Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παντρεμένος , η, ο πα-ντρε-μέ-νος επίθ./ουσ. 1. που έχει παντρευτεί: ~ο: ζευγάρι. Είναι ~οι εδώ και δέκα χρόνια.|| (ως ουσ.) Έρευνα για τους ~ους. ΣΥΝ. έγγαμος (1), νυμφευμένος ΑΝΤ. άγαμος, ανύμφευτος, ανύπαντρος, απάντρευτος, ελεύθερος (3), εργένης 2. ΜΑΓΕΙΡ. (για φαγητό) που μαγειρεύεται με κάποιο, κυρ. ασυνήθιστο, υλικό ή συνδυάζεται με άλλο φαγητό: φάβα ~η. Σαρδέλες ~ες. Χοιρινό ~ο με κοτόπουλο. Πιλάφι ~ο με συκωτάκια. [< 1: μεσν. παντρεμένος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.