Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • πανάσχημος , η, ο πα-νά-σχη-μος επίθ. (επιτατ.): υπερβολικά άσχημος. Πβ. αποκρουστικός. ΣΥΝ. κακάσχημος ΑΝΤ. πανέμορφος, πεντάμορφος [< μεσν. πανάσχημος]