Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παπαρούνα πα-πα-ρού-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία ποώδους φυτού (γένος Papaver) με μεγάλα κόκκινα συνήθ. άνθη, που καλλιεργείται ως καλλωπιστικό αλλά και για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες: οπιούχος ~ (= αφιόνι). ● ΦΡ.: γίνομαι κόκκινος/κοκκινίζω σαν (το) παντζάρι/(την) παπαρούνα/(τη) ντομάτα βλ. παντζάρι [< μεσν. παπαρούνα, πβ. ρουμ. paparoană]

παντζάρι

παντζάριπα-ντζά-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πατζάρι: ΒΟΤ. ποικιλία τεύτλου με βαθυκόκκινη, σαρκώδη, στρογγυλή ρίζα, που τρώγεται ωμή ή βρασμένη και μεγάλα, πλατιά, πράσινα φύλλα. ΣΥΝ. κοκκινογούλι ● ΦΡ.: γίνομαι κόκκινος/κοκκινίζω σαν (το) παντζάρι/(την) παπαρούνα/(τη) ντομάτα (μτφ.): κοκκινίζω συνήθ. από ντροπή, αμηχανία ή έξαψη, ένταση. [< τουρκ. pancar]