παπαδίτσα πα-πα-δί-τσα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. κοινή ονομασία εντομοφάγων ωδικών πτηνών με μικρό ράμφος και μεγάλα γαμψά νύχια, που αναζητούν τροφή στα κλαδιά, κάνοντας ακροβατικές κινήσεις. Βλ. καλόγερος, σακουλο~.
καλόγερος
καλόγεροςκα-λό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έρου} 1. & (λόγ.) καλόγηρος: άνδρας που απαρνήθηκε τα εγκόσμια και ασπάστηκε τον μοναστικό βίο· μοναχός: γέροντας ~. ~ στο Άγιο Όρος. Κληρικοί και ~οι. Πβ. αναχωρητής, ασκητής, ερημίτης. Βλ. καλογεράκι, καλόγρια. ΑΝΤ. κοσμικός.|| (μτφ.) Ζει σαν ~ (: απομονωμένα, λιτά και μοναχικά). Βλ. κοσμο~.2. όρθια μακρόστενη φορητή κρεμάστρα κυρ. για πανωφόρια: μεταλλικός/ξύλινος ~. ~ με ομπρελοθήκη. Πβ. πορτμαντό.3. ΙΑΤΡ. (προφ.) δοθιήνας. Βλ. σπυρί.4. ΟΡΝΙΘ. είδος παπαδίτσας (επιστ. ονομασ. Parus major). ● ΦΡ.: λεπτός-λεπτός/μακρύς-μακρύς/ψηλός-ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει (αίνιγμα): ο καπνός., χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι (αίνιγμα): οι σπόροι του ροδιού., το μοναστήρι να είναι καλά/να 'ν' καλά (κι από καλογέρους βρίσκεις) βλ. μοναστήρι [< μεσν. καλόγερος]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.