Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παιδικός , ή, ό παι-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα παιδιά ή απευθύνεται σε αυτά: ~ός: διαγωνισμός. ~ή: γιορτή/διατροφή/εγκληματικότητα/θνησιμότητα/κατασκήνωση/μόδα/πισίνα/πορνογραφία (& παιδοπορνογραφία)/τέχνη/χορωδία. ~ό: θέατρο/κάθισμα/μουσείο/ντύσιμο/περιοδικό/(υπνο)δωμάτιο. ~ές: αναμνήσεις/ζωγραφιές/(ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) τροφές/φωνές. ~ά: είδη/έπιπλα/πάρτι/ρούχα/παιχνίδια/τραγούδια. Με ~ό ενθουσιασμό. Άμυνα/ανάπτυξη του ~ού οργανισμού. Η ~ή φαντασία/ψυχή. ~οί φίλοι (: από την ~ή ηλικία).|| (ΛΟΓΟΤ.) ~ός: συγγραφέας. ~ή: βιβλιοθήκη/λογοτεχνία. Παγκόσμια Ημέρα ~ού Βιβλίου.|| (ΚΙΝΗΜ.-ΤΗΛΕΟΡ.) ~ός: κινηματογράφος. ~ή: σειρά. ~ό: κανάλι/πρόγραμμα. ~οί: ήρωες. ~ές: προβολές.|| (ΑΘΛ.) ~ό: πρωτάθλημα (βλ. τζούνιορ). ~οί: αγώνες.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: διαβήτης/καρκίνος. ~ή: παχυσαρκία. ~ό: άσθμα.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ές: φοβίες.|| (μειωτ.) Η σκέψη/συμπεριφορά του είναι πολύ ~ή (= απλοϊκή, ανώριμη, αφελής· πβ. παιδαριώδης, παιδιάστικος). Βλ. βρεφ-, εφηβ-, νεαν-ικός, νηπιακός. ● επίρρ.: παιδικά ● ΣΥΜΠΛ.: παιδική βία 1. που ασκούν παιδιά: ~ ~ και επιθετικότητα/παραβατικότητα. ~ ~ ενάντια στα ζώα. 2. βία σε βάρος παιδιών, κακοποίησή τους. Βλ. παραμέληση., βρεφονηπιακός/παιδικός σταθμός βλ. βρεφονηπιακός, παιδική ασθένεια/αρρώστια βλ. ασθένεια, παιδική εργασία βλ. εργασία, παιδική κακοποίηση & κακοποίηση παιδιών βλ. κακοποίηση, παιδική χαρά βλ. χαρά, Παιδικό Χωριό SOS βλ. χωριό [< αρχ. παιδικός, γαλλ. infantile]

ασθένεια

ασθένεια[ἀσθένεια] α-σθέ-νει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών} (λόγ.): αρρώστια, νόσος: ανίατη/γενετική/διανοητική/εκφυλιστική/θανατηφόρα/ιάσιμη/κληρονομική/μεταδοτική/μολυσματική/νεοπλασματική/πολυπαραγοντική/χρόνια ~. Ιογενείς ~ες. ~ του αναπνευστικού. Ανακούφιση/διάγνωση/εξέλιξη/κρούσματα/παρακολούθηση/πρόληψη/συμπτώματα μιας ~ας. Φάρμακο κατά της ~ας ... Άδεια/βιβλιάριο/επίδομα/παροχές ~είας. Φορείς ~ών. Κόλλησε/μετέφερε την ~. Πάσχει/προσβλήθηκε/υποφέρει από ~. Η ~ εκδηλώθηκε/εξαπλώθηκε. Πβ. νόσημα, πάθηση. Βλ. μυ~, νευρ~.|| (ΚΤΗΝ.) Παρασιτική ~. (ΓΕΩΠ.) ~ των δέντρων/του φυλλώματος. ~ του αμπελιού (π.χ. περονόσπορος, φυλλοξήρα). ~ες καλλωπιστικών φυτών. Μυκητολογικές ~ες λαχανικών.|| (μτφ.) Κοινωνική/πνευματική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλωματική ασθένεια: σε περιπτώσεις που κάποιος προφασίζεται ότι είναι άρρωστος, για να αποφύγει δυσάρεστη κατάσταση: σκηνοθετημένη ~ ~., επαγγελματική ασθένεια & νόσος: που οφείλεται στη φύση ορισμένων επαγγελμάτων. Βλ. αμιάντωση, βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ιατρική της εργασίας. [< αγγλ. occupational disease, 1901, occupational illness] , παιδική ασθένεια/αρρώστια 1. ΙΑΤΡ. που προσβάλλει κυρ. παιδιά. Βλ. ανεμοβλογιά, ιλαρά, κοκίτης, οστρακιά, παρωτίτιδα. 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) αρνητικό στοιχείο που δηλώνει ανωριμότητα, επιπολαιότητα, απειρία: (στο μπάσκετ) Η ~ ~ των πολλών χαμένων βολών., ασθένεια του φιλιού βλ. φιλί, ασθένεια/νόσος του ύπνου βλ. ύπνος, ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων βλ. αγελάδα, αυτοάνοσο νόσημα/αυτοάνοση ασθένεια/νόσος βλ. αυτοάνοσος, γρίπη των πτηνών/των πουλερικών βλ. πτηνό, ψυχική ασθένεια βλ. ψυχικός [< αρχ. ἀσθένεια, γαλλ. maladie, asthénie, αγγλ. asthenia]

βρεφονηπιακός

βρεφονηπιακός, ή, ό βρε-φο-νη-πι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα βρέφη και τα νήπια: ~ή: αγωγή/περίθαλψη. ~ό: επίδομα. ~ές: ανάγκες/υπηρεσίες. ● ΣΥΜΠΛ.: βρεφονηπιακός/παιδικός σταθμός: εκπαιδευτικό ίδρυμα που δέχεται παιδιά προσχολικής ηλικίας: δημόσιος/ιδιωτικός ~ ~. Βλ. βρεφοκομείο.

εργασία

εργασία[ἐργασία] ερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.) {εργασιών} 1. αμειβόμενη παραγωγή αγαθών και προσφορά υπηρεσιών για την κάλυψη ατομικών και συλλογικών αναγκών· ειδικότ. επαγγελματική θέση: αναγκαστική/ανασφάλιστη/ανειδίκευτη/ανεξάρτητη/ανθυγιεινή/βιοποριστική/δεύτερη/ελεύθερη/ενοικιαζόμενη/εξαρτημένη/εξειδικευμένη/επισφαλής/εποχιακή/ευκαιριακή/καθιστική/καλοπληρωμένη/κανονική (βλ. υπερωρία)/μισθωτή/νυχτερινή/προσωρινή/υποχρεωτική/φτηνή ~. Αγγελίες/αίτηση/αμοιβή (= αποδοχές, μισθός)/ευέλικτες ρυθμίσεις/ευκαιρίες/εύρεση/ζήτηση/παραγωγικότητα/περιβάλλον/προσφορά/συμβόλαιο/συνθήκες ~ας. ~ και ασφάλιση/καριέρα/στρες. ~ μερικής (πβ. παρτ-τάιμ)/πλήρους (πβ. φουλ-τάιμ) απασχόλησης. Κατ' οίκον ~/~ από το/στο σπίτι (πβ. τηλ~). Συνεχής ~ ή κατά/με βάρδιες. ~ με το κομμάτι. Ώρες ~ας (= ωράριο). Προκήρυξη θέσεων ~ας. Ρούχα ~ας. Σύσταση ομάδας ~ας (πβ. ομάδα δράσης). Με προσωπική ~. Βρίσκω/ζητώ/ψάχνω ~ (= δουλειά). Μένω χωρίς ~ (πβ. άνεργος). Ο κόσμος της ~ας (= οι εργαζόμενοι).|| (συνεκδ.) Ασφάλεια και υγεία στην ~ (ενν. στον χώρο ~ας, π.χ. γραφείο, εργοστάσιο). Κοινωνιολογία/ψυχολογία της ~ας.|| (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) Άδεια/κάρτα ~ας. Δικαίωμα στην ~. Πβ. επάγγελμα, επιτήδευμα. Βλ. ναυτ~, προ~, ρεπό, συν~, υπερ~. || Υπουργείο ~ας και Κοινωνικών Υποθέσεων. 2. κάθε σωματική ή/και πνευματική δραστηριότητα για την εκτέλεση ενός έργου: άμισθη/δημιουργική/εθελοντική/πνευματική/χειρωνακτική ~. Επιτροπή ~ας. Αναλαμβάνω μια ~ (πβ. υποχρέωση). Του ανατέθηκε ως ~ (= αποστολή) να ... Πβ. ασχολία, ενασχόληση.|| (σπάν.) Η ~ του μαρμάρου/του ξύλου (= κατ~). 3. (ειδικότ.) μελέτη, πραγματεία, πνευματική ή καλλιτεχνική δημιουργία: γραπτή/επιστημονική/ερευνητική/μεταπτυχιακή/περιβαλλοντική/πρωτότυπη/σχολική ~. Αναρτημένες (πβ. πόστερ)/ατομικές/ομαδικές ~ες. Αξιολόγηση/δακτυλογράφηση/δημοσίευση/δομή/εκπόνηση/παρουσίαση/περίληψη ~ας. Ασκήσεις-~ες εξαμήνου/μαθητών/φοιτητών. Ανάθεση/βράβευση/υποβολή ~ών. Βλ. διατριβή.εργασίες (οι) 1. σύνολο δραστηριοτήτων που απαιτούν σωματικό ή και πνευματικό μόχθο και συνοδεύονται από συγκεκριμένα μέσα για την παραγωγή ενός έργου: αγροτικές/αρχαιολογικές/ξυλουργικές/οικιακές/οικοδομικές/προγραμματισμένες/προπαρασκευαστικές/τεχνικές/χωματουργικές ~. ~ αναβάθμισης/αποκατάστασης βλάβης/διάνοιξης σήραγγας/καθαρισμού/συντήρησης (αρχαιοτήτων). ~ μεγάλης/μικρής κλίμακας. ~ σε εξέλιξη. Αναστολή/έκθεση προόδου/εκτέλεση/έναρξη/καθυστέρηση/κατανομή/κοστολόγηση/λήξη/ολοκλήρωση/πλάνο/πορεία/πρόγραμμα ~ών. Διακοπή της κυκλοφορίας/προβλήματα υδροδότησης λόγω ~ών. Οι ~ μιας επιχείρησης (= η ακτίνα δράσης της). 2. συζητήσεις, διαπραγματεύσεις, θέματα που διευθετούνται από αρμόδιο όργανο: Άρχισαν/συνεχίζονται/ολοκληρώθηκαν οι ~ της ημερίδας/της ολομέλειας/του συνεδρίου/της συνέλευσης/της συνόδου. ● Υποκ.: εργασιούλα (η) (οικ.): κυρ. στη σημ. 3. ● ΣΥΜΠΛ.: εργασία υπαίθρου: πρακτική εργασία που διεξάγεται από ερευνητή στην ύπαιθρο· συλλογή δεδομένων από εξωτερικές πηγές, μακριά από εργαστήρια, πανεπιστήμια, σχολεία: ~ ~ για μελέτη του εδάφους. , κυκλική εργασία: μοντέλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που βασίζεται στη συνεχή κατάρτιση των ανέργων, ώστε να αντικαθιστούν εργαζομένους σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όταν οι τελευταίοι απουσιάζουν από τη δουλειά τους με γονική, εκπαιδευτική ή άλλη άδεια. Βλ. διά βίου εκπαίδευση. [< αγγλ. job rotation, 1963] , μαύρη εργασία: αδήλωτη στην εφορία, ανασφάλιστη: ~ ~ αλλοδαπών/μεταναστών. Βλ. παραοικονομία, φοροδιαφυγή., μονάδα εργασίας: το μικρότερο μετρήσιμο τμήμα της παραγωγής: αμοιβή/κόστος κατά ~ ~., παιδική εργασία: ΝΟΜ. απασχόληση παιδιών που δεν έχουν συμπληρώσει το νομικά καθορισμένο κατώτερο όριο ηλικίας για εργασία: ~ ~ και ανθρώπινα δικαιώματα. Παγκόσμια Ημέρα κατά της ~ής ~ας (: 12η Ιουνίου). Βλ. παιδιά των φαναριών. [< αγγλ. child labor, 1817] , αγορά εργασίας βλ. αγορά, απαλλακτική εργασία/πρόοδος βλ. απαλλακτικός, γεύμα εργασίας βλ. γεύμα, διπλωματική εργασία βλ. διπλωματικός, Εθνικός Οργανισμός Εργασίας βλ. οργανισμός, εξωτερικές εργασίες βλ. εξωτερικός, Επιθεώρηση Εργασίας/Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας βλ. επιθεώρηση, επίσχεση εργασίας βλ. επίσχεση, επιφάνεια εργασίας βλ. επιφάνεια, ιατρική της εργασίας βλ. ιατρική, καταμερισμός (της) εργασίας βλ. καταμερισμός, καταναγκαστικά έργα βλ. καταναγκαστικός, κοινωνική εργασία βλ. κοινωνικός, κύκλος εργασιών βλ. κύκλος, κυψέλη εργασίας βλ. κυψέλη, ομάδα εργασίας βλ. ομάδα, πάγκος εργασίας βλ. πάγκος, πραγματικός χρόνος εργασίας βλ. πραγματικός, πτυχιακή εργασία βλ. πτυχιακός, σταθμός εργασίας βλ. σταθμός, στάση εργασίας βλ. στάση, σύμβαση (εργασίας) βλ. σύμβαση, συνάντηση εργασίας βλ. συνάντηση, υπόθεση εργασίας βλ. υπόθεση, φόρτος εργασίας βλ. φόρτος, φύλλο εργασίας βλ. φύλλο ● ΦΡ.: εργασία για το σπίτι: ερώτηση ή άσκηση που πρέπει να απαντηθεί ή να επιλυθεί αντίστοιχα από τους μαθητές στο σπίτι τους., εργασία και χαρά!: για να δηλωθεί ευχαρίστηση κατά την εκτέλεση μιας εργασίας. [< αρχ. ἐργασία, γαλλ. travail, αγγλ. work, labor]

κακοποίηση

κακοποίησηκα-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. βιαιοπραγία: σωματική ή φυσική/συναισθηματική/ψυχολογική ~. ~ αιχμαλώτων/γυναικών/διαδηλωτών/κρατουμένων/μεταναστών. Ενεργητική/παθητική ~ ζώων. Θύμα/σημάδια ~ης. Υφίσταται ~. Πβ. βασανισμός, ξυλοδαρμός.|| (κατ' επέκτ.) ~ του περιβάλλοντος. Πβ. κακομεταχείριση. 2. (μτφ.) αλλοίωση, διαστρέβλωση, παραποίηση: βάναυση ~ της αλήθειας. Βλ. -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: παιδική κακοποίηση & κακοποίηση παιδιών: κάθε μορφή βίας που ασκείται σε παιδί. Πβ. παιδική βία. Βλ. παιδεραστία, παιδοφιλία. [< αγγλ. child abuse, 1972] , σεξουαλική κακοποίηση: εξαναγκασμός κάποιου σε οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη: ~ ~ ανηλίκων/ατόμων με ειδικές ανάγκες. ~ ~ και εκμετάλλευση. Καταγγελία για ~ ~. Πβ. ασέλγεια, βιασμός, σεξουαλική βία. [< αγγλ. sexual abuse, sexual assault, 1971] [< 1: μτγν. κακοποίησις ‘κακή πράξη’]

παραμέληση

παραμέληση

πα-ρα-μέ-λη-ση ουσ. (θηλ.): αμέλεια, αδιαφορία για κάποιον ή κάτι: ιατρική/συναισθηματική/σωματική ~. ~ παιδιών. (ΝΟΜ.) ~ εποπτείας ανηλίκου.|| ~ της (εξωτερικής) εμφάνισης/υγείας. ~ καθήκοντος. Πβ. εγκατάλειψη. ΑΝΤ. μέριμνα

χαρά

χαράχα-ρά ουσ. (θηλ.) 1. έντονα θετικό συναίσθημα που συνιστά έκφραση ευτυχίας και προκαλείται από την εκπλήρωση στόχου ή επιθυμίας: εσωτερική/ψυχική ~. ~ και αισιοδοξία/ικανοποίηση/περηφάνια/συγκίνηση. Η ~ της δημιουργίας/του έρωτα/της ζωής/της νίκης/του παιχνιδιού. Χαμόγελα ~άς. Με ιδιαίτερη/περισσή ~. Τρελός από ~. Γέλια και ~ές. Η ~ μου δεν περιγράφεται/είναι απερίγραπτη. Είναι όλο ~. Δάκρυσε/έκλαψε/λάμπει από ~. Προς μεγάλη μου ~. Τα λόγια σου μου δίνουν μεγάλη ~ (= με κάνουν πολύ χαρούμενο). Χρόνια πολλά με υγεία και ~! (σε λόγο:) Έχω τη ~ και την τιμή να ... Είναι ~ μου που βρίσκομαι σήμερα μαζί σας. Πβ. ευχαρίστηση. Βλ. ενθουσιασμός. ΑΝΤ. θλίψη (1), λύπη (1), στενοχώρια 2. (συνεκδ.) οτιδήποτε προκαλεί το αντίστοιχο συναίσθημα· χαρούμενο συμβάν: απλές/καθημερινές/οικογενειακές ~ές. Ο ερχομός του ήταν (μια) ανέλπιστη/απροσδόκητη ~. Έχουμε διπλή ~ στο σπίτι: γάμο και γεννητούρια. Απολαμβάνω/γεύομαι τις μικρές ~ές (= μικροχαρές) της ζωής. Περάσαμε ~ές και λύπες. ● Υποκ.: χαρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: παιδική χαρά: υπαίθριος χώρος ψυχαγωγίας για παιδιά, στον οποίο υπάρχουν διάφορα παιχνίδια (κούνιες, τραμπάλα, τσουλήθρα): η ~ ~ της γειτονιάς. Βλ. λούνα παρκ, παιδότοπος, πάρκο.|| (μτφ.) Η άμυνα της ομάδας θυμίζει ~ ~., τσάρτερ της χαράς βλ. τσάρτερ, χαράς ευαγγέλια βλ. ευαγγέλιο ● ΦΡ.: γεια χαρά (προφ.) & (λαϊκό) γεια χαραντάν: ως φιλικός χαιρετισμός: ~ ~, παιδιά! ~ ~ σ' όλους! Γεια (σου) και χαρά σου!, η χαρά του ... (προφ.-συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση σε κάποιον, έχει σε μεγάλο βαθμό στοιχεία που τον ικανοποιούν: Αυτοκίνητα, ~ ~ των ανδρών. Το δωμάτιό της είναι ~ ~ παιδιού (: γεμάτο παιχνίδια). Πόλη που είναι ~ ~ αρχιτέκτονα., κάνω χαρά/χαρές/χαρούλες: εξωτερικεύω τη χαρά μου: Έκανε μεγάλη χαρά που μας είδε. Μας έκανε (πολλές) χαρές/χαρούλες (: μας υποδέχτηκε θερμά).|| Το τι χαρές έκανε με τα δώρα της, δεν λέγεται!|| Ε, ρε χαρές (= γλέντια) που έχουμε να κάνουμε!, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά & (σπάν.) σαν την καλή χαρά (προφ.): πολύ χαρούμενος, κεφάτος: Είναι πάντα/ξύπνησε ~ ~., μετά χαράς (λόγ.): ευχαρίστως, πρόθυμα: Δέχομαι ~ ~., μια χαρά (προφ.): πολύ καλά, ωραία: -Πώς είσαι; -~ ~! Όλα πάνε ~ ~. ~ ~ τα κατάφερες/σε βλέπω. Τα βρήκαν ~ ~ μεταξύ τους. ~ ~ (= με τον καλύτερο δυνατό τρόπο) τη χειρίστηκε την υπόθεση.|| (ειρων.) ~ ~ θα ζήσεις και χωρίς εμένα.|| Γιατί τι έχει; ~ ~ παιδί είναι (: πολύ καλό).|| Θα μπορούσε ~ ~ (= κάλλιστα) να αδιαφορήσει, αλλά δεν το 'κανε., μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά (παροιμ.): η χαρά γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, όταν τη μοιραζόμαστε με κάποιον. Βλ. μοιρασμένη λύπη, μισή λύπη., πετώ/πηδώ απ' τη χαρά μου/από χαρά (μτφ.-επιτατ.): είμαι πάρα πολύ χαρούμενος, πανευτυχής: Πέταξε ~ ~, όταν έμαθε ότι ...|| -Χαίρεσαι; -Ε, δεν πετώ κι ~ μου (= δεν τρελαίνομαι κιόλας). Κανονικά, θα 'πρεπε να ~άς από χαρά., στις χαρές/στη χαρά σου! (ευχετ., συνήθ. ως πρόποση): και στα δικά σου!: Άντε, και ~ ~! ~ ~ σας οι λεύτεροι!, χαρά θεού (προφ.): όμορφος καιρός, λιακάδα· κατ' επέκτ. για κάτι πολύ όμορφο, ευχάριστο: ~ ~ σήμερα! Είναι/έχει ~ ~ έξω, πάμε βόλτα;|| ~ ~ η φύση!, χαρά μου: οικεία προσφώνηση: Ό,τι θέλεις, ~ ~!, χαρά σ' αυτόν/σ' εκείνον/στον ... που ... (προφ.-συνήθ. ειρων.): έχει κάθε λόγο να είναι ευτυχισμένος αυτός που ...: Χαρά στον άντρα που θα την πάρει!, χαρά στο κουράγιο/στην υπομονή σου (προφ.): απορώ πώς αντέχεις: ~ ~ που περίμενες τόσες ώρες/τον ανέχεσαι!, (την) κάνει (μια χαρά) τη δουλειά/(τη δουλίτσα) του βλ. δουλειά, γιορτές/χαρές και πανηγύρια βλ. γιορτή, εργασία και χαρά! βλ. εργασία, η τιμή τιμή δεν έχει (και χαρά στον που την έχει) βλ. τιμή, με γεια σου, με χαρά σου βλ. γεια, μια χαρά και δυο τρομάρες βλ. τρομάρα, σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη βλ. Κυριακή, χαρά και αγαλλίαση βλ. αγαλλίαση [< αρχ. χαρά]

χωριό

χωριόχω-ριό ουσ. (ουδ.) 1. αγροτική οικιστική μονάδα με πληθυσμό μικρότερο της κωμόπολης· συνεκδ. οι κάτοικοί της: γραφικό/ειδυλλιακό/μεσόγειο/μικρό/ορεινό/παραδοσιακό/παραθαλάσσιο ή παραλιακό/παραμεθόριο/πεδινό ~. Αποκλεισμένα/απομακρυσμένα/απομονωμένα/αραιοκατοικημένα/δυσπρόσιτα/έρημα/ξεχασμένα/τουριστικά/φτωχικά ~ιά. Τα γύρω ~ιά. ~ μέσα στο δάσος/πνιγμένο στο πράσινο. Τα έθιμα/η εκκλησία/ο ξενώνας/η πλατεία (πβ. μεσοχώρι)/το σχολείο του ~ιού. Τα ~ιά του Νομού. ~ιά του κάμπου. Κατάγεται από ~. Γύρισε/ταξίδεψε σε πόλεις και ~ιά. Πβ. κώμη. Βλ. βλαχο-, κατσικο-, κεφαλο-, ψαρο-χώρι.|| Ξεσηκώθηκε όλο το ~. ΣΥΝ. χωριανοί, χωρικοί. 2. (ειδικότ.) ο αντίστοιχος οικισμός ως τόπος καταγωγής: το ~ του πατέρα μου. Γιορτές/διακοπές στο ~. Έφυγε απ' το ~, για να έρθει στην πρωτεύουσα (βλ. αστυφιλία). Τα αβγά είναι απ' το ~ (: αγνά, φρέσκα). Πβ. γενέτειρα, η ιδιαίτερη πατρίδα. Βλ. κοντο-, συγ-χωριανός, ομοχώριος.|| (ειρων.-μειωτ.) Είχε και στο ~ του πολυτέλειες! 3. πρότυπος οικισμός, με περιορισμένο αριθμό κατοίκων: αθλητικό/(ΟΙΚΟΛ.) αιολικό/λαογραφικό/ομογενειακό/πολιτιστικό ~. Ανέγερση/δημιουργία/ίδρυση ~ιού Τύπου. ● Υποκ.: χωριουδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ακαδημαϊκό χωριό: πρότυπο κέντρο ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων, με ξενώνα και συνεδριακό εξοπλισμό., οικολογικό χωριό: ΟΙΚΟΛ. οικοκοινότητα., παγκόσμιο/πλανητικό χωριό: η Γη, ο κόσμος ολόκληρος ως παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Βλ. κυβερνοχώρος. [< αγγλ. global village, 1959] , Παιδικό Χωριό SOS: οικισμός που αποτελείται από δεκαπέντε έως είκοσι σπίτια, στο καθένα από τα οποία ζει οικογένεια που απαρτίζεται από παιδιά, τα οποία έχουν χάσει τους φυσικούς τους γονείς ή έχουν απομακρυνθεί από αυτούς για σοβαρούς λόγους, και από μια γυναίκα που έχει αναλάβει τον ρόλο της μητέρας. [< αγγλ. SOS Children Village, 1949] , δασικό χωριό βλ. δασικός, ηλιακό χωριό βλ. ηλιακός, ο τρελός του χωριού βλ. τρελός, ολυμπιακό χωριό βλ. ολυμπιακός ● ΦΡ.: γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) (προφ.): τσακωθήκαμε άσχημα. Πβ. μαλλιά κουβάρια., κακό χωριό τα λίγα σπίτια (παροιμ.): για να δηλωθούν οι αρνητικές επιπτώσεις (κυρ. ως προς τη διατήρηση της ιδιωτικότητας ή των καλών σχέσεων) που έχει η συνύπαρξη ανθρώπων σε κλειστές κοινωνίες ή μικρούς χώρους., κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη (παροιμ.): είναι καλύτερο να έχει κάποιος την πρώτη θέση σε μικρότερο κύκλο ανθρώπων, παρά τη δεύτερη σε ευρύτερο., κάνω χωριό με κάποιον (προφ.): μπορώ να συνεννοηθώ, να συνυπάρξω: Δεν μπορεί να ~ει ~ με κανέναν., ο καλύτερος του χωριού (προφ.): για κάποιον που θεωρείται ότι υπερτερεί σε σχέση με τους υπόλοιπους. Πβ. πρώτος και καλύτερος., όνομα και μη χωριό βλ. όνομα, χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε(ν) θέλει βλ. κολαούζος [< μεσν. χωριόν 3: αγγλ. village]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.