παντρειά πα-ντρει-ά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γάμος: Δεν είναι/κάνει για ~ αυτός. ● ΦΡ.: της παντρειάς: (κυρ. για κοπέλες) σε ηλικία γάμου., με το ζόρι παντρειά (δεν γίνεται) βλ. ζόρι [< μεσν. παντρειά < υπανδρεία]
ζόρι
ζόριζό-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ψυχολογική πίεση που ασκείται σε κάποιον, για να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του: Θέλει ~ (= πρεσάρισμα, στρίμωγμα), για να στρωθεί στη δουλειά. Πβ. ζόρισμα, καταναγκασμός. Βλ. βία.2. δυσκολία, ταλαιπωρία: Το πρωινό ξύπνημα είναι μεγάλο ~. ΣΥΝ. αγγούρι, μανίκι, πακέτο, παλούκι.|| Τα κατάφερε με πολύ ~. Πβ. δυσχέρεια.3. δύναμη που ασκείται σε κάτι: Χρειάστηκε ~, για να ανοίξει την πόρτα. ● ΦΡ.: έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια (προφ.): πιέζομαι πάρα πολύ: Έχω ~ια με τη δουλειά/τις εξετάσεις. ΣΥΝ. ζορίζομαι (1), τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια, με (τα) χίλια (δυο) ζόρια: ύστερα από επίμονες προσπάθειες, με πολύ μεγάλη δυσκολία: Κατάφερε να περάσει στο Πανεπιστήμιο ~ ~. Πβ. μετά (πολλών/μυρίων) κόπων και βασάνων., με το ζόρι1. με το στανιό, με εξαναγκασμό: Δεν του άρεσε το γλυκό, αλλά το έφαγε ~ ~ (= αναγκαστικά). Δεν έλεγε να ξυπνήσει και έτσι τον σήκωσαν ~ ~. Πβ. άρον-άρον, βίαια, με τη βία.2. μόλις και μετά βίας, με ιδιαίτερη δυσκολία: ~ ~ κρατιέται ξύπνιος. Πβ. με (τα) χίλια (δυο) ζόρια.|| (για δήλωση του ανώτατου ορίου) ~ ~ χωράνε στο πίσω κάθισμα. Πβ. ίσα ίσα. ΣΥΝ. τσίμα τσίμα (1), με το ζόρι παντρειά (δεν γίνεται) (παροιμ.): δεν έχει νόημα να πραγματοποιηθεί κάτι που αντιβαίνει στη θέληση κάποιου., τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια1. ταλαιπωρούμαι, έχω δυσκολίες: Σκέφτεται να παραιτηθεί, γιατί τραβάει μεγάλο ~ με τη δουλειά του. ΣΥΝ. έχω/περνάω (μεγάλο) ζόρι/(μεγάλα) ζόρια, ζορίζομαι (1), τραβώ κουπί (2) 2. (αργκό) έχω πρόβλημα με κάποιον ή κάτι: Τι ~ τραβάς μαζί του και δεν του μιλάς; [< τουρκ. zor]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.