εκνευρισμό, θυμό: Σου πέρασαν τα ~; Μη μου μιλάς, γιατί έχω τα ~ μου (= είμαι θυμωμένος)! Έχει αδύνατα/ευαίσθητα/εύθραυστα/κλονισμένα ~. Ρόφημα που ηρεμεί/χαλαρώνει τα ~. Έλεγξε τα ~ σου! Είναι μες/μέσα στα ~/όλο ~/συνέχεια με τα ~ τεντωμένα (= τσιτωμένα). Ο θόρυβος με πειράζει στα ~. Με πιάνουν τα ~ μου (= εκνευρίζομαι). Πάνω στα ~ (= στην οργή) του, είπε πράγματα που δεν έπρεπε. Πβ. ζοχάδα, μπουρίνια, τσατίλα. ● Υποκ.: νευράκια (τα) ● ΣΥΜΠΛ.: γερά/ατσάλινα νεύρα & δυνατά/σιδερένια νεύρα & νεύρα από ατσάλι: (μτφ.) μεγάλη ψυχραιμία, αυτοέλεγχος: Πρέπει να έχεις ~ ~, για να το αντέξεις., πόλεμος νεύρων: άσκηση ψυχολογικής πίεσης, εκφοβισμός ή πρόκληση σύγχυσης σε κάποιον, με σκοπό την κάμψη του ηθικού, των αντοχών ή των αντιστάσεών του: ψυχοφθόρος ~ ~ μεταξύ διοίκησης και απεργών. Του κάνουν ~ο ~ για να τον εξαναγκάσουν να παραιτηθεί. ΣΥΝ. ψυχολογικός πόλεμος (2) [< αγγλ. war of nerves, 1939] , σπάσιμο νεύρων (προφ.): πρόκληση εκνευρισμού: Είναι (μεγάλο) ~ ~ (= πολύ εκνευριστικό) να περιμένεις. Μου κάνει ~ ~ (= μου έχει σπάσει τα ~, προσπαθεί να με εξοργίσει). ● ΦΡ.: παίζει με τα νεύρα μου & δοκιμάζει τα νεύρα μου (προφ.): με εκνευρίζει, συνήθ. για να διασκεδάσει, προσπαθεί να με κάνει να χάσω την υπομονή μου: Μην παίζεις ~ ~! Παίζουν ~ ~ των πολιτών., σπάνε τα νεύρα μου (προφ.): εκνευρίζομαι, δεν αντέχω άλλο: Έχουν σπάσει ~ να τον ψάχνω και να μην τον βρίσκω/με αυτή την ιστορία!, τα νεύρα μου!: ως έκφρ. αγανάκτησης, δυσανασχέτησης, θυμού., βγάζει καπνούς από τη μύτη/τ' αυτιά βλ. καπνός, είναι/έχουν γίνει τα νεύρα μου τσατάλια/κουρέλια/κρόσσια βλ. τσατάλι, μου τη δίνει/μου τη σπάει βλ. δίνω [< γαλλ. nerfs]

όλος

όλος, η, ο [ὅλος] ό-λος επίθ. & (λαϊκό) ούλος 1. που κανένα από τα μέρη ή τα στοιχεία του δεν παραλείπεται: Πες ~η την αλήθεια (βλ. μισή). Δεν έκλεισα μάτι ~η (τη) νύχτα. Η μουσική είναι ~η μου η ζωή (: το παν). Η ευθύνη είναι ~η δική τους. Έχεις ~ο τον καιρό/χρόνο (μπροστά σου) να προετοιμαστείς. Έχει ταξιδέψει σε ~ο τον κόσμο (: παντού). Αυξημένη είναι η κίνηση σε ~ο το μήκος της εθνικής οδού. Γκρινιάζει ~η την ώρα (: ασταμάτητα, συνέχεια). Άστατος θα 'ναι ο καιρός σε ~η τη χώρα.|| (συχνά προηγείται άρθρο) Το ~ο έργο θα κοστίσει ... ευρώ. Η ~η διαδικασία. Πβ. (συν)ολικός. ΣΥΝ. ολόκληρος (2) 2. {στον πληθ.} για να δηλωθεί ότι κανένας ή τίποτα δεν εξαιρείται από το σύνολο για το οποίο γίνεται λόγος: ~οι οι άλλοι .../οι άνθρωποι .../οι φίλοι μας .../οι υπόλοιποι ... Πού πάνε ~οι αυτοί; Έχει δίκιο απ' ~ες τις πλευρές. Είστε ~οι καλά; Συγγνώμη για ~ες τις φορές που σε πλήγωσα (: για κάθε φορά).|| (ως ουσ.) Ήρθαν ~οι; ~οι θα ήθελαν να είναι στη θέση της (: πάρα πολλοί, οι περισσότεροι). Αυτό το ξέρουν ~οι (: άπαντες, πάντες). Εξακολουθεί να επικρατεί στο κόμμα το "~οι εναντίον ~ων".|| (με προσωπική αντων.) Καλές γιορτές σ' ~ους (σας)! Η απεργία είναι δικαίωμα ~ων μας. Βλ. κανείς, μερικοί. 3. {+ άναρθρη αιτ.} (επιτατ.) γεμάτος από κάτι: Ήρθε ~ χαρά. ΣΥΝ. έμπλεος ● Ουσ.: όλα (τα): τα πάντα, το καθετί: Μην ανησυχείτε, ~ θα πάνε καλά. ~ έχουν ένα τέλος. ~ την ενοχλούν. Νομίζει ότι τα ξέρει ~ (: είναι ξερόλας). Τα θέλει ~ δικά του (: είναι πλεονέκτης). Μέχρι εδώ ~ ωραία και καλά. Ο χρόνος ~ τ' αλλάζει. ~ είναι πιθανά. Ναι/όχι σε ~.|| (ειδικότ.) Τα πούλησε/'φαγε ~ (: για περιουσία).|| (προφ., για να δηλωθεί ισοπαλία στο σκορ ομαδικών αθλητικών παιχνιδιών, ιδ. στο μπάσκετ ή το βόλεϊ) Το σκορ είναι 50 ~ (δηλ. 50-50)., όλο (το) & (λόγ.) όλον: σύνολο: Φύση και άνθρωπος αποτελούν ένα αδιαίρετο ~. Βλ. μέρος. ΣΥΝ. ολότητα ● ΦΡ.: αυτό είν' όλο (προφ.): για να τονιστεί η απλότητα, η ευκολία ενός πράγματος: ~ ~; Εγώ αλλιώς το περίμενα. ΣΥΝ. είναι πολύ/τόσο απλό, εν όλω [ἐν ὃλῳ] (λόγ.): στο σύνολό του, συνολικά: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας απαγορεύεται, ~ ~ ή εν μέρει, να πωληθεί ή να αντιγραφεί. Πβ. εξ ολοκλήρου, καθ' ολοκληρίαν. ΑΝΤ. μερικώς, όλα ή τίποτα: για να δηλωθεί απόλυτη στάση ζωής: Τα θέλω ~ ~. Είμαι της φιλοσοφίας ή ~ ~., όλα κι όλα! (προφ.): ως ένδειξη εξάντλησης της ανοχής και της υποχωρητικότητας: Α, ~ ~! Δεν θα μας πεις και τι θα κάνουμε. Πβ. ως εδώ (και μη παρέκει)., όλα σε ένα: ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. για συσκευή) που έχει πολλαπλές λειτουργίες: εκτυπωτής/κινητό (τηλέφωνο)/πολυμηχάνημα/υπολογιστής ~ ~. Βλ. πολυσυσκευή. [< αγγλ. all-in-one] , όλοι μαζί: όλοι ενωμένοι, ως ομάδα: ~ ~ στον αγώνα (πβ. μια γροθιά). Δεν μιλάμε ~ ~ (: συγχρόνως, ταυτόχρονα)., όλος κι όλος (προφ.-επιτατ.): τόσο λίγος, μικρός: Διακόσιοι είναι ~οι κι ~οι οι κάτοικοι του χωριού. Τους είδα πέντε φορές ~ες κι ~ες., όλους όσους & όλους όσοι/όλες όσες/όλα όσα: όλους αυτούς οι οποίοι: Το βιβλίο απευθύνεται σε ~ ~ διδάσκουν μουσική. Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για το αδυνάτισμα., παρ' όλο(ν), -η, -ο & παρόλο(ν), -η, -ο (επιτατ.): για να δηλωθεί αντίθεση, εναντίωση: Έχασαν παρ' όλες τις προσπάθειές τους. Βγήκα, παρόλο (= παρά) το κρύο., τα δίνω όλα (για όλα) (προφ.-επιτατ.): προσφέρω τον καλύτερό μου εαυτό, τα πάντα: Τα δίνει ~ σε μια σχέση., τα παίζω όλα (για όλα) (προφ.-εμφατ.): ρισκάρω τα πάντα, για να πετύχω κάτι: Η ομάδα θα τα παίξει ~ για τη νίκη., (είναι) μέσα σε όλα/σ΄όλα βλ. μέσα, (είναι) όλα τα λεφτά βλ. λεφτά, ... σε όλο του(/της ...) το μεγαλείο/... στο μεγαλείο του(/της) βλ. μεγαλείο, για όλα φταίει (κάποιος/κάτι) βλ. φταίω, είμαι όλος αυτιά βλ. αυτί, έκανε (και) η μύγα κώλο και έχεσε τον κόσμο όλο βλ. κώλος, εφ' όλης της ύλης βλ. ύλη, ικανός για όλα βλ. ικανός, καλά όλ' αυτά, αλλά ... βλ. καλός, με όλες μου/του τις δυνάμεις βλ. δύναμη, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά βλ. ψυχή, με όλη τη σημασία της λέξης βλ. σημασία, με τα όλα (του/της) βλ. με1, μιλάνε όλοι, μιλάνε και οι/κι οι κώλοι βλ. κώλος, όλα (είναι) εντάξει βλ. εντάξει, όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα βλ. πληρώνω, όλα έτοιμα (στο πιάτο) βλ. έτοιμος, όλα καλά βλ. καλά, όλα τα 'χε/'χει η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε/λείπει βλ. φερετζές, όλων των εποχών βλ. εποχή, πάει με όλα βλ. πηγαίνω & πάω, πάνω απ' όλα βλ. πάνω & επάνω, παρ' όλα/παρόλα αυτά βλ. παρόλο, πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα βλ. πρώτα, τα βλέπει (όλα) ρόδινα βλ. βλέπω, τα είδα όλα κωλυόμενα βλ. κωλύω, τα είδα όλα! βλ. βλέπω, τα έχω δει όλα βλ. βλέπω, τέλος καλό, όλα καλά βλ. καλός ● βλ. όλο [< αρχ. ὅλος]

παικτός

παικτός, ή, ό παι-κτός επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: παίζω εν ου παικτοίς [ἐν οὐ παικτοῖς] (αρχαιοπρ.): αντιμετωπίζω με επιπολαιότητα σοβαρές καταστάσεις, γεγονότα. [< μτγν. παικτός]

παιχνίδι

παιχνίδιπαι-χνί-δι ουσ. (ουδ.) {παιχνιδ-ιού | -ιών} & (σπάν.-προφ.) παιγνίδι 1. αντικείμενο, κατασκευή που απευθύνεται κυρ. σε μικρά παιδιά, με σκοπό τη διασκέδασή τους: εκπαιδευτικά/ηχητικά/μηχανικά/μουσικά/ξύλινα ~ια. Επιτραπέζια ~ια (βλ. γκρινιάρης, μονόπολη, παζλ, σκραμπλ). Απαγόρευση/απόσυρση ~ιού (ως ακατάλληλου). ~ια με μπαταρίες. Φουσκωτά ~ια θαλάσσης. Βιομηχανία/διαφημίσεις/εργοστάσιο/κατάστημα ~ιών. Παίζει με τα ~ια του. Βλ. αεροπλαν-, αλογ-, αυτοκινητ-άκι, κούκλα, μπάλα.|| Τα ~ια της παιδικής χαράς (βλ. τραμπάλα, τσουλήθρα)/του λούνα παρκ (βλ. καρουσέλ). 2. δραστηριότητα που συνήθ. βασίζεται σε κανόνες, με σκοπό την ψυχαγωγία ή/και την ανάδειξη νικητή, σε περιπτώσεις που απαιτούνται δύο ή περισσότεροι παίκτες: αθλητικό/διασκεδαστικό ~. ~ και μάθηση. Ατομικά/ομαδικά παιδικά (βλ. αμπάριζα, κορόιδο, κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό, μήλα, τυφλόμυγα)/επιστημονικά/κοινωνικά/πνευματικά (βλ. αίνιγμα, γρίφος, κουίζ, μπριτζ, σταυρόλεξο) ~ια. ~ λογικής (βλ. σουντόκου)/μνήμης (βλ. γιάντες)/στρατηγικής (βλ. ναυμαχία, ντάμα, σκάκι, τάβλι)/υπαίθρου/φαντασίας. ~ια κονσόλας. Τηλεοπτικό ~ γνώσεων (= τηλε~). Έχασα/κέρδισα στο ~.|| Αντιαθλητικό/τίμιο ~. Το στιλ του ~ιού. Πβ. παίξιμο. || Ερωτικό ~. 3. ΑΘΛ. αγώνας, ματς: δυνατό/εύκολο/συγκλονιστικό ~. Στημένα ~ια. Το ~ της Κυριακής. Οι καλύτερες φάσεις του ~ιού. Αποβλήθηκε/αποχώρησε τραυματισμένος από το ~. Πβ. αναμέτρηση. 4. (μτφ.) κάτι που θεωρείται εξαιρετικά εύκολο: Οι ασκήσεις τού φάνηκαν ~. 5. (μτφ.) πρόσωπο που το κάνει κάποιος ό,τι θέλει ή κάτι που δεν το παίρνει στα σοβαρά: Δεν είμαι ~ στα χέρια σου (πβ. άθυρμα, έρμαιο, μαριονέτα, όργανο, πιόνι, υποχείριο).|| Τα βλέπει όλα σαν ~! 6. (μτφ.) κόλπο, τέχνασμα: βρόμικα/επικίνδυνα/κομματικά/πολιτικά/προεκλογικά/σκοτεινά/ύποπτα ~ια. ~ια συμφερόντων. Τα ~ια της διαδοχής/της εξουσίας/της τύχης (πβ. παιχνίδισμα). ~ νεύρων (πβ. πόλεμος νεύρων). Άρχισαν το ~ της προπαγάνδας. 7. (μτφ.) παιχνίδισμα: τα ~ια του φωτός. ● Υποκ.: παιχνιδάκι (το): κυρ. στις σημ. 1, 4. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικά παιχνίδια & (προφ.) ηλεκτρονικά (τα): ΤΕΧΝΟΛ. αυτά που παίζονται με τη χρήση ηλεκτρονικής συσκευής· συνεκδ. κατάστημα ή χώρος με τα συγκεκριμένα παιχνίδια. Πβ. βιντεοπαιχνίδι. [< αγγλ. computer game, 1965, electronic game, περ. 1975] , θεατρικό/δραματικό παιχνίδι: θεατρική δραστηριότητα, συχνά στο πλαίσιο της σχολικής διαδικασίας, με παιδαγωγικούς σκοπούς: δάσκαλος/εργαστήριο ~ού ~ιού. Διδάσκει ~ ~. Βλ. ψυχόδραμα., παιχνίδι ρόλων στο οποίο οι παίκτες υποδύονται 1. ρόλους στο πλαίσιο συγκεκριμένης κατάστασης ή σεναρίου, κυρ. για εκπαιδευτικούς, ψυχοθεραπευτικούς ή ψυχαγωγικούς λόγους. 2. χαρακτήρες και εμπλέκονται σε φανταστικές περιπέτειες. [< αγγλ. 1: role play 2: role playing game, 1976] , σκληρό παιχνίδι 1. αθλητικός αγώνας που χαρακτηρίζεται από δυναμικό ή/και βίαιο παίξιμο. 2. (μτφ.) παρασκηνιακές, προκλητικές ή υπονομευτικές ενέργειες σε βάρος κάποιου: Σε ~ ~ εξελίσσεται η εκλογή του νέου προέδρου.|| (κατ' επέκτ.) Η μοίρα/τύχη τού έπαιξε ~ ~ (: του συνέβη κάτι πολύ δυσάρεστο)., τεχνικό παιχνίδι: που σε αυτό παίζει ρόλο κυρ. η διανοητική ικανότητα του παίκτη: Το μπιλιάρδο είναι ~ ~., τυχερά παιχνίδια & παιχνίδια τύχης: που το αποτέλεσμά τους εξαρτάται αποκλειστικά ή κυρίως από την τύχη: παιχνίδια της τράπουλας (= χαρτοπαίγνια) και άλλα ~ ~. Μηχανήματα ~ών ~ιών (= παιγνιομηχανήματα). Παράνομα τυχερά παιχνίδια. Πβ. τζόγος. Βλ. κίνο, λαχείο, λόττο, μπαρμπούτι, μπίνγκο, παπάς, προπό, πρότο, ρουλέτα, φρουτάκια. [< γαλλ. jeux de hasard] , αγώνας/παιχνίδι νοκ άουτ βλ. νοκ άουτ, ανοιχτό παιχνίδι βλ. ανοιχτός, κλειστό παιχνίδι βλ. κλειστός, κονσόλα παιχνιδιών βλ. κονσόλα, παιχνίδι κέντρου βλ. κέντρο ● ΦΡ.: βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι & μπαίνω στο παιχνίδι: προσκαλώ κάποιον ή συμμετέχω ο ίδιος σε παιχνίδι και κατ' επέκτ. δραστηριότητα ή κόλπο: Εκπομπή που βάζει ~ και τους θεατές. Η ομάδα μπήκε δυνατά ~.|| Όταν μπαίνει ~ ο ανταγωνισμός, ξεχνάμε την αλληλεγγύη. Πβ. βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι στο κόλπο, μπαίνω στον χορό., βγάζω/αφήνω (κάποιον) (έξω) από το παιχνίδι & βγαίνω/είμαι/μένω (έξω) από το παιχνίδι: αποκλείω κάποιον από παιχνίδι και κατ' επέκτ. από δραστηριότητα, κόλπο ή δεν συμμετέχω (πια) σε αυτό: Ο διαιτητής έβγαλε τον παίκτη από ~ ~ (: τον απέβαλε). Όποιος ακουμπήσει την μπάλα βγαίνει από ~ ~.|| (μτφ.) Άφησαν τις μικρές επιχειρήσεις έξω ~ ~. Βγήκε από ~ ~ των εκλογών. Δεν έχω ιδέα· είμαι/έχω μείνει έξω ~ ~., κάνω παιχνίδι (προφ.) 1. ΑΘΛ. εκδηλώνω οργανωμένη επίθεση: ~ει ~ από τα άκρα. Οι αντίπαλοι έπαιξαν πολύ καλά και δεν μας άφησαν να ~ουμε ~. 2. (μτφ.) δραστηριοποιούμαι και έχω τον έλεγχο σε κάποιον τομέα: Ο επιχειρηματικός κολοσσός που ~ει ~ στη Μέση Ανατολή. 3. (μτφ.) ερωτοτροπώ., μοιράζω το παιχνίδι: οργανώνω δραστηριότητα: (ΑΘΛ.) Παίρνει την πρώτη μπαλιά και ~ει ~.|| (μτφ.) Η κυβέρνηση επιχειρεί να μοιράσει ~., παίζει διπλό παιχνίδι (μτφ.): συνεργάζεται παρασκηνιακά και με τις δύο αντιτιθέμενες πλευρές. Πβ. παίζει σε δύο/διπλό/πολλά ταμπλό., παίζει παιχνίδια (μτφ.-προφ.): μηχανορραφεί, προβαίνει σε δόλιες πράξεις: ~ουν ~ εις βάρος μας/σε βάρος των καταναλωτών. Δεν μπορείτε να ~ετε ~ στην πλάτη της χώρας. Παίζονται περίεργα ~ πίσω από την πλάτη του., παίζω άσχημο παιχνίδι σε κάποιον (προφ.): εξαπατώ, βλάπτω: Η κλήρωση/η μοίρα/η τύχη τού έπαιξε ~ ~., παίζω το παιχνίδι του (μτφ.-προφ.): με τη στάση μου εξυπηρετώ τα συμφέροντα κάποιου: Μην παίζεις ~ ~ τους! Αρνούμαι να/δεν θα παίξω ~ ~ τους. Δεν ~ ~ κανενός. ΣΥΝ. παίζω το χαρτί του ... (2), παιχνίδι με τις λέξεις 1. προσπάθεια υπεκφυγής ή αποπροσανατολισμού με εκμετάλλευση κυρ. της πολυσημίας των λέξεων. 2. χρήση ομόηχων, πολύσημων λέξεων, αναγραμματισμών για υφολογικούς, παιδαγωγικούς ή ψυχαγωγικούς σκοπούς., το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι (μτφ.): μεθοδική και αγωνιώδης καταδίωξη μέχρι την τελική εξολόθρευση του πιο αδύναμου: ~ ~ ανάμεσα στην Αστυνομία και τους ληστές., χάνω το παιχνίδι (μτφ.-προφ.): χάνω τον έλεγχο, αποτυγχάνω: Μην αγχωθείς, γιατί το έχασες το ~. Το παιχνίδι έχει χαθεί., γυρίζω το παιχνίδι & το παιχνίδι γυρίζει βλ. γυρίζω, έσωσε την παρτίδα/το παιχνίδι βλ. σώζω, οι κανόνες του παιχνιδιού βλ. κανόνας, παίζω καθαρό παιχνίδι/καθαρά βλ. καθαρός, παίζω το παιχνίδι μου βλ. παίζω, παιχνίδι της μοίρας βλ. μοίρα, στο χαμηλό παιχνίδι βλ. χαμηλός, στο ψηλό παιχνίδι βλ. ψηλός, το χοντραίνω (το παιχνίδι)/το παιχνίδι χοντραίνει βλ. χοντραίνω [< μεσν. παιγνίδι, γαλλ. jeu, αγγλ. game]

παλαβός

παλαβός, ή, ό πα-λα-βός επίθ. (προφ.): τρελός: (για πρόσ.) Είναι εντελώς ~. Πβ. ανισόρροπος, παλαβιάρης, παρλιακός.|| ~ή: ιδέα/ιστορία/κατάσταση.|| ~ή: απόφαση/οδήγηση (= επικίνδυνη, παράτολμη). ΣΥΝ. ζουρλός, μουρλός (1) ● Ουσ.: παλαβά (τα): ανόητη, επιπόλαιη, χαζή πράξη ή συμπεριφορά: Άρχισε/κάνει τα ~ του! ● επίρρ.: παλαβά ● ΦΡ.: κάνω σαν παλαβός/τρελός για κάποιον/κάτι: μου αρέσει κάποιος/κάτι πάρα πολύ., το παίζω παλαβός & κάνω τον παλαβό: κάνω τον τρελό, για να απαλλαγώ από τις υποχρεώσεις μου., το ρίχνω στην παλαβή & κάνω την παλαβή: προσποιούμαι τον αδιάφορο, τον ανήξερο ή τον αφελή· κάνω ότι δεν καταλαβαίνω ή ότι δεν με ενδιαφέρει κάτι., τρέχω σαν παλαβός/τρελός 1. (μτφ.) κινούμαι με γρήγορους ρυθμούς, για να πετύχω κάτι. 2. οδηγώ πολύ γρήγορα και συνήθ. απρόσεχτα., γίνεται της τρελής/μουρλής/παλαβής βλ. τρελός, είμαι τρελός/ζουρλός και παλαβός με/για κάποιον/κάτι βλ. τρελός [< μεσν. παλαβός]

παπάς

παπάςπα-πάς ουσ. (αρσ.) {παπάδες} & (σπάν.) παππάς (προφ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας: ο ~ της ενορίας (= εφημέριος)/του χωριού. Πβ. ιερωμένος, κληρικός, ρασοφόρος.|| Καθολικός ~ (πβ. αβάς, φραγκόπαπας). 2. (στην τράπουλα) ρήγας· συνεκδ. απαγορευμένο χαρτοπαίγνιο που παίζεται με τρία τραπουλόχαρτα, από τα οποία το ένα είναι ρήγας. ● ΦΡ.: (να) μην το πεις/πείτε ούτε του παπά & ούτε του παπά (να μην το πεις/πείτε): σε κάποιον που στάθηκε ανέλπιστα τυχερός., αλλού ο παπάς (κι) αλλού τα ράσα του (παροιμ.): για ακατάστατο άτομο ή σε περιπτώσεις ακαταστασίας., εδώ (ο) παπάς, εκεί (ο) παπάς, πού είν'/πού 'ν' ο παπάς; (προφ.) 1. στερεότυπη ερώτηση στο χαρτοπαίγνιο του "παπά". 2. (κατ' επέκτ.) σε περιπτώσεις που αδυνατεί κάποιος να επιλέξει ή να διακρίνει μεταξύ πραγμάτων που μοιάζουν πολύ μεταξύ τους., κάνει παπάδες (αργκό): (για πρόσ.) κάνει δύσκολα και εντυπωσιακά πράγματα και τα καταφέρνει άριστα· (για συσκευή, μηχάνημα) έχει πολλές δυνατότητες: ~ ~ στο γήπεδο. Πβ. ζωγραφίζω, είναι μανούλα σε ...|| Δυνατό εργαλείο που σου ~ ~. (για πρόγραμμα:) ~ ~ στην επεξεργασία εικόνων. Πβ. κάνει θαύματα., παίζει τον παπά (αργκό): προσπαθεί να εξαπατήσει τους άλλους., τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι (παροιμ.): σε περιπτώσεις υπερβολικής εκμετάλλευσης μιας ευκαιρίας, χωρίς να υπάρχει άμεση ανάγκη., (ο παπάς πρώτα) βλογάει/ευλογάει τα γένια του βλ. γένια, άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο βλ. ευαγγέλιο, αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας βλ. αράδα, βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω, ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς βλ. ζευγάς, παίρνω/παντρεύομαι κάποιον με παπά και με κουμπάρο βλ. κουμπάρος, κουμπάρα, τα ράσα δεν κάνουν τον παπά βλ. ράσο, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι, τρελός παπάς σε/τον βάφτισε βλ. βαφτίζω [< μτγν. παπᾶς < αρχ.πάππας ‘μπαμπάς’]

πουλί

πουλίπου-λί ουσ. (ουδ.) {πουλ-ιού | -ιών} 1. ΟΡΝΙΘ. ωοτόκο σπονδυλωτό δίποδο ζώο που το σώμα του καλύπτεται από φτέρωμα, έχει ράμφος και φτερά και συνήθ. πετά: γλυκόλαλο/όμορφο/πολύχρωμο ~. Άγρια/αποδημητικά/αρπακτικά/ενδημικά/εξωτικά/επιδημητικά/μεταναστευτικά/νυκτόβια/παρυδάτια/προστατευόμενα/ταξιδιάρικα/υδρόβια ~ιά. Η φωλιά ενός ~ιού. Απειλούμενο/σπάνιο είδος ~ιού. Τα ~ιά του δάσους/της θάλασσας/της λίμνης/του νερού/της υπαίθρου. ~ιά συντροφιάς. Βιότοπος/κυνήγι/παρατήρηση/περίθαλψη/πληθυσμοί/προστασία/σμήνη ~ιών. Απελευθέρωση αποθεραπευμένων ~ιών. Τα ~ιά κελαηδούν/τιτιβίζουν. ~ιά που διαχειμάζουν σε υγρότοπους/τρέφονται με ψάρια (= ψαροφάγα). ΣΥΝ. πτηνό.|| (μτφ.) Σιδερένιο ~ (= αεροπλάνο). 2. κλωσόπουλο, κοτοπουλάκι. 3. (μτφ.-οικ.) πέος. ΣΥΝ. τσουτσούνι (1) 4. (με κεφαλ. Π) παιδί ηλικίας επτά ως έντεκα ετών που ανήκει σε κλάδο του οδηγισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: άπιαστο πουλί (μτφ.) 1. για να δηλωθεί κάτι που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, το απατηλό όνειρο: ~ ~ η ευτυχία. Οι προσδοκίες για οικονομική ανάκαμψη έχουν μετατραπεί σε ~ ~. 2. πανέξυπνος, ευφυΐα: Είναι ~ ~ στα μαθηματικά. Πβ. αετός. 3. για άνθρωπο αδέσμευτο, ασυμβίβαστο ή ασύλληπτο: Ήταν ένας αντικομφορμιστής κι επαναστάτης που έμεινε σε όλη του τη ζωή ~ ~., παραδείσια πουλιά βλ. παραδείσιος, ωδικά πτηνά βλ. ωδικός ● ΦΡ.: άπιαστα πουλιά, χίλια στον παρά (παροιμ.): για υποσχέσεις που δίνονται εύκολα, αν και δεν είναι βέβαιο ότι θα υλοποιηθούν., ελεύθερο πουλί (μτφ.): άνθρωπος ανεξάρτητος, που δεν δεσμεύεται., παίζει το πουλί του & τον/την παίζει (αργκό) 1. αυνανίζεται. 2. (μτφ.) είναι παντελώς αδιάφορος και ασυνεπής: Κάθεται όλη μέρα και ~ ~. Πβ. κωλοβαρώ. ΣΥΝ. τα ξύνει/ξύνει τ' αρχίδια (/τα παπάρια) του, πουλί μου (χαϊδευτ.): οικ. προσφών. αγαπημένου προσώπου: Καλώς όρισες ~ ~!, (πάει,) πέταξε το πουλάκι/πουλί! βλ. πουλάκι, και του πουλιού το γάλα βλ. γάλα, πιάνει πουλιά στον αέρα βλ. αέρας, πουλί του παραδείσου βλ. στερλίτσια, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται βλ. μύτη ● βλ. πουλάκι [< μεσν. πουλί]

ρέστα

ρέσταρέ-στα ουσ. (ουδ.) (τα): χρηματικό υπόλοιπο που επιστρέφεται σε αγοραστή, όταν το ποσό που καταβάλλει είναι μεγαλύτερο από την τιμή του προϊόντος που αγόρασε: Αφήνω τα ~ για/ως πουρμπουάρ/φιλοδώρημα. Τα ~ δικά σου. Δεν έχω ψιλά (για) να σου δώσω ~. Έχετε ~ από εκατό ευρώ; Μου έδωσε λάθος/παραπάνω ~. Παίρνω ~. ● ΦΡ.: δίνω ρέστα (μτφ.-προφ.) 1. εντυπωσιάζω, κάνω αίσθηση: Σήμερα είχε κέφια/ήταν σε φόρμα και έδωσε ~. 2. αναγνωρίζω πλήρως την αξία προσώπου ή πράγματος: Δίνω ρέστα μου για κάποιον. Πβ. αποκαλύπτομαι, βγάζω το καπέλο σε κάποιον, υποκλίνομαι., ζητά(ει)/θέλει/γυρεύει και τα ρέστα (μτφ.-προφ.): ως έκφραση αγανάκτησης εναντίον κάποιου που, ενώ φέρει την ευθύνη για κάτι, προβάλλει αξιώσεις και απαιτήσεις: Δεν φτάνει που μας έμπλεξε, ~ ~!, και τα ρέστα (λαϊκό): και (τα) λοιπά: Ετοιμάσαμε ένα τραπέζι με μεζέδες, ποτά ~ ~., παίζω τα ρέστα μου (προφ.) 1. (μτφ.) τα δίνω όλα για όλα, ρισκάρω τα πάντα: Η ομάδα θα παίξει ~ της για να μείνει στη σούπερ λίγκα. 2. & τα ρέστα μου: (σε χαρτοπαίγνια) ποντάρω όλα μου τα χρήματα, στοιχηματίζω ό,τι μου έχει απομείνει. [< ουσιαστικοπ. ουδ. πληθ. του επιθ. ρέστος]

ταμπλό

ταμπλότα-μπλό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πίνακας για την ανάρτηση ανακοινώσεων ή την προβολή ειδικών πληροφοριών: Η βαθμολογία/το πρόγραμμα υπάρχει στο ~.|| Διαφημιστικό ~ (βλ. μπάνερ, πινακίδα). Hλεκτρονικό/ψηφιακό ~.|| Tα ~ των διαδηλωτών. Πβ. πλακάτ.|| (ΑΘΛ.) Το κυρίως/τελικό ~ των αγώνων τένις (πβ. τιράζ).|| (μτφ.) Εκτός ~ οι μετοχές ... (: για προσωρινή παύση της διαπραγμάτευσής τους στο ΧΑΑ). 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σε μηχανοκίνητο συνήθ. όχημα) πλαίσιο στο οποίο ενσωματώνονται μετρητές και όργανα: ~ ενδείξεων. Το ~ του αυτοκινήτου/της μοτοσικλέτας. Τα λαμπάκια στο ~ αναβόσβηναν ασταμάτητα. Πβ. κονσόλα. 3. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) ορθογώνια επιφάνεια στην οποία στηρίζεται το καλάθι της μπασκέτας: Η μπάλα χτύπησε στο ~. Τρίποντο με ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ταμπλό-βιβάν: αναπαράσταση σκηνής, συνήθ. από την ιστορία ή έναν πίνακα, από μια ομάδα ατόμων ακινητοποιημένων σε διάφορες στάσεις. Βλ. παντομίμα. [< γαλλ. tableau vivant] ● ΦΡ.: παίζει σε δύο/σε διπλό/σε πολλά ταμπλό (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. κινείται μεταξύ δύο αντιτιθέμενων μερών, συνήθ. παρασκηνιακά, ενδιαφέρεται να είναι κοντά και στη μία και στην άλλη πλευρά, ώστε να επωφεληθεί όποια και αν επικρατήσει: Σε πόσα ~ το παίζει; Πβ. παίζει διπλό παιχνίδι. 2. έχει περισσότερους από έναν ερωτικούς συντρόφους παράλληλα, χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν. [< γαλλ. jouer sur les deux tableaux/sur plusieurs tableaux] [< γαλλ. tableau]

υπεράνω

υπεράνω[ὑπεράνω] υ-πε-ρά-νω επίρρ. (+ γεν.) (λόγ.) : πάνω ή πιο ψηλά από κάτι· (κυρ. μτφ.) σε σημαντικότερη θέση: ~ της στάθμης της θάλασσας.|| ~ αμφιβολίας/κομμάτων/κριτικής/όλων. Κανείς δεν βρίσκεται ~ του νόμου. Η αύξηση στα κέρδη ήταν ~ των προβλέψεών/προσδοκιών μας. ● ΦΡ.: το παίζω υπεράνω (προφ.): προσποιούμαι ότι αδιαφορώ, ότι δεν δίνω μεγάλη σημασία σε κάτι: Είμαι ζηλιάρα, δεν μπορώ να ~ ~., είναι υπεράνω χρημάτων βλ. χρήμα, υπεράνω πάσης υποψίας βλ. υποψία [< αρχ. ὑπεράνω]

χαρτί

χαρτίχαρ-τί ουσ. (ουδ.) {χαρτ-ιού | -ιών} 1. προϊόν με τη μορφή συνήθ. λεπτών ορθογώνιων φύλλων, το οποίο κατασκευάζεται από ειδική επεξεργασία πολτού ινών κυτταρίνης και χρησιμοποιείται κυρ. ως επιφάνεια γραφής: ανακυκλωμένο/γκοφρέ/δημοσιογραφικό (: εφημερίδων και περιοδικών)/εκτυπωτικό/λεπτό/λευκό/μιλιμετρέ/πεπιεσμένο/σκληρό/φωτογραφικό/χρωματιστό ~. ~ ιλουστρασιόν/καρμπόν/κραφτ/οντουλέ. ~ ακουαρέλας/αλληλογραφίας/εκτύπωσης/πολυτελείας. Βλ. μπριστόλ, χαρτικά.|| Μια κόλλα/ένα κομμάτι ~. Φωτοτυπία σε ~ Α4. Κοπτικό ~ιών. Βλ. χαρτόνι.|| ~ περιτυλίγματος/ταπετσαρίας. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κατ΄επέκτ.) σελίδα με γραπτό ή τυπωμένο, ενίοτε επίσημο κείμενο: γραφείο πήχτρα στα ~ιά (βλ. χαρτομάνι, χαρτούρα). Μια στιγμή, να ρίξω μια ματιά στα ~ιά μου. Άπλωσε τα ~ιά του στο τραπέζι. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται ή ανακοινώνεται επίσημα κάτι: πλαστά ~ιά. Μετανάστες/πρόσφυγες χωρίς ~ιά (: άδεια παραμονής, βίζα). Έλεγχος ~ιών (από αστυνομικό· βλ. ταυτότητα, δίπλωμα οδήγησης). Πήρε ~ από γιατρό (= βεβαίωση). Του ήρθε το ~, για να παρουσιαστεί στον στρατό. Πήρε επιτέλους το ~ (= απολυτήριο, πτυχίο). Κατέθεσε όλα τα απαραίτητα ~ιά για ανανέωση/έκδοση διαβατηρίου (= δικαιολογητικά, παράβολα, πιστοποιητικά). 4. {συνήθ. στον πληθ.} τραπουλόχαρτο: Έχω (πολύ) καλό ~ (: συνδυασμό φύλλων). Ανακάτεψε/μοίρασε τα ~ιά. Κόψε τα ~ιά (: χώρισε την τράπουλα σε δύο μέρη)! Άνοιξε τα ~ιά του (: τα έδειξε στους υπόλοιπους παίκτες για να κριθεί ο νικητής). 5. ΟΙΚΟΝ. {στον πληθ.} (προφ.) μετοχή: κρατικά ~ιά. ● Υποκ.: χαρτάκι (το): χαρτί μικρού μεγέθους: ~ με αριθμό προτεραιότητας στις τράπεζες. Έγραψε σ' ένα ~ τον αριθμό του τηλεφώνου της.|| Εξασφάλισαν το μαγικό/πολυπόθητο ~ (: εισιτήριο).|| Δεν έχω ~ια (= τσιγαρόχαρτα) για να στρίψω τσιγάρο.|| Θα παίξουμε ~ (= χαρτιά) την Πρωτοχρονιά; ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτό χαρτί: ως χαρακτηρισμός για άτομο που δεν κρύβει τίποτα: Είναι ~ ~· δεν πρόκειται να σε κοροϊδέψει/σου πει ψέματα., αντικολλητικό χαρτί: που έχει αντικολλητικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται συνήθ. στη μαγειρική: Ψήνω τις πατάτες σε ~ ~. Βλ. αλουμινόχαρτο, λαδόκολλα., ηλεκτρονικό χαρτί: ΤΕΧΝΟΛ. οθόνη χειρός από ειδικού τύπου λεπτό και διαφανές υλικό, στην οποία μπορεί να προβληθεί εικόνα υψηλής ευκρίνειας με κείμενο ή/και φωτογραφίες: έγχρωμο ~ ~. ΣΥΝ. ηλεκτρονικό μελάνι [< αγγλ. electronic/e- paper] , θερμικό/θερμογραφικό/θερμοευαίσθητο χαρτί: ΤΕΧΝΟΛ. ειδικά επεξεργασμένο χαρτί, ευαίσθητο στις υψηλές θερμοκρασίες, το οποίο χρησιμοποιείται σε θερμικούς εκτυπωτές: ~ ~ φαξ. ~ ~ για ταμειακές μηχανές. [< αγγλ. thermal/thermographic paper, γαλλ. papier thermosensible] , χαρτί κουζίνας & ρολό κουζίνας: απορροφητικό χαρτί σε μεγάλο ρολό, το οποίο χρησιμοποιείται συνήθ. στην κουζίνα ως μέσο καθαρισμού., χαρτί υγείας/τουαλέτας: λεπτό χαρτί σε μικρό ρολό, για την προσωπική υγιεινή στο μπάνιο: απορροφητικό/αρωματικό/μαλακό ~ ~. Πβ. κωλόχαρτο. [< αγγλ. toilet paper, γαλλ. papier hygiénique, papier-toilette] , χημικό χαρτί: το οποίο παράγεται μέσω χημικής επεξεργασίας ασβεστίου και θειικής ρίζας για την παραγωγή ινών κυτταρίνης. [< αγγλ. chemical paper, γαλλ. papier chimique] , ψηφιακό χαρτί: ΤΕΧΝΟΛ. οθόνη χειρός για τη δημιουργία χειρογράφων με χρήση ψηφιακού στιλό. [< αγγλ. digital paper] , άγραφο χαρτί βλ. άγραφος, βαρύ/γερό/δυνατό/μεγάλο χαρτί βλ. βαρύς, διαπραγματευτικό χαρτί βλ. διαπραγματευτικός, διαφανές χαρτί βλ. διαφανής, σημαδεμένη τράπουλα/σημαδεμένα χαρτιά βλ. σημαδεμένος, χαρτί κρεπ βλ. κρεπ ● ΦΡ.: ανοίγω/δείχνω/φανερώνω τα χαρτιά μου (μτφ.): κάνω γνωστές τις σκέψεις και τις προθέσεις μου ή τα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου: Άνοιξε ~ ~ του αποκαλύπτοντας τα μελλοντικά του σχέδια. Άνοιξαν ~ ~ τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων., βγάζω/παίρνω/πιάνω χαρτί και μολύβι: είμαι έτοιμος να γράψω, να σημειώσω, να υπολογίσω κάτι: Πάρε ~ ~ και κάνε το τεστ., κάνω τα χαρτιά μου: υποβάλλω τα απαιτούμενα πιστοποιητικά ή δικαιολογητικά στην αρμόδια υπηρεσία: ~ ~ για άδεια παραμονής και εργασίας/το δημόσιο/διορισμό/ειδικότητα/πρόσληψη στο ...., κρατώ κλειστά/κρύβω τα χαρτιά μου (μτφ.): δεν αποκαλύπτω τις προθέσεις μου., με ανοιχτά χαρτιά (μτφ.): με ειλικρίνεια και χωρίς υπεκφυγές: διάλογος ~ ~. Διαπραγματεύομαι/μιλάω ~ ~., μοιράζω την τράπουλα/τα χαρτιά 1. (μτφ.) ασκώ έλεγχο, κάνω διανομή ρόλων χάρη στην εξουσία που διαθέτω. Πβ. ανακατεύω την τράπουλα/τα χαρτιά. 2. (σε χαρτοπαίγνιο) δίνω στους παίκτες τα τραπουλόχαρτα που τους αναλογούν., όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη: ως παρηγορητικός αστεϊσμός προς κάποιον που χάνει σε τυχερό παιχνίδι, συνήθ. χαρτοπαίγνιο., παίζει το τελευταίο του χαρτί: χρησιμοποιεί την τελευταία του ευκαιρία, το ατού που έχει, για να υπερισχύσει έναντι του αντιπάλου του, μετά από προηγούμενες αποτυχημένες προσπάθειες: Η ομάδα ~ ~ της χαρτί, διεκδικώντας την πρόκριση. Έπαιξε ~ ~ και έχασε. [< γαλλ. jouer sa dernière carte] , παίζω το χαρτί του ... 1. & παίζω τα χαρτιά μου: χρησιμοποιώ στοιχείο ή μέσο που θα με βοηθήσει να ικανοποιήσω τις επιδιώξεις μου: ~ει ~ του λαϊκισμού/πατριωτισμού.|| Αν ~ξει τα χαρτιά του σωστά, θα τα καταφέρει. 2. λειτουργώ προς όφελος των συμφερόντων κάποιου: Εδώ και χρόνια ~ει ~ των ισχυρών. ΣΥΝ. παίζω το παιχνίδι του, στα χαρτιά 1. για κάτι που παραμένει ανεφάρμοστο, ενώ έχει ανακοινωθεί ότι θα πραγματοποιηθεί: Το έργο έμεινε ~ ~ (= στον αέρα, στα λόγια, στα σχέδια). ΣΥΝ. επί χάρτου (2) 2. σε θεωρητικό επίπεδο, στη θεωρία: μέτρα ιδανικά ~ ~, αλλά ανεφάρμοστα στην πράξη.|| (ΑΘΛ.) Ντέρμπι ~ ~ (: όταν ο ένας από τους δύο αντιπάλους δεν έχει την προσδοκώμενη απόδοση και ηττάται με μεγάλη διαφορά). Φαβορί ~ ~. ΣΥΝ. επί χάρτου (2) 3. ΑΘΛ. για αποτέλεσμα αγώνα που προκύπτει μετά από απόφαση αρμόδιου οργάνου ομοσπονδίας ή αθλητικού δικαστηρίου και όχι στον αγωνιστικό χώρο: Ήττα/νίκη/πρόκριση ~ ~. Πήρε τον αγώνα/τους βαθμούς ~ ~. Πβ. άνευ αγώνα/αγώνος. [< 2: αγγλ. on paper] , ανακατεύω την τράπουλα/τα χαρτιά βλ. ανακατεύω, καμένο χαρτί βλ. καίω, τραβώ χαρτί βλ. τραβώ, τυλίγω (κάποιον) σε μια κόλλα χαρτί βλ. τυλίγω, χαρτί βίβλου βλ. βίβλος, χαρτί και καλαμάρι βλ. καλαμάρι [< μεσν. χαρτί(ν) 4: ιταλ. carte]