Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • παλιγγενεσία πα-λιγ-γε-νε-σί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: η εθνική/η ελληνική παλιγγενεσία: η απελευθέρωση των Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό με την Επανάσταση του 1821: ο εορτασμός/η επέτειος της ~ής ~ας. Πβ. εθνεγερσία. [< μτγν. παλιγγενεσία ‘αναγέννηση, παλινόρθωση’, γαλλ. palingénésie, αγγλ. palingenesy]