Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παιδεία παι-δεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ηθική, πνευματική και ψυχική αγωγή· μόρφωση: αισθητική/επιστημονική/καλλιτεχνική/τεχνολογική ~. Η αρχαία ελληνική/βυζαντινή ~. Βαθιά/βασική/λογοτεχνική/πολύπλευρη~. ~ και πολιτισμός (: πολιτιστική ~). Άνθρωπος χωρίς ~ (= καλλιέργεια· απαίδευτος). Νέοι με θεατρική/ηλεκτρονική/μαθηματική/μουσική/οικολογική/πολιτική ~ (= κουλτούρα· βλ. αναλφαβητισμός). Ίσες ευκαιρίες στην ~ (βλ. θετική δράση). Έλαβε εκκλησιαστική/κλασική/πανεπιστημιακή ~. Βλ. απαιδευσία, άυλα αγαθά. 2. (κ. με κεφαλ. Π) εκπαίδευση: (δωρεάν) δημόσια/ιδιωτική ~. Η ανώτατη/πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια/τριτοβάθμια ~. Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων (ακρ. Υ.ΠΑΙ.Θ.). Επιτροπή ~ας. Δαπάνες/εθνικός διάλογος/προτάσεις για την ~. Βλ. παρα~, προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μαθήματα γενικής παιδείας: κοινά για όλους τους μαθητές της Β' και Γ' τάξης του Γενικού Λυκείου. Βλ. μαθήματα κατεύθυνσης., πληροφοριακή παιδεία: η ικανότητα να αναγνωρίζει κάποιος την ανάγκη πληροφόρησής του, να εντοπίζει, να αποτιμά και να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά την απαραίτητη πληροφορία. [< αγγλ. information literacy, 1989] , ανθρωπιστική παιδεία βλ. ανθρωπιστικός, εγκύκλιος παιδεία/εγκύκλιες σπουδές/εγκύκλια γράμματα βλ. εγκύκλιος, ολυμπιακή παιδεία βλ. ολυμπιακός [< 1: αρχ. παιδεία 2: γαλλ. éducation (nationale)]

ανθρωπιστικός

ανθρωπιστικός, ή, ό [ἀνθρωπιστικός] αν-θρω-πι-στι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από φιλάνθρωπες αξίες: ~ός: οργανισμός. ~ή: αποστολή/προσφορά. Διεθνές ~ό Δίκαιο. ΣΥΝ. αλτρουιστικός, φιλανθρωπικός 2. που σχετίζεται με τον ανθρωπισμό ως φιλοσοφικό τρόπο σκέψης και ως παιδευτικό ιδεώδες: ~ή: εκπαίδευση/ηθική/κληρονομιά/μόρφωση/παράδοση. ~ό: μήνυμα/πνεύμα. ~ές: αξίες/ιδέες. Βλ. -ιστικός1. ΣΥΝ. ουμανιστικός ● επίρρ.: ανθρωπιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπιστικές επιστήμες & επιστήμες του ανθρώπου: που μελετούν τον άνθρωπο και τα πνευματικά του δημιουργήματα. Πβ. θεωρητικές επιστήμες. Βλ. θετικές επιστήμες. [< γερμ. Geisteswissenschaften, γαλλ. humanités, sciences de l'homme, sciences humaines ] , ανθρωπιστικές οργανώσεις: που παρέχουν βοήθεια, υπερασπίζονται τις ανθρώπινες ζωές και αξίες και ασχολούνται με ζητήματα κοινωνικής προστασίας, πρόνοιας και αποκλεισμού: διεθνείς/μη κυβερνητικές ~ ~. Οικολογικές και ~ ~. Ιατρική ~ή ~η. Βλ. ΓΧΣ, Διεθνής Αμνηστία, ΕΣ. [< γαλλ. organisations humanitaires] , ανθρωπιστικές σπουδές: που έχουν ως αντικείμενο τις επιστήμες του ανθρώπου., ανθρωπιστική παιδεία: που έχει ως επίκεντρο τα πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπου και στοχεύει μέσω αυτών στην ευρύτερη πνευματική και ηθική του καλλιέργεια. ΑΝΤ. τεχνοκρατική παιδεία [< γερμ. humanistische Bildung] , ανθρωπιστική βοήθεια βλ. βοήθεια, ανθρωπιστική επέμβαση βλ. επέμβαση, ανθρωπιστικός διάδρομος βλ. διάδρομος [< 1: γαλλ. humanitaire 2: γερμ. humanistisch, γαλλ. humaniste]

απαιδευσία

απαιδευσία[ἀπαιδευσία] α-παι-δευ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (προφ.) απαιδευσιά, (σπάν.) απαιδεψιά: έλλειψη παιδείας: γλωσσική/πνευματική ~. Πβ. αγραμματοσύνη, αμάθεια. ΣΥΝ. αμορφωσιά [< αρχ. ἀπαιδευσία]

εγκύκλιος

εγκύκλιος[ἐγκύκλιος] ε-γκύ-κλι-ος ουσ. (θηλ.) {εγκυκλί-ου}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επίσημο έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει οδηγίες για την ερμηνεία και εφαρμογή διαταγμάτων, κανονισμών, νόμων και την αντιμετώπιση ορισμένων προβλημάτων και κοινοποιείται από μία ανώτερη Αρχή ή υπηρεσία στις υφιστάμενές της: διευκρινιστική/εκλογική/ενημερωτική/επείγουσα/ερμηνευτική/πρόσφατη/συμπληρωματική/σχετική/υπουργική ~. ~ αποσπάσεων/διορισμών/μεταθέσεων. Δημοσίευση/τροποποίηση της ~ου. Έχει εκδοθεί ~. Η ~ (απ)εστάλη προς όλα τα υπουργεία.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Πατριαρχική/ποιμαντορική ~. ~ της (Διαρκούς) Ιεράς Συνόδου.|| (ως επίθ.) ~ος: διαταγή. ~ες: οδηγίες. (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: επιστολή. ~α: σημειώματα. [< μτγν. ἐγκύκλιος (ἐπιστολή), γαλλ. circulaire (administrative)]

ολυμπιακός

ολυμπιακός, ή, ό [ὀλυμπιακός] ο-λυ-μπι-α-κός επίθ. 1. ΑΘΛ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) που σχετίζεται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες: ~ός: βωμός/εθελοντισμός/ύμνος/χάρτης (: που ορίζει τις αρχές που διέπουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την τήρησή τους από την εκάστοτε διοργανώτρια πόλη). ~ή: αποστολή/ιδέα (= ολυμπισμός)/νίκη/χορηγία. ~ό: ιδεώδες/κέντρο (π.χ. κωπηλασίας, ξιφασκίας)/μετάλλιο/πάρκο/πνεύμα/ρεκόρ/στάδιο/συγκρότημα/τουρνουά. ~ές: αξίες/διακρίσεις/εγκαταστάσεις/υποδομές. ~ά: αγωνίσματα. Διεθνής ~ή Ακαδημία (ακρ. ΔΟΑ)/Επιτροπή (ακρ. ΔΟΕ). Σχεδιασμός ~ής ασφάλειας. Βλ. μετα~, παρα~, προ~.|| ~ές: σπουδές. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε συμφωνεί ή γίνεται με τις προδιαγραφές των Ολυμπιακών Αγώνων: γήπεδο/πισίνα ~ών διαστάσεων (= πενηντάρα). ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες & Σπέσιαλ Ολύμπικς: ΑΘΛ. αθλητική διοργάνωση που διεξάγεται κάθε δύο χρόνια και στην οποία συμμετέχουν παιδιά και ενήλικοι με νοητική υστέρηση. Βλ. Παραολυμπιακοί Αγώνες. [< αγγλ. Special Olympics, 1968] , ολυμπιακή εκεχειρία: η ιδέα και το κίνημα για την επαναφορά του θεσμού κατάπαυσης των εχθροπραξιών στην υφήλιο κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων., Ολυμπιακή Οικογένεια: τα πρόσωπα τα οποία απαρτίζουν τις αντιπροσωπείες των χωρών που συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες (π.χ. αθλητές, προπονητές, συνοδοί)., ολυμπιακή παιδεία: παιδαγωγικό πρόγραμμα που έχει ως στόχο τον καθορισμό ή/και την τροποποίηση προτύπων συμπεριφοράς των νέων, σύμφωνα με τις διαχρονικές αξίες του ολυμπισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του σύγχρονου πολιτισμού., ολυμπιακή σημαία: σύμβολο των Ολυμπιακών Αγώνων· αποτελείται από πέντε κύκλους (μπλε, μαύρο, κόκκινο, κίτρινο, πράσινο) που συμπλέκονται σε άσπρο φόντο και αντιστοιχούν σε καθεμία από τις πέντε ηπείρους., ολυμπιακή φλόγα: σύμβολο των Ολυμπιακών Αγώνων· η τελετή αφής της γίνεται αρκετούς μήνες πριν από την έναρξή τους στο βωμό της Αρχαίας Ολυμπίας και παραμένει αναμμένη μέχρι την τελετή λήξης τους: η άφιξη/η παράδοση/το ταξίδι/η υποδοχή της ~ής ~ας., ολυμπιακό χωριό: οικισμός στον οποίο φιλοξενούνται κυρ. οι αθλητές κατά την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων., Ολυμπιακοί Αγώνες & (προφ.) Ολυμπιακοί & (επίσ.) Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες 1. ΑΡΧ. οι σημαντικότεροι αθλητικοί αγώνες που τελούνταν πανελληνίως προς τιμήν του Δία κάθε τέσσερα χρόνια στην Αρχαία Ολυμπία: Οι ~ ~ έγιναν για πρώτη φορά το 776 π.Χ. ΣΥΝ. Ολύμπια (τα) 2. η μεγαλύτερη παγκόσμια αθλητική διοργάνωση που φιλοξενείται από διαφορετική διοργανώτρια πόλη κάθε τέσσερα χρόνια και στην οποία συμμετέχουν αθλητές από όλο τον κόσμο: Οι πρώτοι σύγχρονοι ~ ~ έγιναν στην Αθήνα το 1896. Οι πρώτοι ~ ~ Νέων διεξήχθησαν τον Αύγουστο του 2010 στη Σιγκαπούρη (: για νέους ηλικίας 14-18 χρονών). Τελετή έναρξης/λήξης των ~ών ~ων. Η μασκότ των ~ών ~ων. Βλ. παραολυμπιάδα. ΣΥΝ. Ολυμπιάδα (2), ολυμπιακός όρκος: όρκος που απαγγέλλει αθλητής ή αθλήτρια της διοργανώτριας χώρας και ένας κριτής για λογαριασμό όλων των αθλητών και των κριτών αντίστοιχα που συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες κατά την εναρκτήρια τελετή τους., Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες: ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες για χειμερινά αθλήματα και αγωνίσματα στον πάγο., ολυμπιακή δάδα βλ. δάδα, ολυμπιακή λαμπαδηδρομία βλ. λαμπαδηδρομία [< αρχ. Ὀλυμπιακός, γαλλ. olympique, αγγλ. olympic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.