Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παιδαριώδης , ης, ες παι-δα-ρι-ώ-δης επίθ. {παιδαριώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): που ταιριάζει σε παιδί· ανώριμος, αστείος: ~ης: αντίδραση/απάντηση/δικαιολογία/συμπεριφορά. ~ες: επιχείρημα/λάθος. ~η: ερωτήματα. Πβ. αφελής, επιπόλαιος, κωμικός, παιδιάστικος, παιδικός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: παιδαριωδώς [-ῶς] [< αρχ. παιδαριώδης]

-ώδης

-ώδης, ης, ες (λόγ.) επίθημα επιθέτων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. χαρακτηρίζεται ή αποτελείται, συνήθ. σε μεγάλο βαθμό, από αυτό που δηλώνει το επίθετο: αιματ~/θορυβ~/θυελλ~/σαρκ~.|| Δενδρ~/ελ~/θαμν~. 2. (μειωτ.) έχει την ιδιότητα που εκφράζει το πρώτο μέρος της λέξης: νηπι~/παιδαρι~. 3. αναδίδει μυρωδιά: δυσ~/ευ~.