παραιτούμαι [παραιτοῦμαι] πα-ραι-τού-μαι ρ. (αμτβ.) {παραιτ-είσαι ... | παραιτ-ήθηκα (λόγ. παραιτή-θη, -θησαν κ. λογιότ. παρητή-θη, -θησαν, μτχ. παραιτη-θείς, -θείσα, -θέν), -ηθεί, μτχ. -ούμενος, -ημένος} 1. αποχωρώ συνήθ. οικειοθελώς από θέση ή αξίωμα, υποβάλλω παραίτηση: ~ήθηκε από το Δημόσιο/τη δουλειά του/την προεδρία (για λόγους ευθιξίας/υγείας). Αποφάσισε να ~ηθεί από αρχηγός/βουλευτής/εκπρόσωπος Τύπου/μέλος του ΔΣ. Της ζήτησε να ~ηθεί. Ο ~θείς Υπουργός. Πβ. αποσύρομαι. Βλ. απολύω.|| (+ γεν., λόγ.) ~ήθηκε των καθηκόντων του.2. (μτφ.) εγκαταλείπω κάτι: ~ούμαι από κάθε προσπάθεια. ~ήθηκαν από τις διεκδικήσεις/τα όνειρά/τους στόχους τους. Έχει ~ηθεί από την ελπίδα/ιδέα να ... ~ημένος από τη ζωή/τον έρωτα.|| (+ γεν., λόγ.) ~ του αγώνα/του μισθού μου.|| (ΝΟΜ.) Με την παρούσα υπεύθυνη δήλωση, ~είστε από κάθε δικαίωμα αποζημίωσης. ~ήθηκε από κάθε αξίωση. Πβ. τα παρατάω. ● παραιτώ (μτβ.) {παραιτ-εί | παραίτ-ησε} (σπάν.-προφ.): εξαναγκάζω σε παραίτηση: Τον ~ησαν. [< αρχ. παραιτοῦμαι, γαλλ. résigner]
απολύω
απολύω[ἀπολύω] α-πο-λύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απέλυ-σα κ. απόλυ-σα, απολύ-σω, -θηκα, -θώ, -θείς, -μένος, -όμενος, -οντας, } 1. (για εργοδότη) απομακρύνω, παύω κάποιον από την εργασία του: Η εταιρεία ~σε το προσωπικό της. ~θηκε από τη δουλειά του (βλ. παραιτούμαι). ~θηκε για οικονομικούς λόγους/λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς/παράνομα και καταχρηστικά/ως πλεονάζων/χωρίς αιτιολογία. ~θηκε από τη θέση του συμβούλου (πβ. καθαιρώ). Οι ~όμενοι μισθωτοί. Οι ~θέντες εργαζόμενοι. Πβ. διώχνω. ΑΝΤ. διορίζω (1), προσλαμβάνω (1) 2. (σπάν.) αποφυλακίζω: Ο κατάδικος/κρατούμενος ~θηκε (υπό όρους). 3. (κυρ. στο γ' πρόσ., προφ., για ιερή ακολουθία) τελειώνω: Απόλυσε η εκκλησία. Πβ. σχολάω. ● Παθ.: απολύομαι: (για στρατιώτη, μαθητή) παίρνω απολυτήριο: Πότε ~εσαι; ~θηκε από τις Ένοπλες Δυνάμεις/τον στρατό.|| (επίσ.) ~θηκαν οι μαθητές της Γ΄ Γυμνασίου/Λυκείου. Πβ. αποφοιτώ. ● Μτχ.: απολυμένος , η, ο, απολυθείς, -θείσα, -θέν: που έχει απολυθεί, κυρ. από τη δουλειά του: ~οι: εργάτες/συμβασιούχοι/υπάλληλοι. ~α: στελέχη. ~έντες: εργαζόμενοι. || (ως ουσ.) Αποζημίωση/επίδομα ανεργίας για τους ~ους/~έντες.|| ~ος: φαντάρος (: που έχει ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία). ● ΦΡ.: νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα (ΚΔ): τώρα ας πεθάνω· όταν κάποιος αισθάνεται πως έχουν πραγματοποιηθεί πλέον οι επιθυμίες του. [< αρχ. ἀπολύω, γερμ. entlassen]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.