Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παπαδίτσα πα-πα-δί-τσα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. κοινή ονομασία εντομοφάγων ωδικών πτηνών με μικρό ράμφος και μεγάλα γαμψά νύχια, που αναζητούν τροφή στα κλαδιά, κάνοντας ακροβατικές κινήσεις. Βλ. καλόγερος, σακουλο~.

καλόγερος

καλόγεροςκα-λό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έρου} 1. & (λόγ.) καλόγηρος: άνδρας που απαρνήθηκε τα εγκόσμια και ασπάστηκε τον μοναστικό βίο· μοναχός: γέροντας ~. ~ στο Άγιο Όρος. Κληρικοί και ~οι. Πβ. αναχωρητής, ασκητής, ερημίτης. Βλ. καλογεράκι, καλόγρια. ΑΝΤ. κοσμικός.|| (μτφ.) Ζει σαν ~ (: απομονωμένα, λιτά και μοναχικά). Βλ. κοσμο~. 2. όρθια μακρόστενη φορητή κρεμάστρα κυρ. για πανωφόρια: μεταλλικός/ξύλινος ~. ~ με ομπρελοθήκη. Πβ. πορτμαντό. 3. ΙΑΤΡ. (προφ.) δοθιήνας. Βλ. σπυρί. 4. ΟΡΝΙΘ. είδος παπαδίτσας (επιστ. ονομασ. Parus major). ● ΦΡ.: λεπτός-λεπτός/μακρύς-μακρύς/ψηλός-ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει (αίνιγμα): ο καπνός., χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι (αίνιγμα): οι σπόροι του ροδιού., το μοναστήρι να είναι καλά/να 'ν' καλά (κι από καλογέρους βρίσκεις) βλ. μοναστήρι [< μεσν. καλόγερος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.