Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παθογένεια πα-θο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μηχανισμός γένεσης και εξέλιξης νόσου: η ~ του καρκίνου/της οστεοπόρωσης. Βλ. αιτιο~. ΣΥΝ. παθογένεση 2. (μτφ.) τα αίτια νοσηρής κατάστασης∙ η ίδια η νοσηρή κατάσταση: διοικητική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~. ~ του συστήματος ασφάλισης/εκπαίδευσης. Οι χρόνιες ~ες του κράτους. Πβ. νοσηρότητα. [< γαλλ. pathogénie, αγγλ. pathogeny]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.