Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • παραγραφή πα-ρα-γρα-φή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. κατάργηση των νομικών συνεπειών που επιφέρει η τέλεση αξιόποινης πράξης μετά την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος· απώλεια δικαιώματος για άσκηση αγωγής μετά την παρέλευση της προθεσμίας που καθορίζεται βάσει της νομοθεσίας: φορολογική ~. ~ αδικήματος/πλημμελημάτων/ποινής/πταισμάτων/σκανδάλων/χρέους. ~ των αξιώσεων/απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Πβ. διαγραφή. [< μτγν. παραγραφή]