Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παντρεμένος , η, ο πα-ντρε-μέ-νος επίθ./ουσ. 1. που έχει παντρευτεί: ~ο: ζευγάρι. Είναι ~οι εδώ και δέκα χρόνια.|| (ως ουσ.) Έρευνα για τους ~ους. ΣΥΝ. έγγαμος (1), νυμφευμένος ΑΝΤ. άγαμος, ανύμφευτος, ανύπαντρος, απάντρευτος, ελεύθερος (3), εργένης 2. ΜΑΓΕΙΡ. (για φαγητό) που μαγειρεύεται με κάποιο, κυρ. ασυνήθιστο, υλικό ή συνδυάζεται με άλλο φαγητό: φάβα ~η. Σαρδέλες ~ες. Χοιρινό ~ο με κοτόπουλο. Πιλάφι ~ο με συκωτάκια. [< 1: μεσν. παντρεμένος]