Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παπαδιά πα-πα-διά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σύζυγος ιερέα, πρεσβυτέρα. [< μεσν. παπαδιά]